Αποφάσεις - Εγκύκλιοι

ΠΟΛ. 1219/6-8-1998 Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης ΠOΛ. 1144-20.5.98 -Ελεγχος ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων και επίλυση φορολογικών διαφορών-

YΠOIK 1092692/1265/ΔΣΣΦE/A/ΠOΛ. 1219/6.8.1998 Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης ΠOΛ. 1144/20.5.98 "Ελεγχος ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων και επίλυση φορολογικών διαφορών"

Σε συνέχεια της αριθ. 1076202/1181/ΠOΛ. 1183/25.6.98 εγκυκλίου αναφορικά με την εφαρμογή της απόφασης ΠOΛ. 1144/20.5.98, παρέχουμε συμπληρωματικά τις ακόλουθες οδηγίες και διευκρινίσεις:

I. Επιμερισμός διαφορών, αντιμετώπιση πιστωτικών υπολοίπων και λοιπά θέματα ΦΠA

1. H τυχόν διαφορά ακαθαρίστων εσόδων ή αγορών κατά περίπτωση, που προκύπτει σε κάθε ελεγχόμενη χρήση, από επαναπροσδιορισμό των βάσει βιβλίων ακαθαρίστων εσόδων ή αγορών λόγω ανακρίβειας των βιβλίων και στοιχείων ή από την ισομερή κατανομή της διαφοράς εσόδων ή αγορών λόγω έλλειψης συνάφειας (άρθρο 7 παράγρ. A.3 και A.4 της απόφασης), επιμερίζεται σε κάθε περίπτωση κατ_ αναλογία της συμμετοχής των εφαρμοζομένων συντελεστών στα δηλούμενα φορολογητέα και απαλλασσόμενα χωρίς δικαίωμα έκπτωσης ακαθάριστα έσοδα ή αγορές.

Διευκρινίζεται ότι για τον επιμερισμό αυτό δε θα λαμβάνονται υπόψη τα απαλλασσόμενα με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών ακαθάριστα έσοδα όπως π.χ. εξαγωγές, ενδοκοινοτικές παραδόσεις, πωλήσεις επενδυτικών αγαθών με αναστολή καταβολής του φόρου, πωλήσεις σε πλοία, πρεσβείες κ.λπ., καθόσον για τις πράξεις αυτές απαιτείται ύπαρξη συγκεκριμένων δικαιολογητικών για την ορθή εφαρμογή της απαλλαγής. Επίσης δεν λαμβάνονται υπόψη και οι κάθε είδους επιδοτήσεις, οικον. ενισχύσεις, επιχορηγήσεις, συναλλαγματικές διαφορές, τόκοι κ.λπ. και τούτο διότι και για τις περιπτώσεις αυτές υπάρχουν συνήθως συγκεκριμένα δικαιολογητικά που δε μπορούν να αμφισβητηθούν.

2. Οταν διαπιστώνεται απόκρυψη εσόδων ή αγορών, κατά περίπτωση, που αποδεδειγμένα αφορά συγκεκριμένο συντελεστή ΦΠA, τότε το ποσό της απόκρυψης προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα ή τις αγορές του συγκεκριμένου αυτού συντελεστή ΦΠA.

3. Σε ότι αφορά το δικαίωμα μεταφοράς του τυχόν πιστωτικού υπολοίπου ΦΠA, σε σχέση με τις ισχύουσες διατάξεις περί παραγραφής, διευκρινίζουμε τα ακόλουθα:

Το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει σε μια φορολογική ή διαχειριστική, κατά περίπτωση, περίοδο μπορεί να μεταφέρεται για έκπτωση κάθε φορά στο σύνολο ή κατά το μέρος που δεν συμψηφίζεται, μέσα στη χρονική περίοδο της τριετούς παραγραφής και η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους, εντός του οποίου υποβλήθηκε νόμιμα η εκκαθαριστική δήλωση ΦΠA της διαχειριστικής περιόδου που αφορά.

Αυτό έχει σαν συνέπεια ότι στην περίπτωση που ένα μέρος του πιστωτικού υπολοίπου δεν θα μπορέσει να συμψηφιστεί μέσα σ_ αυτήν την χρονική περίοδο, αυτό το υπόλοιπο, χωρίς να χάνει την αυτοτέλεια του ως προς το χρόνο που δημιουργήθηκε, θα μπορεί να επιστραφεί νόμιμα κατά το τελευταίο χρόνο της παραγραφής, χωρίς να ζητείται η υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων των προηγουμένων φορολογικών ή διαχειριστικών περιόδων.

Τέλος τονίζεται ότι, το μεταφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο προηγείται όσον αφορά τον συμψηφισμό του με τον αντίστοιχο φόρο εκροών που προκύπτει κατά τις τρεις επόμενες διαχειριστικές περιόδους και μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο συνολικός φόρος εκροών των τριών επομένων διαχειριστικών περιόδων είναι μικρότερος από το πιστωτικό υπόλοιπο, θεωρείται ότι δεν συμψηφίστηκε και επομένως κατά το μέρος της διαφοράς αυτής μπορεί να ζητηθεί η επιστροφή του με αίτηση του φορολογούμενου η οποία θα ανακόψει το χρόνο της παραγραφής.

4. Αν κατά την ελεγκτική διαδικασία διαφοροποιείται το τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠA κάποιας διαχειριστικής περιόδου, θα γίνεται άμεση αναμόρφωση του πιστωτικού υπολοίπου που μεταφέρθηκε στην επόμενη ή σε επόμενες διαχειριστικές ή φορολογικές περιόδους.

Στην περίπτωση που διαφοροποιείται το πιστωτικό υπόλοιπο της τελευταίας από τις ελεγχόμενες χρήσεις, τότε θα εκδίδεται αμέσως εντολή προσωρινού ελέγχου για την επόμενη ή τις επόμενες ανέλεγκτες χρήσεις ή φορολογικές περιόδους, εκτός αν υποβληθούν από τον υπόχρεο σχετικές τροποποιητικές - συμπληρωματικές δηλώσεις.

H τυχόν χρεωστική διαφορά ΦΠA βεβαιώνεται στη διαχειριστική ή τη φορολογική περίοδο που θα προκύψει και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται για την οικεία χρήση, σύμφωνα και με τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση.

Διευκρινίζεται ότι η μείωση του προς μεταφορά πιστωτικού υπολοίπου κάποιας χρήσης δεν επισύρει την επιβολή προστίμου του άρθ. 4 παράγ. 1 του ν. 2523/97 (άρθ. 48 παράγρ. 1 του ν. 1642/86), δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, από την αναμόρφωση των μεταφερόμενων πιστωτικών υπολοίπων οι τυχόν χρεωστικές διαφορές που θα προκύψουν θα καταλογισθούν με τις οικείες προσαυξήσεις.

5. Σε ότι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης της παράβασης, εκτός αν από τις διατάξεις του ν. 2523/97 προβλέπεται επιεικέστερη μεταχείριση. λτσι, τα πρόστιμα του άρθ. 47 παράγρ. 5 και 48 παράγρ. 2β_ του ν. 1642/86 δεν θα επιβάλλονται σε καμιά από τις ελεγχόμενες χρήσεις, δεδομένου ότι αυτά δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2523/97.

6. κατά τον έλεγχο ΦΠA επί επιχειρήσεων που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 32 του ν. 1642/1986, θα ελέγχεται μεταξύ των άλλων, υποχρεωτικά, και ο ορθός προσδιορισμός των ακαθάριστων εσόδων κατά την παράγραφο 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου.

7. κατά τον έλεγχο ΦΠA θα ερευνάται, πέραν των άλλων, αν για τις χορηγούμενες λόγω κύκλου εργασιών εκπτώσεις έχει προηγηθεί, τουλάχιστον τέσσερεις μήνες πριν από την πραγματοποίηση τους, γνωστοποίηση των παρεχόμενων ποσοστών εκπτώσεων στην αρμόδια Δ.O.Y. του πωλητή ή του παρέχοντος τις υπηρεσίες, για πραγματοποιούμενες εκπτώσεις από 7/7/1996 και εντεύθεν (σχετ. διατάξεις άρθ. 11 παράγρ. 2α_ ν. 2386/1996, εγκύκλιος ΠOΛ. 1212/22.7.96).

8. Οσον αφορά τις απαλλασσόμενες από ΦΠA πωλήσεις, ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω αποφάσεις του Υπουργού Oικονομικών με τις οποίες καθορίζονται όροι, προϋποθέσεις, διαδικασίες και δικαιολογητικά για συναλλαγές απαλλασσόμενες του ΦΠA:

_ Π. 2869/2389/ΠOΛ. 137/4.5.87

_ Π. 8271/4879/ΠOΛ. 366/12.12.87

_ 1103551/8478/ΠOΛ. 1262/2.8.93

_ 1013633/8911/1807/0014/ΠOΛ. 1029/2.2.95

_ Π. 1591/1546/1987/ΠOΛ. 69

_ 1143550/12177/0014/ΠOΛ. 1285/22.12.1994

_ 1138050/4885/1436/A0014/ΠOΛ. 1338/30.12.1996

_ Π. 4056/3029/ΠOΛ. 186/17.6.87

II. Αναγωγή αγορών σε πωλήσεις. Λοιπά θέματα εφαρμογής της επαλήθευσης περί ύπαρξης ή μη συνάφειας

1. κατά την εφαρμογή της επαλήθευσης περί ύπαρξης ή μη συνάφειας μεταξύ των εμφανιζομένων αριθμητικών δεδομένων και οικονομικών μεγεθών επί επιχειρήσεων με βιβλία A_ κατηγορίας (άρθρα 4 παράγρ. B.4 και 5 παράγρ. B.4 της απόφασης) και σε ότι αφορά τον τρόπο αναγωγής των αγορών των ελεγχόμενων χρήσεων σε πωλήσεις, θα προσδιορίζεται κατ_ αρχήν, εφόσον αυτό είναι εφικτό (π.χ. επί επιχειρήσεων με χονδρικές πωλήσεις), το επιτυγχανόμενο μικτό κέρδος, με σύγκριση της τιμής κτήσης και πώλησης, χωρίς το ΦΠA. Περαιτέρω, το επιτυγχανόμενο μικτό κέρδος θα συγκρίνεται με το κλάσμα των μοναδικών συντελεστών καθαρού κέρδους επί αγορών και ακαθάριστων εσόδων που προβλέπονται για το οικείο επάγγελμα και σε περίπτωση που το επιτυγχανόμενο μικτό κέρδος είναι μεγαλύτερο, τότε θα λαμβάνεται αυτό υπόψη για την αναγωγή των αγορών σε πωλήσεις. Αν όμως από την παραπάνω σύγκριση προκύψει ότι είναι μεγαλύτερο το κλάσμα των μοναδικών συντελεστών ή αν δεν μπορεί να προσδιορισθεί το επιτυγχανόμενο μικτό κέρδος, τότε για την αναγωγή των αγορών σε πωλήσεις λαμβάνεται υπόψη το πιο πάνω κλάσμα των μοναδικών συντελεστών.

Σημειώνεται επιπλέον ότι σε περιπτώσεις επιχειρήσεων με περισσότερους από ένα κλάδους με διαφορετικούς συντελεστές, λαμβάνεται πάντα υπόψη το επιτυγχανόμενο μικτό κέρδος ή το κλάσμα των μοναδικών συντελεστών, κατά περίπτωση, του κλάδου με τα περισσότερα δηλωθέντα καθαρά κέρδη.

2. Σε περιπτώσεις έλλειψης συνάφειας ειδικά επί επιχειρήσεων ή ελευθέρων επαγγελματιών που τα αποτελέσματα προσδιορίζονται λογιστικά και εφόσον η επιχείρηση ή ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν φορολογήθηκε με βάση τις διατάξεις των αντικειμενικών κριτηρίων ή φορολογήθηκε βάσει των διατάξεων αυτών αλλά συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 20 και 21 του άρθρου 33 και 13 του άρθρου 51 του ν. 2238/94, κατά περίπτωση, τότε ο επαναπροσδιορισμός των καθαρών κερδών (καθαρού εισοδήματος) γίνεται κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

α. Επί βιβλίων και στοιχείων επαρκών και ακριβών προκειμένου περί επιχείρησης ή ελεύθερου επαγγελματία που δεν φορολογήθηκε με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια (λόγω μη υπαγωγής ή λόγω δήλωσης μεγαλύτερων καθαρών κερδών από τα προσδιοριζόμενα βάσει αντικειμενικών κριτηρίων) ή φορολογήθηκε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων αλλά τα βάσει ελέγχου λογιστικώς προσδιοριζόμενα καθαρά κέρδη είναι μεγαλύτερα των φορολογηθέντων με τα αντικειμενικά κριτήρια, κατ_ αρχήν προσδιορίζονται τα καθαρά κέρδη που αναλογούν επί της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων που αντιστοιχεί σε κάθε χρήση λόγω της έλλειψης συνάφειας, με τη χρήση του προβλεπόμενου για το οικείο επάγγελμα M.Σ.K.K. Περαιτέρω, το προκύπτον ποσόν προστίθεται στα λογιστικώς προσδιοριζόμενα από τον έλεγχο καθαρά κέρδη με βάση τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα (λαμβανομένων δηλαδή υπόψη των τυχόν λογιστικών διαφορών κ.λπ.) και το άθροισμα που προκύπτει αποτελεί το σύνολο των καθαρών κερδών.

β. Επί βιβλίων και στοιχείων ανεπαρκών, τα καθαρά κέρδη προσδιορίζονται εξωλογιστικά κατά τις γενικές διατάξεις, με βάση τα ακαθάριστα έσοδα όπως αυτά επαναπροσδιορίζονται λόγω έλλειψης συνάφειας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παράγρ. A.4 της απόφασης.

γ. Επί βιβλίων και στοιχείων ανακριβών, τα καθαρά κέρδη προσδιορίζονται εξωλογιστικά, κατά τις γενικές διατάξεις, με βάση τα ακαθάριστα έσοδα όπως αυτά επαναπροσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παράγρ. A.3 και A.4 της απόφασης.

3. Για τη διενέργεια της επαλήθευσης περί ύπαρξης ή μη συνάφειας δεν λαμβάνονται σε καμιά περίπτωση υπόψη και δεν προστίθενται με τα υπόλοιπα μεγέθη:

_ Τα ποσά ασφαλιστικών εισφορών που αφορούν τον ίδιο τον επιτηδευματία, δηλαδή για την ασφάλισή του στο TEBE, TAE κ.λπ., τα οποία ως γνωστό εκπίπτουν από το καθαρό εισόδημα κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2238/94.

4. Σε περιπτώσεις επιτηδευματιών που λόγω αντικειμένου τηρούν τόσο βιβλίο αγορών όσο και βιβλίο εσόδων - εξόδων (π.χ. πρατήριο υγρών καυσίμων με ταυτόχρονη εμπορία λιπαντικών και παροχή υπηρεσιών), η επαλήθευση περί ύπαρξης ή μη συνάφειας γίνεται από κοινού και για τις δύο κατηγορίες βιβλίων.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι αγορές που αφορούν το βιβλίο αγορών ανάγονται σε πωλήσεις, το προκύπτον ποσόν προστίθεται με τα δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα βάσει του βιβλίου εσόδων - εξόδων και περαιτέρω ακολουθείται η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγρ. Γ.11 της απόφασης.

III. Λοιπά θέματα εφαρμογής της απόφασης

1. Στο κριτήριο επιλογής ε` της παραγρ. 1 του άρθρου 2 (επιλογή υποθέσεων για έλεγχο) που αναφέρεται σε περιπτώσεις απώλειας βιβλίων και στοιχείων, εμπίπτουν και οι επιχειρήσεις με απώλεια φορολογικών ταμειακών μηχανών.

2. Οπου κατά τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης προβλέπεται η διενέργεια επαληθεύσεων στο μήνα με τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, ως ακαθάριστα έσοδα προκειμένου να προσδιορισθεί ο μήνας με τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα, σε περιπτώσεις πωλήσεων για λογαριασμό τρίτων, δεν λαμβάνονται οι πωλήσεις για λογαριασμό τρίτων αλλά οι προμήθειες από τις πωλήσεις αυτές.

3. O κατά περίπτωση προβλεπόμενος από τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης έλεγχος των δαπανών για ύπαρξη τυχόν λογιστικών διαφορών καταλαμβάνει και τις αποσβέσεις. Συνεπώς, οι διενεργηθείσες αποσβέσεις κάθε χρήσης υπόκεινται σε έλεγχο.

4. Προκειμένου περί ελευθέρων επαγγελματιών, ο έλεγχος των δαπανών επεκτείνεται σε όλες γενικά τις δαπάνες, ανεξαρτήτως ποσού, ακόμα και επί προαιρετικής τήρησης βιβλίων Γ_ κατηγορίας.

5. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. γ_ της παραγράφου A3 του άρθρου 7 της απόφασης (διπλασιασμός ποσοστού προσαύξησης ακαθαρίστων εσόδων ή αγορών), θεωρείται ότι διαπράχτηκαν μέσα στην ίδια χρήση περισσότερες από μία παραβάσεις μη έκδοσης στοιχείου αξίας ή διακίνησης, εφόσον οι παραβάσεις διαπιστώθηκαν από διαφορετικούς ελέγχους.

6. κατά τον διενεργούμενο με βάση την απόφαση ελέγχο, θα εξετάζεται, όπου βεβαίως συντρέχει περίπτωση και η ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 2214/1994, με τις οποίες ως γνωστόν, θεσπίστηκε η υποχρέωση ονομαστικοποίησης των μετοχών ορισμένων κατηγοριών ημεδαπών ανωνύμων εταιριών και καθορίστηκαν οι συναφείς υποχρεώσεις και η σχετική διαδικασία (σχετ. εγκ. 1222/30.9.94).

Επισημαίνεται σχετικά ότι τόσο για τις διαπιστώσεις από την παραπάνω επαλήθευση, όσο και για τις διαπιστώσεις από τον έλεγχο εφαρμογής λοιπών ειδικών διατάξεων που αποτελούν αντικείμενο του τακτικού ελέγχου (π.χ. έλεγχος εφαρμογής αναπτυξιακών νόμων, αναπροσαρμογής αξίας ακινήτων κ.λπ.) δεν θα συντάσσονται ιδιαίτερα ειδικά σημειώματα ελέγχου, αλλά οι διαπιστώσεις αυτές θα αναγράφονται είτε στο σώμα του ειδικού σημειώματος ελέγχου που συντάσσεται για τη φορολογία εισοδήματος είτε σε ιδιαίτερα φύλλα που σε κάθε περίπτωση αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του πιο πάνω σημειώματος.

7. Oι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 3 του άρθρου 10 περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα μείωσης των διαφορών φορολογητέας ύλης, αφορούν μόνο τις συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες οι περιορισμοί αυτοί αναφέρονται (επί ανακρίβειας βιβλίων A_ ή B_ κατηγορίας και επί έλλειψης συνάφειας). Συνεπώς, σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι τυχόν διαφορές της κατά περίπτωση φορολογητέας ύλης αντιμετωπίζονται στο στάδιο επίλυσης των διαφορών χωρίς να τίθενται περιορισμοί, ανάλογα πάντα με τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο επιτηδευματίας (π.χ. επί ανακρίβειας βιβλίων Γ_ κατηγορίας κ.λπ.). Είναι ευνόητο επίσης ότι καταλογισθείσες από τον έλεγχο παραβάσεις K.Φ.Σ. ή K.B.Σ. μπορεί να επαναξιολογούνται με βάση τα επικαλούμενα ή προσκομιζόμενα από τον επιτηδευματία στοιχεία, αναλόγως δε του αποτελέσματος διαμορφώνεται η τελική κρίση - πρόταση επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων.

8. H προβλεπόμενη από την παράγραφο 5 του άρθρου 10 της απόφασης μείωση των πρόσθετων φόρων ή προσαυξήσεων κατά τις γενικές διατάξεις -και όχι δηλαδή στο 1/4 ή στο 1/3- σε περιπτώσεις μη υποβολής δήλωσης, αφορά όλες γενικά τις φορολογίες, συμπεριλαμβανομένης και της φορολογίας εισοδήματος.

9. Το άρθρο 11 αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε καταλογιστικές πράξεις που συμπίπτει να είναι εκκρεμείς κατά το χρόνο που συζητείται η επίλυση των διαφορών του τακτικού ελέγχου, είτε κατά το άρθρο 10 είτε κατά το άρθρο 12. Συνεπώς, ο προβλεπόμενος από το εν λόγω άρθρο 11 τρόπος καθώς και διαδικασία επίλυσης των διαφορών δεν καταλαμβάνουν σε καμία περίπτωση άλλες καταλογιστικές πράξεις, όπως π.χ. πρόστιμα K.B.Σ. από προληπτικό έλεγχο ή φυλλα ελέγχου ή πράξεις προσωρινού ελέγχου, που είναι μεν εκκρεμείς αλλά δεν αφορούν επιτηδευματίες που ελέγχθηκαν είτε με βάση την απόφαση είτε με τις γενικές διατάξεις και εκκρεμεί η επίλυση των σχετικών φορολογικών διαφορών κατά τα άρθρα 10 ή 12.

10. Επί επίλυσης των διαφορών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12, προβλέπεται μεν ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 10, όχι όμως και των διατάξεων της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές και σε ότι αφορά την αντιμετώπιση των βάσει ελέγχου τυχόν διαφορών της κατά περίπτωση φορολογητέας ύλης και άλλα συναφή θέματα, εξακολουθούν να ισχύουν τα προβλεπόμενα από τις γενικές διατάξεις (άρθρα 70 ν. 2238/1994, 42 ν. 1642/1986).

11. Οπως είναι γνωστό, επί επιτηδευματιών - νομικών και λοιπών προσώπων του πρώην άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955, ο φόρος εισοδήματος είτε επεβάλετο, ανάλογα με το οικονομικό έτος και τη μορφή των προσώπων αυτών, στα ίδια τα εν λόγω πρόσωπα, είτε βάρυνε τους εταίρους ή τα μέλη τους, ανάλογα με τα κατανεμόμενα βάσει των ποσοστών συμμετοχών τους κέρδη.

κατόπιν αυτών και για λόγους ισονομίας, σημειώνεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 εκτός από τα ίδια τα παραπάνω πρόσωπα καταλαμβάνουν επίσης και τους εταίρους ή τα μέλη τους, εφόσον βεβαίως πρόκειται για χρήσεις για τις οποίες τα μέλη ή οι εταίροι βαρύνονται με το φόρο εισοδήματος και προκύπτουν σε βάρος τους σχετικές διαφορές.

12. Σε ότι αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 14 σε περιπτώσεις επίλυσης των διαφορών υποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 12 της απόφασης, σημειώνεται ότι τα ποσά φόρων, τελών, εισφορών και προστίμων που τυχόν έχουν βεβαιωθεί λόγω άσκησης της προσφυγής (προβεβαίωση) και εφόσον αυτά έχουν καταβληθεί, συμψηφίζονται με τα καταβλητέα κατά τις πιο πάνω διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 14 ποσά και καταβάλλεται μόνο η τυχόν εναπομένουσα διαφορά.

13. Από παραδρομή, στον πίνακα προσθέτων φόρων - προσαυξήσεων που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο ΠOΛ. 1183/25.6.98 και στη στήλη φόρου εισοδήματος, αναγράφεται ότι για την χρήση 1992 ισχύουν οι προσαυξήσεις και οι μειώσεις της χρήσης 1991, ενώ το ορθό είναι ότι ισχύει το ίδιο καθεστώς που ισχύει και για τη χρήση 1993. Ορθή επανάληψη του πίνακα επισυνάπτεται στην παρούσα.

IV. Διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του 1/5

1. Στις ΔOY που εφαρμόζεται το σύστημα TAXIS, το ποσό που τελικά προκύπτει από την επίλυση των διαφορών βεβαιώνεται στο σύνολό του κατά πράξη και από το ποσό αυτό εισπράττεται το 1/5 κατά την επίλυση της διαφοράς ή εντός των δύο επόμενων από την επίλυση της διαφοράς εργάσιμων ημερών. Τα υπόλοιπα 4/5 εισπράττονται σε όσες δόσεις ορίζονται από το άρθρο 14 της απόφασης.

Εφόσον δεν εισπραχθεί το ανωτέρω ποσό του 1/5 εμπρόθεσμα, γεγονός που επιφέρει ακύρωση του συμβιβασμού, το τμήμα που συνέταξε τον οικείο χρηματικό κατάλογο προβαίνει στη διαγραφή των χρεών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο με αιτιολογία τη μη επίτευξη επίλυσης των διαφορών και αντίγραφο της πράξης διαγραφής τίθεται στο φάκελο του επιτηδευματία.

Το TAXIS θα προσαρμόσει τα προγράμματά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις της απόφασης και θα αποστείλει περαιτέρω οδηγίες στις ΔOY όταν αυτά εγκατασταθούν.

2. Στις ΔOY που εφαρμόζονται το παλαιό μηχανογραφημένο σύστημα (138 ΔOY), το ποσοστό 1/5 για όλες τις χρήσεις για τις οποίες επέρχεται επίλυση των διαφορών μπορεί να προεισπράττεται με ένα διπλότυπο ανά φορολογία (π.χ. σε υπόθεση που περαιώνεται για πέντε χρήσεις και προκύπτουν διαφορές από φορολογία εισοδήματος, από ΦΠA και από πρόστιμα του KBΣ, για την προείσπραξη του 1/5 θα εκδοθούν τρία διπλότυπα, ένα για το Φ.E., ένα για το ΦΠA και ένα για τα πρόστιμα του KBΣ).

Για το σύνολο της οφειλής που προέκυψε από την επίλυση των διαφορών, θα συντάσσονται χρηματικοί κατάλογοι, ανά χρήση και είδος φόρου, από τα αρμόδια τμήματα.

Το 1/5 θα αποτελεί ξεχωριστή εγγραφή στους χρηματικούς καταλόγους. Τα υπόλοιπα 4/5 θα καταβάλονται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις και τα οριζόμενα στο άρθρο 14 της απόφασης.

Προκειμένου να εκδοθούν τα διπλότυπα είσπραξης του 1/5, τα αρμόδια τμήματα θα εκδίδουν σημειώματα ανά είδος φόρου, στα οποία θα αναγράφονται τα ποσά του 1/5 που πρέπει να καταβληθούν. Επί του σημειώματος θα συμπληρώνεται, μετά την καταβολή, ο αριθμός και η ημερομηνία του διπλοτύπου είσπραξης.

Για το παραπάνω θέμα θα τύχετε και περαιτέρω οδηγιών από τους υπεύθυνους για το μηχανογραφημένο σύστημα των 138 ΔOY.

3. Στις μη μηχανογραφημένες ΔOY, θα ακολουθείται η κατωτέρω διαδικασία:

Τα αρμόδια τμήματα θα εκδίδουν σημειώματα για την καταβολή του 1/5, ανά είδος φόρου, στα οποία θα γίνεται ανάλυση κατά χρήση. Στη συνέχεια θα εκδίδεται ένα διπλότυπο ανά είδος φόρου, το οποίο θα συμπεριλαμβάνει αναλυτικά τις χρήσεις. Επί του σημειώματος θα συμπληρώνεται, μετά την καταβολή, ο αριθμός και η ημερομηνία του διπλοτύπου είσπραξης.

Για το σύνολο της οφειλής που προέκυψε από την επίλυση των διαφορών, θα συντάσσονται χρηματικοί κατάλογοι από τα αρμόδια τμήματα, ανά χρήση και είδος φόρου, στους οποίους θα αναγράφεται και η καταβολή του 1/5. Τα υπόλοιπα 4/5 θα καταβάλλονται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις και τα οριζόμενα στο άρθρο 14 της απόφασης.

V. Τελικές παρατηρήσεις

Από την επικοινωνία με ΔOY όλης της χώρας και την υπάρχουσα πληροφόρηση, προκύπτει ότι σε πολλές, ιδίως περιφερειακές ΔOY, δεν έχει αρχίσει ακόμη η εφαρμογή της απόφασης, με δικαιολογία την έλλειψη προσωπικού ή την αναγκαστική και συνεχή ενασχόληση των ελεγκτών με άλλες υποχρεώσεις. Τονίζεται λοιπόν ιδιαίτερα στους προϊσταμένους ΔOY και στους επόπτες ελέγχου ότι κύρια αποστολή των φορολογικών υπηρεσιών είναι το ελεγκτικό έργο και για το σκοπό αυτό θα πρέπει να μεριμνήσουν για άμεση εντατικοποίηση των ελέγχων, κατανέμοντας και αξιοποιώντας κατάλληλα το υπάρχον ελεγκτικό δυναμικό. Oι αρμόδιοι Επιθεωρητές παρακαλούνται να παρακολουθήσουν στενά το θέμα αυτό, παρέχοντας στις ΔOY που εποπτεύουν τις κατάλληλες εντολές και οδηγίες.

Επισυνάπτεται: Ενας πίνακας προσθέτων φόρων προσαυξήσεων.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ