Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

ΚΦΑΣ

ΠΟΛ. 1155/22-5-2002 Περαίωση ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων επιτηδευματιών με βιβλία Α' ή Β' κατηγορίας του Κ Β Σ ή χωρίς υποχρέωση τήρησης βιβλίων, χρήσεων 1998 και παλαιότερων

ΥΠΟΙΚ 1044171/1369/ΔΕ-Α/ΠΟΛ.1155/22-5-2002 ΦΕΚ Β΄ 657/27.5.2002 Περαίωση ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων επιτηδευματιών με βιβλία Α' ή Β' κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή χωρίς υποχρέωση τήρησης βιβλίων, χρήσεων 1998 και παλαιότερων.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Εχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 28 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110).

2. Τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 8 του άρθρου 66 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ Α' 151), όπως ισχύουν, καθώς και τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998 (ΦΕΚ Α' 81).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α' 43).

4. Την 1100383/1330/Α 0006/31-10-2001 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών "Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομικών" (ΦΕΚ B' 1485).

5. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

Καθορίζουμε προαιρετικό, ειδικό τρόπο επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις ανέλεγκτες φορολογικές υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ, επιτηδευματιών με βιβλία Α` ή Β` κατηγορίας του ΚΒΣ ή χωρίς υποχρέωση τήρησης βιβλίων, χρήσεων 1998 και παλαιότερων, με σκοπό την περαίωση αυτών, ως ακολούθως:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α`

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ.

ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αρθρο 1

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

1. Στη ρύθμιση που καθορίζεται με την απόφαση αυτή υπάγονται:

α. Οι ανέλεγκτες υποθέσεις επιτηδευματιών που αφορούν χρήσεις 1993 έως και 1998 για τις οποίες τηρήθηκαν βιβλία Β` κατηγορίας του ΚΒΣ, με μέσο όρο δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων στη φορολογία εισοδήματος, ανά υπαγόμενη χρήση, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

αα. Επί εμπορικών, τεχνικών και γεωργικών επιχειρήσεων :

* Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή μεταποίησης - παραγωγής, μέχρι 75.000.000 δραχμές.

* Επί μικτών επιχειρήσεων, μέχρι 75.000.000 δραχμές, εφόσον ο μέσος όρος των δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών, ανά υπαγόμενη χρήση, είναι μέχρι 25.000.000 δραχμές. Εξαιρετικά, το όριο των 25.000.000 δραχμών του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά 5.000.000 δραχμές για κάθε υπάλληλο που αποδεδειγμένα απασχολήθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά την τελευταία υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση, με ανώτατο όριο τις 37.500.000 δραχμές.

* Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, μέχρι 25.000.000 δραχμές, εφαρμοζομένων ανάλογα των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης υποπερίπτωσης.

ββ. Επί ελεύθερων επαγγελματιών, μέχρι 25.000.000 δραχμές. β. Οι ανέλεγκτες υποθέσεις επιτηδευματιών που αφορούν τις ίδιες πιο πάνω χρήσεις, για τις οποίες τηρήθηκαν βιβλία Α` κατηγορίας του ΚΒΣ, ανεξαρτήτως ύψους αγορών, ή δεν τηρήθηκαν βιβλία επειδή δεν υπήρχε σχετική υποχρέωση.

2. Από τις υποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται:

α. Οι υποθέσεις επιτηδευματιών, εφόσον έστω και για μία υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση:

αα. Υπάρχουν κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτουν ουσιαστικές παραβάσεις του ΚΒΣ.

ββ. Προκύπτει αναμφισβήτητα από υφιστάμενες παραβάσεις του ΚΒΣ ή δελτία πληροφοριών ή στοιχεία άλλης αρχής, η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η λήψη εικονικών ή η νόθευση φορολογικών στοιχείων. γγ. Δηλώθηκε ή διαπιστώθηκε απώλεια βιβλίων ή στοιχείων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η απώλεια οφείλεται σε πυρκαγιά, σεισμό, πλημμύρα ή θεομηνία.

β. Υποθέσεις που αφορούν χρήσεις για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ή εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ. Στις περιπτώσεις αυτές εξαιρούνται και οι επόμενες χρήσεις.

γ. Υποθέσεις που αφορούν χρήσεις για τις οποίες ενώ υπήρχε υποχρέωση τήρησης βιβλίων Γ` κατηγορίας, τηρήθηκαν βιβλία κατώτερης κατηγορίας ή δεν τηρήθηκαν βιβλία. Στις περιπτώσεις αυτές εξαιρούνται και οι επόμενες χρήσεις.

δ. Υποθέσεις που αφορούν χρήσεις οι οποίες έπονται υπαγόμενων στη ρύθμιση χρήσεων για τις οποίες τηρήθηκαν βιβλία Γ` κατηγορίας του ΚΒΣ ή δεν τηρήθηκαν βιβλία αν και υπήρχε σχετική υποχρέωση.

ε. Υποθέσεις που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς φορολογίας πλοίων για τη δραστηριότητα της εκμετάλλευσης του πλοίου.

3. Η εξαίρεση υποθέσεων κατά τα οριζόμενα στις περιπτώσεις α` και β` της προηγούμενης παραγράφου ισχύει εφόσον οι λόγοι εξαίρεσης, αναλόγως της περίπτωσης, συντρέχουν κατά την ημέρα υποβολής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7.

Αρθρο 2

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

1. Για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στη φορολογία εισοδήματος όσο και στη φορολογία ΦΠΑ, στο πλαίσιο της ρύθμισης αυτής, λαμβάνονται υπόψη και συγκρίνονται τα αριθμητικά δεδομένα και οικονομικά μεγέθη που εμφανίζονται στις υποβληθείσες δηλώσεις και τα οικεία συμπληρωματικά στοιχεία φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτά βρίσκονται σε συνάφεια μεταξύ τους, σε συνδυασμό και με την ύπαρξη ή μη ήδη διαπιστωμένων ουσιαστικών παραβάσεων του ΚΒΣ, κατά τα οριζόμενα στις ακόλουθες παραγράφους.

2. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα βάσει δηλώσεων αριθμητικά δεδομένα και οικονομικά μεγέθη βρίσκονται σε συνάφεια μεταξύ τους, συγκρίνονται τα δηλωθέντα σε όλες τις υπαγόμενες χρήσεις ακαθάριστα έσοδα ή οι αγορές, επί βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ, αναγόμενες σε πωλήσεις, με το άθροισμα των ακόλουθων οικονομικών μεγεθών, όπως αυτά επίσης προκύπτουν από τις υποβληθείσες δηλώσεις των ίδιων χρήσεων:

α. Των αγορών, πλην των αγορών παγίων. Στις αγορές αυτές, προκειμένου για βιβλία Β` κατηγορίας του ΚΒΣ, προστίθεται η απογραφή έναρξης της πρώτης υπαγόμενης στη ρύθμιση χρήσης ή επί μη ύπαρξης απογραφής ποσοστό 10% των αγορών της αμέσως προηγούμενης χρήσης, εκτός της περίπτωσης αλλαγής κατηγορίας βιβλίων από την Α` στη Β` κατηγορία και αφαιρείται η απογραφή λήξης της τελευταίας υπαγόμενης στη ρύθμιση χρήσης ή επί μη ύπαρξης απογραφής ποσοστό 10% των αγορών της χρήσης αυτής. Επί βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ, στις αγορές προστίθεται η απογραφή έναρξης της πρώτης υπαγόμενης στη ρύθμιση χρήσης σε περίπτωση που στην αμέσως προηγούμενη χρήση τηρήθηκαν βιβλία Γ` κατηγορίας του ΚΒΣ και αφαιρείται η απογραφή λήξης της τελευταίας υπαγόμενης στη ρύθμιση χρήσης σε περίπτωση που κατά την επόμενη αυτής χρήση τηρήθηκαν βιβλία Γ` κατηγορίας του ΚΒΣ. Σε περίπτωση αλλαγής κατηγορίας βιβλίων από Β` σε Α`, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης αυτής ως προς την απογραφή έναρξης. Προαιρετικές απογραφές δεν λαμβάνονται σε καμιά περίπτωση υπόψη, ανεξαρτήτως κατηγορίας βιβλίων.

β. Των εξόδων και δαπανών.

γ. Ποσοστού 0,7% επί του αθροίσματος των παραπάνω μεγεθών α` και β`, ως αποσβέσεων. Ειδικά επί επιχειρήσεων με κλάδο μεταποίησης, το παραπάνω ποσοστό ορίζεται σε 1%, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα από τον κλάδο αυτό, συνολικά για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, αποτελούν τουλάχιστον το 50% του συνόλου των ακαθαρίστων εσόδων, από όλους τους κλάδους δραστηριότητας, για τις ίδιες χρήσεις. Για τον υπολογισμό αποσβέσεων επί επιχειρήσεων εμπορίας υγρών καυσίμων (πρατήρια) δεν λαμβάνονται υπόψη οι αγορές βενζίνης και πετρελαίου.

δ. Των καθαρών κερδών που αναλογούν στο άθροισμα των παραπάνω μεγεθών α`, β` και γ`, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου μοναδικού συντελεστή καθαρών κερδών (Μ.Σ.Κ.Κ.) και σε περιπτώσεις περισσότερων του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., με την εφαρμογή του μέσου σταθμικού συντελεστή που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών βάσει των προβλεπόμενων Μ.Σ.Κ.Κ., για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, με τα συνολικά δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα των ίδιων χρήσεων. Εξαιρετικά, στις πιο κάτω περιπτώσεις ως καθαρά κέρδη λαμβάνονται :

* Επί ελεύθερων επαγγελματιών, οι καθαρές αμοιβές που προκύπτουν από την εφαρμογή επί των ακαθαρίστων αμοιβών που δηλώθηκαν συνολικά σε όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, του οικείου συντελεστή καθαρών αμοιβών. Ειδικά επί ιατρών συνεργαζόμενων με εταιρίες ιατρικών υπηρεσιών - Διαγνωστικά Κέντρα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 4 της απόφασης 1016672/1038/ΠΟΛ 1045/1999.

* Επί επιχειρήσεων εμπορίας υγρών καυσίμων (πρατήρια - βιβλίο Αγορών), τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή επί του συνόλου των αγορών που δηλώθηκαν για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, του οικείου Μ.Σ.Κ.Κ. επί αγορών (Κ.Α. 44214 : 1,2%).

3. Η τυχόν αρνητική διαφορά που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο κατανέμεται ισομερώς σε όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις και τα επί μέρους ποσά των διαφορών που αναλογούν σε κάθε χρήση προσαυξάνουν τα δηλωθέντα αντίστοιχα ακαθάριστα έσοδα. Προκειμένου περί βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ, εφαρμόζονται ανάλογα τα ανωτέρω με προηγούμενη αναγωγή της αρνητικής διαφοράς σε αγορές. Η προκύπτουσα αρνητική διαφορά μειώνεται κατά 10% πριν την κατανομή της εφόσον η επιχείρηση τελούσε σε αδράνεια για διάστημα μεγαλύτερο από μία χρήση ή γεγονότα ανωτέρας βίας ή ειδικοί λόγοι ή ιδιαίτερες συνθήκες επηρέασαν αρνητικά τη λειτουργία της επιχείρησης.

4. Αν για υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις υφίστανται διαπιστωμένες ουσιαστικές παραβάσεις ΚΒΣ, τα τυχόν αποκρυβέντα ακαθάριστα έσοδα ή αγορές, προκειμένου περί βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ, προστίθενται στα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα ή στις δηλωθείσες αγορές, αντίστοιχα, και το προκύπτον άθροισμα προσαυξάνεται κατά 5%.

Εξαιρετικά, το παραπάνω ποσοστό προσαύξησης ορίζεται σε 10% για τις περιπτώσεις παραβάσεων, που αφορούν:

- Μη έκδοση για περισσότερες από μία φορές μέσα στην ίδια χρήση των προβλεπόμενων από τον ΚΒΣ στοιχείων αξίας ή διακίνησης που διαπιστώθηκε από διαφορετικούς ελέγχους.

- Απόκρυψη φορολογητέας ύλης που υπερβαίνει το 10% της δηλωθείσας.

5. Ως ουσιαστικές παραβάσεις για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου θεωρούνται οι παραβάσεις που αφορούν :

- Μη εμφάνιση ή ανακριβή εμφάνιση στα βιβλία που τηρήθηκαν, αγορών ή ακαθάριστων εσόδων ή αμοιβών.

- Μη έκδοση ή έκδοση ανακριβών ως προς την ποσότητα ή την αξία φορολογικών στοιχείων αξίας ή διακίνησης ή λήψη ανακριβών τέτοιων στοιχείων αγορών. Η διακίνηση αγαθών, χωρίς το προβλεπόμενο συνοδευτικό στοιχείο θεωρείται ως μη έκδοση του στοιχείου αυτού.

- Μη τήρηση ή μη εμπρόθεσμη ενημέρωση των πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ και του βιβλίου της παραγράφου 11 του άρθρου 64 του ν. 2065/1992.

6. Διαπιστωμένες θεωρούνται οι παραβάσεις:

α. Για τις οποίες κατά την υποβολή του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7 έχουν ήδη εκδοθεί και επιδοθεί :

- Υπηρεσιακά Σημειώματα Ελέγχου (Υ.Σ.Ε.) από τις υπηρεσίες του Σ.Δ.Ο.Ε.

- Αποφάσεις επιβολής προστίμου ΚΒΣ που είτε έχουν οριστικοποιηθεί, είτε εκκρεμούν στη Δ.Ο.Υ. για διοικητική επίλυση της διαφοράς ή ενώπιον οποιουδήποτε βαθμού δικαστηρίων.

- Ειδικά Σημειώματα Ελέγχου με τις διατάξεις της απόφασης 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998 ή της απόφασης 1063790/1444/ΠΟΛ 1168/2001, άρθρα 3 και επόμενα, κατά περίπτωση, για τα οποία δεν επετεύχθη διοικητική επίλυση των διαφορών.

β. Οι οποίες προκύπτουν από υφιστάμενα κατά την υποβολή του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7 δελτία πληροφοριών ή στοιχεία της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή άλλης αρχής.

7. Εφόσον σε μία ή περισσότερες υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις συντρέχουν συγχρόνως οι λόγοι εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4, τότε συγκρίνονται τα ακαθάριστα έσοδα ή οι αγορές, κατά περίπτωση, που προκύπτουν κατά τις διατάξεις αυτές και λαμβάνονται τελικά υπόψη τα μεγαλύτερα ποσά.

8. Σε περίπτωση που δεν προκύπτουν διαφορές ακαθαρίστων εσόδων με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 ούτε υφίστανται διαπιστωμένες ουσιαστικές παραβάσεις κατά τις παραγράφους 5 και 6, λαμβάνονται υπόψη και γίνονται δεκτά τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα ή οι αγορές, κατά περίπτωση.

Αρθρο 3

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΘΑΡΩΝ ΚΕΡΔΩΝ

1. Τα καθαρά κέρδη, στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας ρύθμισης, προσδιορίζονται, ανά χρήση, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

α. Επί μη ύπαρξης διαπιστωμένων ουσιαστικών παραβάσεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2.

αα. Επί εμπορικών και γεωργικών επιχειρήσεων, πλην των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ`, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου Μ.Σ.Κ.Κ ή του οριζόμενου στην παράγραφο 2.δ` του άρθρου 2 μέσου σταθμικού συντελεστή, επί των προσδιοριζόμενων κατά την παράγραφο 3 ή των λαμβανόμενων κατά την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου ακαθαρίστων εσόδων ή αγορών, κατά περίπτωση.

ββ. Επί εμπορικών επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, καθώς και επί ελεύθερων επαγγελματιών, προσδιορίζονται κατ` αρχήν τα καθαρά κέρδη ή οι αμοιβές που αντιστοιχούν στα τυχόν προκύπτοντα επί πλέον ακαθάριστα έσοδα ή αμοιβές κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 2, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου Μ.Σ.Κ.Κ. ή συντελεστή καθαρών αμοιβών ή του οριζόμενου στην παράγραφο 2.δ` του ίδιου άρθρου μέσου σταθμικού συντελεστή, κατά περίπτωση, και περαιτέρω, το προκύπτον ποσό προστίθεται στα δηλωθέντα καθαρά κέρδη ή τις αμοιβές. Αν δεν προκύπτουν διαφορές ακαθαρίστων εσόδων ή αμοιβών κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 2, λαμβάνονται υπόψη και γίνονται δεκτά τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη ή αμοιβές.

γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στη υποπερίπτωση ββ` εφόσον τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα από τον κλάδο παροχής υπηρεσιών, για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, αποτελούν τουλάχιστον το 50% των συνολικών δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων για τις ίδιες χρήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αα`. Τα ίδια ισχύουν και επί ελεύθερων επαγγελματιών που ασκούν παράλληλα και εμπορική δραστηριότητα.

δδ. Επί τεχνικών επιχειρήσεων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αα`. Εφόσον υφίσταται και κλάδος παροχής υπηρεσιών που δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2238/1994, τότε εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση ββ` ως προς τον κλάδο αυτό.

β. Επί ύπαρξης διαπιστωμένων ουσιαστικών παραβάσεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2.

αα. Επί εμπορικών επιχειρήσεων γενικά, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου Μ.Σ.Κ.Κ ή του οριζόμενου στην παράγραφο 2.δ` του άρθρου 2 μέσου σταθμικού συντελεστή, επί των προσδιοριζόμενων κατά τις παραγράφους 4 και 7 του ίδιου άρθρου ακαθάριστων εσόδων ή αγορών, κατά περίπτωση, προσαυξημένου κατά 25%. Αν οι υφιστάμενες παραβάσεις αφορούν τη διαπίστωση μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβούς ως προς την αξία ή την ποσότητα φορολογικού στοιχείου αξίας ή διακίνησης, για περισσότερες από μια φορές μέσα στην ίδια χρήση από διαφορετικούς ελέγχους ή την απόκρυψη φορολογητέας ύλης που υπερβαίνει το 5% της δηλωθείσας και σε ποσό το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, ο Μ.Σ.Κ.Κ. ή ο μέσος σταθμικός συντελεστής, κατά περίπτωση, προσαυξάνεται κατά 50%.

ββ. Επί τεχνικών επιχειρήσεων, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου Μ.Σ.Κ.Κ. ή του οριζόμενου στην παράγραφο 2.δ` του άρθρου 2 μέσου σταθμικού συντελεστή, κατά περίπτωση, επί των προσδιοριζόμενων κατά τις παραγράφους 4 και 7 του ίδιου άρθρου ακαθαρίστων εσόδων, προσαυξημένου κατά 30%.

γγ. Επί γεωργικών επιχειρήσεων καθώς και επί ελεύθερων επαγγελματιών, με την εφαρμογή του προβλεπόμενου Μ.Σ.Κ.Κ. ή του οριζόμενου στην παράγραφο 2.δ` του άρθρου 2 μέσου σταθμικού συντελεστή ή του συντελεστή καθαρών αμοιβών, κατά περίπτωση, επί των προσδιοριζόμενων κατά τις παραγράφους 4 και 7 του ίδιου άρθρου 2 ακαθάριστων εσόδων ή αμοιβών, προσαυξημένου κατά 20% .

2. Από τα προσδιοριζόμενα, για κάθε χρήση, κατά την προηγούμενη παράγραφο, καθαρά κέρδη ή αμοιβές, αφαιρούνται τα δηλωθέντα ή τα φορολογηθέντα με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, κατά περίπτωση, και η θετική διαφορά αποτελεί τη διαφορά καθαρών κερδών ή αμοιβών της χρήσης.

Αρθρο 4

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

1. Επί ανέλεγκτων υποθέσεων επιχειρήσεων ή ελεύθερων επαγγελματιών που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 33 και 51 του ν.2238/1994, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν.2753/1999, δεν αναζητούνται ποσά φόρων για τις διαφορές καθαρών κερδών ή αμοιβών που προσδιορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, εκτός αν πρόκειται για χρήσεις που υφίστανται διαπιστωμένες ουσιαστικές παραβάσεις ΚΒΣ κατά τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2.

«Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζο νται ανεξάρτητα αν οι επιχειρήσεις ή οι ελεύθεροι επαΥ γελματίες έχουν φορολογηθεί σύμφωνα με το ελάχιστο ποσό εισοδήματος που επροσδιορίζετο κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 και 51 του Ν. 2238/1994, όπως αυτές ίσχυαν, ή με το μεγαλύτερο ποσό εισοδήματος με βάση τα βιβλία τους.»

2. Για τις διαφορές καθαρών κερδών ή αμοιβών που προκύπτουν κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, προσδιορίζονται, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο, διαφορές φόρου εισοδήματος, με την εφαρμογή επί των διαφορών καθαρών κερδών ή αμοιβών κάθε υπαγόμενης στη ρύθμιση χρήσης συντελεστή φορολόγησης, οριζόμενου σε 25% προκειμένου για ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες και σε 35% προκειμένου για λοιπούς υπόχρεους.

3. Για τις διαφορές φόρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν υπολογίζονται προσαυξήσεις και δεν επιβάλλονται πρόστιμα και κάθε είδους κυρώσεις.

Αρθρο 5

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΦΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

« 1. Για τον προσδιορισμό των διαφορών στη φορολογία ΦΠΑ λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζονται ανά χρήση κατά τα οριζόμενα στο άρ θρο 2, αφαιρουμένων των δηλωθεισών εκροών με βάση τις υποβληθείσες εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι τυχόν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις, πωλήσεις παγίων και πράξεις λήπτη.

Η προκύπτουσα διαφορά ακαθαρίστων εσόδων, σε κάθε χρήση, κατανέμεται με βάση την αναλογία των δηλωθεισών στη χρήση εκροών, σε εκροές φορολογητέες κατά συ ντελεστή ΦΠΑ και σε εκροές απαλλασσόμενες χωρίς δι καίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών. Περαιτέρω, για τις προκύπτουσες βάσει της ανωτέρω κατανομής διαφορές φορολογητέων εκροών, προσδιορίζονται οι διαφορές φόρου που αναλογούν, με την εφαρμογή του οικείου κατά περίπτωση συντελεστή ΦΠΑ. Εξαιρετικά, εφόσον πρό κειται για χρήσεις που δεν βαρύνονται με ουσιαστικές πα ραβάσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2 και για τις οποίες από τις υποβληθείσες εκκαθαριστικές δηλώ σεις ΦΠΑ προκύπτει ότι τουλάχιστον το 70% των δηλω θεισών εκροών συνίσταται σε απαλλασσόμενες εκροές με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών, τότε το 50% της πιο πάνω προκύπτουσας διαφοράς ακαθαρίστων εσόδων θεωρείται ότι αφορά απαλλασσόμενες εκροές με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών.»

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου ισχύουν ανάλογα και εν προκειμένω.

Αρθρο 6

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΒΕΒΑΙΩΤΕΟΥ ΦΟΡΟΥ

1. Αν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 δεν προκύπτουν διαφορές φόρων ή αν το άθροισμα των διαφορών των φόρων που προκύπτουν κατά τα άρθρα αυτά, ανά υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση, υπολείπεται των ποσών που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο, τότε τα ποσά αυτά λαμβάνονται ως ελάχιστα ποσά βεβαιωτέου φόρου ανά υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση.

2. Τα ελάχιστα ποσά βεβαιωτέου φόρου ανά υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, ορίζονται ανάλογα με το μέσο όρο των δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων ή αμοιβών των υπαγόμενων στη ρύθμιση χρήσεων, ως ακολούθως:

α. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή μεταποίησης - παραγωγής:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου
  ανά χρήση
μέχρι 5.000.000 δραχμές 60.000 δραχμές
Από 5000001-"- 20.000.000 100.000
-"- 20.000.001 -"-50000000 200.000
"- 50.000.001 -"- 75.000.000 300.000


β. Επί εμπορικών επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου
  φόρου ανά χρήση
μέχρι 5.000.000 δραχμές 60.000 δραχμές
Από 5000001-"- 10.000.000 100.000
-"- 10.000.001-"-15000000 200.000
=-"- 15.000.001 -"-25000000 300.000
=-"- 25.000.001-"-37500000 400.000



γ. Επί ελεύθερων επαγγελματιών:

Μέσος όρος ακαθαρίστων αμοιβών Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου
ανά χρήση ανά χρήση
   
μέχρι 3.000.000 δραχμές 60.000 δραχμές
Από 3.000.001 - 5000000 100.000
-"- 5.000.001-"-10000000 200.000
-"-10.000.001-"-15000000 300.000
-"-15.000.001-"- 25.000.000 400.000



3. Επί μικτών επιχειρήσεων εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην περίπτωση β` της προηγούμενης παραγράφου εφόσον το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων από παροχή υπηρεσιών, για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, αποτελεί τουλάχιστον το 50% του συνόλου των ακαθαρίστων εσόδων από όλες τις δραστηριότητες για τις ίδιες χρήσεις, διαφορετικά εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην περίπτωση α` της ίδιας πιο πάνω παραγράφου. Τα ίδια ισχύουν ανάλογα και για τους ελεύθερους επαγγελματίες με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας.

4. Επί τήρησης βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην περίπτωση α` της παραγράφου 2, με αναγωγή των δηλωθεισών αγορών σε ακαθάριστα έσοδα. Ειδικά στις περιπτώσεις αυτές, το τελευταίο κλιμάκιο ελάχιστου ποσού φόρου των 300.000 δραχμών ισχύει για μέσο όρο ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση από 50.000.001 δραχμές και άνω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β`

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΑΙΩΣΗΣ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΦΟΡΩΝ. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Αρθρο 7

ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΦΟΡΩΝ. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΕΡΑΙΩΣΗΣ

1. Για την υλοποίηση της περαίωσης των ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης, υποβάλλονται από τους επιτηδευματίες που επιθυμούν να υπαχθούν στη ρύθμιση αυτή, ειδικά σημειώματα υπολογισμού των διαφορών φόρων, στα οποία υπολογίζονται οι διαφορές φόρων που προκύπτουν κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων, συνολικά για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις. Η υποβολή των παραπάνω σημειωμάτων γίνεται στη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια στη φορολογία εισοδήματος για την τελευταία υπαγόμενη στη ρύθμιση χρήση, μέχρι τις πιο κάτω ημερομηνίες, ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του ΑΦΜ του επιτηδευματία:

* Μέχρι την 26η Ιουνίου 2002για επιτηδευματίες που ο ΑΦΜ λήγει στο 1.
*-"--"- 28η Ιουνίου 2002-"--"--"- -"--"- -"- -"-2.
*-"--"-1η Ιουλίου 2002-"--"--"--"--"- -"- -"-3.
*-"--"-3η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-4.
*-"--"-5η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-5.
*-"--"-8η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-6.
*-"--"- 10η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-7.
*-"--"- 12η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-8.
*-"--"- 15η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"-9.
*-"--"- 17η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"- 10-50.
*-"--"- 19η Ιουλίου 2002-"--"--"--"- -"- -"- -"- 60-00.


2. Η υποβολή των ειδικών σημειωμάτων της προηγούμενης παραγράφου σημαίνει την ανεπιφύλακτη και αμετάκλητη αποδοχή της παρούσας ρύθμισης και εφόσον καταβληθεί το 1/10 των φόρων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 9, συνεπάγεται την περαίωση των οικείων ανέλεγκτων υποθέσεων ως προς τις φορολογίες εισοδήματος και Φ.Π.Α., με την προϋπόθεση της ορθής μεταφοράς σε αυτά των δεδομένων των δηλώσεων και των οικείων συμπληρωματικών στοιχείων, καθώς και του ορθού υπολογισμού των ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών ή αμοιβών υπό το βάρος των τυχόν παραβάσεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2 και με την επιφύλαξη των οριζόμενων στις επόμενες παραγράφους.

3. Εξαιρετικά, δεν αποτελούν αντικείμενο περαίωσης με βάση την παρούσα ρύθμιση, οι τυχόν διαφορές Φ.Π.Α. που σχετίζονται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 26 του ν. 1642/1986. Για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων αυτών καθώς και την επίλυση και βεβαίωση των οικείων διαφορών, έχουν εφαρμογή οι ισχύουσες γενικές φορολογικές διατάξεις, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 της απόφασης 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998. «Τα παραπάνω ισχύουν ανάλογα και για την έκπτωση ή επιστροφή ΦΠΑ δαπανών κατασκευής κτιριακών εγκατα στάσεων της επιχείρησης.» 4. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 8 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:

4. Η περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων γίνεται υποχρεωτικά για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις. Προϋπόθεση περαίωσης, σε κάθε περίπτωση, είναι η επίλυση, πριν από την υποβολή των ειδικών σημειωμάτων της παραγράφου 1, των τυχόν εκκρεμών φορολογικών διαφορών που αφορούν τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο.

Αρθρο 8

ΕΠΙΛΥΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΗΣΕΙΣ

1. Εάν κατά το χρόνο υποβολής των ειδικών σημειωμάτων του προηγούμενου άρθρου, υφίστανται οποιεσδήποτε καταλογιστικές πράξεις σχετιζόμενες με τη φορολογία εισοδήματος ή ΦΠΑ ή τον ΚΒΣ, που εκκρεμούν στη Δ.Ο.Υ. ή σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ή ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου γενικά προκειμένου ειδικά για προσωρινά φύλλα ελέγχου ή πράξεις εισοδήματος ή ΦΠΑ, οι οποίες αφορούν χρήσεις υπαγόμενες στη παρούσα ρύθμιση, η προηγούμενη επίλυση των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις πράξεις αυτές, με διοικητικό ή δικαστικό συμβιβασμό, κατά περίπτωση, εξαιρουμένων των προστίμων της περίπτωσης β` της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση υποβολής των παραπάνω ειδικών σημειωμάτων και περαίωσης των οικείων υποθέσεων.

2. Κατά την επίλυση των φορολογικών διαφορών των καταλογιστικών πράξεων της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζονται για τον περιορισμό των πρόσθετων φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων, οι ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις. Ειδικά για πράξεις που αφορούν πρόστιμα του ΚΒΣ ή της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 και εκδόθηκαν μέχρι και 10 Σεπτεμβρίου 1997, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2523/1997, εφόσον αυτές είναι ευμενέστερες και με τον όρο ότι σε κάθε περίπτωση το πρόστιμο δεν μπορεί να περιοριστεί σε ποσό μικρότερο του 20% του αρχικά επιβληθέντος προστίμου. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ως προς την εφαρμογή του ν. 2523/1997, ισχύουν και για εκκρεμείς καταλογιστικές πράξεις που αφορούν πρόστιμα της περίπτωσης β` της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο καθώς και πρόστιμα του ΚΒΣ ή της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 που εκκρεμούν ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων ή του Σ.τ.Ε., εφόσον ζητείται από τον υπόχρεο η επίλυση των σχετικών με τα πρόστιμα αυτά φορολογικών διαφορών πριν από την υποβολή των ειδικών σημειωμάτων του προηγούμενου άρθρου. «Ειδικά για εκκρεμείς πράξεις που αφορούν πρόστιμα του ΚΒΣ, έχουν επίσης εφαρμογή κατά την επίλυση των φορολογικών διαφορών οι διατάξεις του άρθρου 1Ο του Ν. 2753/1999, εφόσον αυτές είναι ευμενέστερες.»

3. Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 25 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 2523/1997, εφαρμόζονται ανάλογα και κατά την επίλυση των φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, ανεξάρτητα από το χρόνο στον οποίο ανάγονται οι οικείες φορολογικές διαφορές ή οι πράξεις ή οι παραλείψεις.

4. Η επίλυση της φορολογικής διαφοράς επιφέρει κατάργηση της τυχόν εκκρεμούς φορολογικής δίκης. Για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, αρκεί η προσαγωγή στο Διοικητικό Δικαστήριο ή στο Σ.τ.Ε. απλού αντιγράφου της πράξης επίλυσης της διαφοράς από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή επικυρωμένου αντιγράφου από τον υπόχρεο.

Αρθρο 9

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΦΟΡΩΝ

1. Το συνολικό ποσό διαφορών φόρων και ελάχιστων ποσών φόρων, κατά περίπτωση, που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 4, 5 και 6, για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, βεβαιώνεται, αφού προηγουμένως μετατραπεί σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα. Το 1/10 του ανωτέρω ποσού καταβάλλεται ταυτόχρονα με την υποβολή του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7 και το ποσό που απομένει καταβάλλεται ως ακολούθως:

- Σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, αν η συνολικά βεβαιωθείσα οφειλή είναι μέχρι 18.000 ευρώ.

- Σε δεκαοκτώ (18) ίσες μηνιαίες δόσεις, αν η συνολικά βεβαιωθείσα οφειλή κυμαίνεται από 18.001 έως 54.000 ευρώ.

- Σε είκοσι τέσσερις (24) ίσες μηνιαίες δόσεις, αν η συνολικά βεβαιωθείσα οφειλή υπερβαίνει τα 54.000 ευρώ.

2.«Το ποσό κάθε δόσης, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, προκειμένου ειδικά για ποσά φό ρων των άρθρων 4 και 6, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 300 ευρώ, εκτός από την τελευταία δόση.» Ειδικά στις περιπτώσεις των επιτηδευματιών του άρθρου 1 της απόφασης 1113331/1477/ΠΟΛ 1239/1999, οι παραπάνω δόσεις διπλασιάζονται, μη δυνάμενες να υπερβούν τις είκοσι τέσσερις (24).

3. Η πρώτη δόση, κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα βεβαίωσης. «Εξαιρετικά, στις περιπτώσεις που για τον ίδιο επιτηδευ ματία έχουν βεβαιωθεί ποσά ΦΠΑ σε εφαρμογή των δια τάξεων της παραΥράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 2753/ 1999, η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την 31.10.2002, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων των οφειλόμενων ποσών ΦΠΑ από την παραπάνω αιτία.»

4. Στις περιπτώσεις που η συνολικά βεβαιωθείσα οφειλή της παραγράφου 1 καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7, παρέχεται έκπτωση 5% επί του συνόλου της οφειλής, στην οποία δεν περιλαμβάνονται τα ποσά που προκύπτουν από διαφορές ΦΠΑ.

5. Τα βεβαιούμενα ποσά της παραγράφου 1 που αφορούν φόρους που προκύπτουν κατά το άρθρο 5 εγγράφονται στον ειδικό κωδικό εσόδων 1643 και τα λοιπά ποσά εγγράφονται στον ειδικό κωδικό εσόδων 0644.

6. Τα ποσά που προκύπτουν από την επίλυση φορολογικών διαφορών υποθέσεων του άρθρου 8 βεβαιώνονται και καταβάλλονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις κατά περίπτωση οικείες διατάξεις.

Αρθρο 10

ΤΕΛΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Επί ανέλεγκτων υποθέσεων υπαγόμενων στη ρύθμιση που καθορίζεται με την απόφαση αυτή, που αφορούν επιτηδευματίες για τους οποίους δεν υπήρχε κατά τον ΚΒΣ υποχρέωση τήρησης βιβλίων, υπολογίζονται, βεβαιώνονται και καταβάλλονται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, μόνο τα ελάχιστα ποσά φόρων των πρώτων κατά περίπτωση κλιμακίων που ορίζονται στο άρθρο 6. Σε περίπτωση που έστω και για μία από τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις του ίδιου επιτηδευματία τηρήθηκαν βιβλία Α` ή Β` κατηγορίας του ΚΒΣ, οι χρήσεις για τις οποίες νόμιμα δεν τηρήθηκαν βιβλία αντιμετωπίζονται κατά τα προβλεπόμενα επί βιβλίων Α` κατηγορίας του ΚΒΣ. «Εξαιρετικά, οι πιο κάτω περιπτώσεις αντιμετωπίζονται ως ακολούθως: α. Επί εκμεταλλευτών επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΞΙ), εφόσον για τις υπαγόμενες στη ρύθ μιση χρήσεις καταβλήθηκαν τα προβλεπόμενα τεκμαρτά ποσά ΦΠΑ και σε μία ή περισσότερες από τις χρήσεις αυ τές ασκήθηκε παράλληλα και άλλη δραστηριότητα με βι βλία Α` ή Β/ κατηγορίας του ΚΒΣ, τότε με την περαίωση ως προς τη δραστηριότητα αυτή, κατ` εφαρμογή των οριζο μένων στα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 6, περαιώνεται και η δρα στηριότητα από την εκμετάλλευση του επιβατικού αυτοκι νήτου δημόσιας χρήσης κατά τις αντίστοιχες χρήσεις. Στις περιmώσεις αυτές, το ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου ανά χρήση που προσδιορίζεται Υια την παράλληλη δρα στηριότητα, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6, δεν μπο ρεί να είναι κατώτερο των 100.000 δραχμών. Για τις τυχόν λοιπές χρήσεις που δεν υφίσταται παράλληλη δραστηριό τητα, υπολογίζεται μόνο το ελάχιστο ποσό φόρου του πρώτου κλιμακίου της παραγράφου 2.β του άρθρου 6.

β. Επί εκμεταλλευτών λεωφορείων ενταγμένων σε ΚΤΕΛ, δεν εφαρμόζονται οι διαδικασίες των άρθρων 2, 3, 4 και 5, με την προϋπόθεση ότι δεν υφίστανται ουσιαστι κές παραβάσεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 2 για καμιά από τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, υπολογίζεται, ανά χρήση, μόνο το ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου κατά το άρθρο 6.

γ. Επί επιτηδευματιών με πωλήσεις καπνοβιομηχανικών προϊόντων, για τον υπολογισμό του μέσου όρου των ακα θαρίστων εσόδων προκειμένου να εφαρμοστούν ειδικά οι διατάξεις του άρθρου 6 περί ελάχιστου ποσού βεβαιωτέ ου φόρου, αφαιρείται από το σύνολο των δηλωθέντων πραγματικών ή εξ αναγωγής των αγορών προσδιορισθέ ντων ακαθαρίστων εσόδων, κατά περίmωση, όλων των υπαγόμενων στη ρύθμιση χρήσεων, ποσό ίσο με το 50% του συνόλου των αγορών καπνοβιομηχανικών προϊόντων που δηλώθηκαν στις ίδιες χρήσεις.»

2. Για υπαγόμενες στη ρύθμιση της απόφασης αυτής ανέλεγκτες υποθέσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, για τις οποίες υφίστανται δελτία πληροφοριών ή στοιχεία της Δ.Ο.Υ. ή άλλης αρχής ή έχουν κατασχεθεί ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία, το ειδικό σημείωμα του άρθρου 7 υποβάλλεται εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο αυτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα παραπάνω στοιχεία και χωρίς να βεβαιώνονται και καταβάλλονται ποσά φόρων κατά το άρθρο 9. "Η περαίωση των υποθέσεων αυτών γίνεται αφού προηγηθεί επεξεργασία και έλεγχος των παραπάνω στοιχείων. Ο επιτηδευματίας, μετά την επεξεργασία και τον έλεγχο, κατά τα ανωτέρω, δύναται, εφόσον επιθυμεί, να δεχθεί την περαίωση, κατά τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή, υπό το βάρος των διαπιστώσεων του ελέγχου, εκτός αν από τον έλεγχο και την επεξεργασία των στοιχείων προκύπτουν λόγοι εξαίρεσης της υπόθεσης από τη ρύθμιση, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1."

3. Σε περιπτώσεις υποθέσεων προσωρινών φύλλων ελέγχου ή πράξεων εισοδήματος ή ΦΠΑ της παραγράφου 1 του άρθρου 8, που έχουν ήδη συζητηθεί ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά κατά την υποβολή των ειδικών σημειωμάτων του άρθρου 7 δεν έχουν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις ή έχουν επιδοθεί αλλά δεν έχει ασκηθεί κατ` αυτών έφεση ή αναίρεση και δεν έχει παρέλθει η σχετική προθεσμία, η περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων του επιτηδευματία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 τελεί υπό την προϋπόθεση δικαστικού συμβιβασμού των ανωτέρω διαφορών, μόλις αυτό είναι εφικτό κατά τις κείμενες διατάξεις, ή οριστικοποίησης της οικείας εγγραφής λόγω μη άσκησης έφεσης ή αναίρεσης, οπότε και διενεργείται τελική εκκαθάριση. Εφόσον η κατά τα ανωτέρω τελική εκκαθάριση δεν διενεργηθεί μέχρι 30/9/2002, οι ανέλεγκτες υποθέσεις του επιτηδευματία θεωρούνται ως μη περαιωθείσες και εξαιρούνται της ρύθμισης που καθορίζεται με την απόφαση αυτή, υπαγόμενες σε έλεγχο κατά τις ισχύουσες διατάξεις, συμψηφιζομένων των φόρων που έχουν βεβαιωθεί κατά το άρθρο 9.

4. Για τις υποθέσεις που περαιώνονται στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 7, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης η` της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, όπως αυτές ισχύουν.

5. Τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών που αφορούν χρήσεις που περαιώνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη παράγραφο 2 του άρθρου 7, δύνανται να καταστραφούν από τον επιτηδευματία, χωρίς έγκριση, μετά από ένα έτος από της περαίωσης και εφόσον έχει εξοφληθεί το σύνολο του βεβαιωθέντος ποσού κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο. Τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών δεν καταστρέφονται, εφόσον αφορούν χρήσεις για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 ή χρήσεις για τις οποίες υφίστανται προς έλεγχο λοιπά φορολογικά αντικείμενα πέραν της φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ ή εκκρεμείς καταλογιστικές πράξεις γενικά, οποιουδήποτε φορολογικού αντικειμένου, είτε στη Δ.Ο.Υ. είτε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου.

6. Σε περίπτωση ανακριβούς μεταφοράς των δεδομένων των δηλώσεων και των οικείων συμπληρωματικών στοιχείων καθώς και των διαπιστωμένων ουσιαστικών παραβάσεων, στο ειδικό σημείωμα του άρθρου 7, η υπόθεση θεωρείται ως μη περαιωθείσα στο σύνολό της και όλες οι υπαχθείσες στη ρύθμιση χρήσεις υπόκεινται σε άμεσο έλεγχο, εφαρμοζομένων ανάλογα των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 13 της απόφασης 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998.

7. Για τις μη υπαγόμενες καθώς και για τις εξαιρούμενες από την παρούσα ρύθμιση ανέλεγκτες υποθέσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, έχουν εφαρμογή από πλευράς ελέγχου και εν γένει ελεγκτικής διαδικασίας, οι ισχύουσες κατά περίπτωση σχετικές διατάξεις.

8. Επί επιτηδευματιών με ανέλεγκτες υποθέσεις υπαγόμενες στην παρούσα ρύθμιση, για τους οποίους υφίστανται ανέλεγκτες χρήσεις 1992 και παλαιότερες, η περαίωση των χρήσεων αυτών ενεργείται κατ` εφαρμογή της απόφασης 1049691/3184/ΠΟΛ 1099/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή του ειδικού σημειώματος του άρθρου 7, με αποδοχή από τον επιτηδευματία του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 της πιο πάνω απόφασης ειδικού εκκαθαριστικού σημειώματος. Για τη βεβαίωση και καταβολή των φόρων, τελών και λοιπών υποχρεώσεων που προκύπτουν από την κατά τα ανωτέρω περαίωση, ισχύουν τα οριζόμενα από τις οικείες διατάξεις της ίδιας ως άνω απόφασης.

9. Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον επιτηδευματία, της κατά την προηγούμενη παράγραφο περαίωσης των ανέλεγκτων χρήσεων 1992 και παλαιότερων με βάση την απόφαση 1049691/3184/ΠΟΛ 1099/1994 ή εξαίρεσης των ανωτέρω χρήσεων από την εν λόγω απόφαση, κατά το άρθρο 4 αυτής, ενεργείται έλεγχος των χρήσεων αυτών κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

10. Υποθέσεις που ελέγχθηκαν κατά τον οριζόμενο από την απόφαση 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998 τρόπο, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις 1075331/1453/ΠΟΛ 1231/2000 και 1063790/1444/ΠΟΛ 1168/2001, άρθρα 1 και 2, οι οποίες τελικά δεν περαιώθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 της παραπάνω απόφασης 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998, μπορούν να περαιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μέχρι 30/6/2002 ή μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επίδοση σχετικής έγγραφης πρόσκλησης από την αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία, με βάση τα αποτελέσματα του ήδη διενεργηθέντος ελέγχου, εφόσον μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας απόφασης δεν έχουν εκδοθεί σημειώματα ελέγχου της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του ΚΒΣ ή οποιουδήποτε είδους καταλογιστικές πράξεις κατ` εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 13 της ίδιας ως άνω απόφασης 1061203/1148/ΠΟΛ 1144/1998 ή συνεπεία προσωρινού ελέγχου. Τα παραπάνω ισχύουν ανάλογα και επί υποθέσεων που ελέγχθηκαν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3 και επόμενα της απόφασης 1063790/1444/ΠΟΛ 1168/2001 και δεν περαιώθηκαν κατά το άρθρο 7 της απόφασης αυτής.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 22 Μαίου 2002 Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!