Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

Νομολογία

ΣτΕ 1354/2018

Αριθμός 1354/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Ι. Σύμπλης, Π. Τσούκας, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 7 Φεβρουαρίου 2018 αίτηση: των : 1. ... 30. ... οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Νικόλαο Καραμέτο (Α.Μ. 24303), κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους:

1) Δέσποινα Γάκη και

2) Δημήτριο Φαρμάκη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ΠΟΛ. 1180/22.11.2017 (ΦΕΚ Β΄ 4317/11.12.2017) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και της Υφυπουργού Οικονομικών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δικηγόρο, ο οποίος παρέστη για τους αιτούντες και ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους εκπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί παράβολο ύψους 150 ευρώ (βλ. e-παράβολο 18996637495804100031) και η οποία έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, με την από 26.2.2018 πράξη της Προέδρου του, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1180/22.11.2017 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και της Υφυπουργού Οικονομικών, με θέμα «Ανακαθορισμός των τιμών ζώνης του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται στις Α΄ και Γ΄ Ζώνες της Δημοτικής Ενότητας Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού της Περιφερειακής Ενότητας Βόρειου Τομέα Αθηνών» (Β΄ 4317/11.12.2017), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή ζώνης των ακινήτων για τη Γ΄ ζώνη Φιλοθέης σε 3.650 ευρώ, με ισχύ από 8.6.2016. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της 2334/2016 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία

(α) ακυρώθηκε η ΠΟΛ. 1009/18.1.2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Γ΄ ζώνης Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού και

(β) ορίστηκε ως χρόνος έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος η 8.6.2016.

2. Επειδή, το άρθρο 36 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει (κατόπιν της αντικατάστασής του με το άρθρο 21 του ν. 4274/2014, Α΄ 147), ορίζει ότι

«1. Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως [...] σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ [...]. [...] Αν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιονδήποτε άλλο λόγο το παράβολο αποδίδεται. Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Το Συμβούλιο εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμα και αν απορρίπτεται το ένδικο μέσο. Επί προφανώς απαραδέκτου ή αβασίμου ενδίκου μέσου, μπορεί να απαγγείλει ως και τον εικοσαπλασιασμό του παραβόλου. [...]».

Εξάλλου, η παράγραφος 6 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), ορίζει ότι

«Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους.».

3. Επειδή, η προβλεπόμενη από το άρθρο 36 του π.δ. 18/1989 υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως ιδιώτη διαδίκου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας του Δικαστηρίου και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, γι’ αυτό και η τύχη του (απόδοση ή κατάπτωση) συναρτάται, καταρχήν, με την έκβαση της δίκης, ήτοι την αποδοχή του ενδίκου βοηθήματος ή την απόρριψή του, ως απαράδεκτου ή αβάσιμου (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1619/2012, Ολομ. 601/2012, Ολομ. 1852/2009).

4. Επειδή, σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που ασκείται (με κοινό δικόγραφο) από περισσότερα του ενός πρόσωπα, ακόμα κι αν αυτά συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι οι αιτούντες (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2910/1984 - πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4134/2000, Ολομ. 3937/2000, 119/2018 κ.ά.), η δε κρίση του Δικαστηρίου επί καθεμίας από αυτές διενεργείται αυτοτελώς (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2910/1984), πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση μπορεί, αφενός, να απορριφθεί ως προς ορισμένους από τους αιτούντες και, αφετέρου, να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από άλλους (βλ. λ.χ. διατακτικό της απόφασης ΣτΕ 2334/2016 επταμ.).

5. Επειδή, από το συνδυασμό των αναφερόμενων στις δύο προηγούμενες σκέψεις προκύπτει αβίαστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Πράγματι, σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος (ενδεχομένως, δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υπόθεσης, και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ενδίκων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. ¶λλως, δηλαδή υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι αρκεί η πληρωμή ενός μόνο παραβόλου για όλους τους αιτούντες, υπονομεύονται ο σκοπός και το ωφέλιμο αποτέλεσμα του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, με τις εντεύθεν επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, το οποίο, άλλωστε, εάν δεχθεί την αίτηση για ορισμένους από τους διαδίκους και απορρίψει αυτήν (λ.χ. ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος) ως προς τους λοιπούς, αποδίδει το (μοναδικό καταβληθέν) παράβολο στους νικήσαντες διαδίκους, χωρίς να μπορεί να διατάξει την κατάπτωσή του ως προς τους ηττηθέντες (βλ. λ.χ. διατακτικό της απόφασης ΣτΕ 2334/2016 επταμ.), παρά τα ρητώς και σαφώς οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 36. Εξάλλου, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου (150 ευρώ) χωριστά για καθέναν από τους αιτούντες συνιστά θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας εκάστου εξ αυτών, διότι, εφόσον είναι επιτρεπτή η επιβολή υποχρέωσης καταβολής παραβόλου 150 ευρώ σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που ασκείται από ένα πρόσωπο, επιτρέπεται, κατά λογική αναγκαιότητα, να επιβληθεί και υποχρέωση καταβολής παραβόλου 150 ευρώ χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα τα οποία ζητούν από κοινού, με ένα δικόγραφο, την ακύρωση ορισμένης διοικητικής πράξης. Παράλληλα, η άσκηση από τους ιδιώτες της προβλεπόμενης στο νόμο δικονομικής δυνατότητας να ασκήσουν από κοινού αίτηση ακυρώσεως, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ναι μεν θεραπεύει σκοπούς αναγόμενους και στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που μπορεί να εξυπηρετείται μέσω της έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης επί κοινής αιτήσεως περισσότερων προσώπων, αντί της έκδοσης περισσότερων αποφάσεων επί αυτοτελών αιτήσεων των προσώπων αυτών, αλλά

(i) η ως άνω δυνατότητα δεν συνιστά έκφανση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος των ιδιωτών για παροχή έννομης προστασίας έναντι εκτελεστών διοικητικών πράξεων (ανεξαρτήτως του ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται σε κατηγορίες διοικητικών διαφορών, όπως η παρούσα, που αφορούν στην επιβολή φορολογικών βαρών), δεδομένου ότι πρόκειται για ατομικό δικαίωμα εκάστου προσώπου, παρεχόμενου για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του (“Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει” - “Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως […] υπό […] δικαστηρίου […] το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του ποινικής κατηγορίας ποινικής φύσεως”) και όχι για συλλογικό δικαίωμα ομαδικής προσφυγής στο Δικαστήριο περισσότερων προσώπων, όπως, άλλωστε, συνάγεται εξ αντιδιαστολής και από το άρθρο 10 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα αναφοράς τόσο ως ατομικό όσο και ως συλλογικό δικαίωμα (“Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα […]”) και

(ii) η άσκηση της παραπάνω δικονομικής δυνατότητας άγει στη δημιουργία περισσότερων αυτοτελών εννόμων σχέσεων δίκης, καθεμία εκ των οποίων κρίνεται χωριστά από το Δικαστήριο, στοιχείο που δικαιολογεί τη θέσπιση σχετικών νομοθετικών περιορισμών, όπως ο προαναφερόμενος περί καταβολής χωριστού παραβόλου από τους αιτούντες, ώστε να διασφαλίζεται, κατά το δυνατό, η ορθή, σύμφωνη με το σκοπό της και λελογισμένη άσκηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας, προς όφελος και της αποτελεσματικής λειτουργίας του Δικαστηρίου. ¶λλωστε, ακόμα και με την εφαρμογή του ανωτέρω περιορισμού για το παράβολο, η ομοδικία, ως δικονομική δυνατότητα, δεν θίγεται ουσιωδώς και εξακολουθεί να είναι ελκυστική για τους ενδιαφερόμενους, ως μέσο (δικονομικής) ένωσης των δυνάμεών τους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, καθώς τους επιτρέπει να μοιραστούν τα λοιπά έξοδα της δίκης και, ιδίως, της δικηγορικής αμοιβής για το ένδικο βοήθημα και τη συζήτησή του.

6. Επειδή, σε σχέση με τα κριθέντα στις δύο προηγούμενες σκέψεις μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Μ. Πικραμένος και Ι. Σύμπλης και η Πάρεδρος O. Βασιλάκη, που διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Κατά τη σαφή γραμματική διατύπωση των άρθρων 36 παρ. 1 και 3 και 35 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, παράβολο καταβάλλεται «με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου» για «το ένδικο μέσο». Επομένως, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, εν όψει και του σκοπού του, που είναι η αποτροπή της ασκήσεως αστήρικτων ενδίκων μέσων, συνάπτεται αποκλειστικά προς αυτή καθ’ εαυτή την άσκηση του ενδίκου μέσου, δηλαδή την διαδικαστική πράξη με την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής εννόμου προστασίας και προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ζητούμενης προστασίας και το αντικείμενο της δίκης. Οι ανωτέρω διατάξεις ουδόλως θεσπίζουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου για καθένα χωριστά από τους διαδίκους που ενώνονται στο κοινό δικόγραφο στο πλαίσιο του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, εφ’ όσον μάλιστα η ακυρωτική δίκη αφορά την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και όχι αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου, η δε ομοδικία (κατ’ αντίθεση προς τις χαλαρότερες προϋποθέσεις που τάσσονται επί αγωγής) προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον και κοινούς λόγους ακυρώσεως. Ο θεσμός της ομοδικίας προϋποθέτει επίσης ότι όλοι οι ομόδικοι τελούν υπό τις αυτές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και την ζητούμενη έννομη προστασία, είναι δε διαφορετικό το ζήτημα ότι ενώ η επίκληση της ομοδικίας είναι κοινή, η απόδειξή της εξετάζεται χωριστά για κάθε διάδικο, όπως ομοίως χωριστά εξετάζεται και η νομιμοποίηση. Επομένως δεν υφίστανται πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, αν δε αυτοί που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας (πρβλ. ΣτΕ 935/2018, 558/2018, 433/2018, 428/2018 κ.ά.) και οι μη ομοδικούντες δικαιούνται (ΣτΕ 2910/1984) και οφείλουν (ΣτΕ 4171/1987) να ζητήσουν έννομη προστασία μετά από χωρισμό δικογράφου και καταβολή παραβόλου για το νέο εισαγωγικό δικόγραφο με συνέπεια να ανοίγει μια νέα, αυτοτελής έννομη σχέση δίκης.

Εξάλλου, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν συναρτάται ούτε με την έκβαση της δίκης, από την οποία εξαρτάται μόνο η τύχη του (κατάπτωση ή απόδοση στους εκ των ομοδίκων νικήσαντες εν όλω ή εν μέρει - βλ. ΣΕ 935/2018 κ.ά.), επομένως ζήτημα καταπτώσεως του παραβόλου εις βάρος των ομοδίκων που δεν νομιμοποιήθηκαν ή δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους δεν τίθεται. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, πρώτον, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα των κρισίμων διατάξεων, ούτε στην όλη οικονομία του συστήματος παροχής εννόμου προστασίας, και ιδίως των θεσμών του παραβόλου, και της ομοδικίας, έτσι όπως έχουν καταστρωθεί στην δικονομική μας τάξη, ούτε προκύπτει σχετική βούληση του νομοθέτη από την εξέλιξη και τις προπαρασκευαστικές εργασίες των οικείων διατάξεων (ιδίως, ούτε εξ αφορμής της προσθήκης παρ. 6 στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004), αντιθέτως, όπου ο νομοθέτης προέβη σε διαφορετικές σταθμίσεις για την υποχρέωση καταβολής παραβόλου σε σχέση με τους ανωτέρω δικονομικούς θεσμούς το έχει ορίσει ρητώς, όπως, ενδεικτικά, με το άρθρο 277 παρ. 8 του ν. 2717/1999 (ΚΔΔ)· και, δεύτερον, θα είχε, αν εφαρμοζόταν με συνέπεια, απροσδόκητες συνέπειες και για άλλα ζητήματα, όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου επί συμπροσβολής συναφών πράξεων, η δικαστική δαπάνη, ενδεχομένως ακόμη και οι υποχρεώσεις κοινοποιήσεως προς την διάδικο αρχή. Πέραν τούτων, δημοσιονομική επιβάρυνση, και μάλιστα του ατομικού δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, την οποία δεν προβλέπει ο νομοθέτης δεν μπορεί να συναχθεί από τον δικαστή και δη κατ’ επίκληση γενικών σκέψεων που διατυπώθηκαν εξ αφορμής διαφορετικών νομικών ζητημάτων (όπως είναι το ζήτημα του προσδιορισμού του ποσού της αγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς). Τυχόν υιοθέτηση αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής θα απονεύρωνε τον δικονομικό θεσμό της ομοδικίας ο οποίος επιδιώκει, εκτός των άλλων, την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους διαδίκους με το μικρότερο δυνατό κόστος χρόνου και διαδικαστικών ενεργειών για το Δικαστήριο.

7. Επειδή, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, καταβολής ενός μόνο παραβόλου (ποσού 150 ευρώ) για αίτηση ακυρώσεως που ασκείται από περισσότερα πρόσωπα, (α) το παράβολο τεκμαίρεται ότι καταβλήθηκε για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από το πρόσωπο το οποίο προτάσσεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, αλλά (β) το εν λόγω τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί, εάν ο πληρεξούσιος δικηγόρος δηλώσει (το αργότερο μέχρι το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο) ότι το παράβολο καταβλήθηκε για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από κάποιον άλλον από τους αιτούντες.

8. Επειδή, εν προκειμένω, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, που έχει υποβληθεί από 31 φυσικά πρόσωπα, καταβλήθηκε ένα μόνον παράβολο (ύψους 150 ευρώ), ενώ, σύμφωνα με τα γενόμενα (κατά πλειοψηφία) ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 5, έπρεπε να έχει καταβληθεί παράβολο για καθέναν από τους αιτούντες. Εξάλλου, στο δικόγραφο προτάσσεται ο αιτών ..., για τον οποίο τεκμαίρεται ότι καταβλήθηκε το παράβολο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη και λαμβανομένου υπόψη ότι ο δικηγόρος των αιτούντων, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δήλωσε ότι, εάν θεωρηθεί ότι απαιτείται η πληρωμή παραβόλου για καθέναν από τους αιτούντες, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να λογισθεί ότι αφορά στην άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως από τον προτασσόμενο στο δικόγραφο. Υπό τα ανωτέρα δεδομένα, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς, όσον αφορά την καταβολή παραβόλου, από το .......... Αντίθετα, το Τμήμα άγεται κατά πλειοψηφία προς την κρίση ότι η παρούσα αίτηση ασκείται, καταρχήν, απαραδέκτως, ελλείψει παραβόλου, σε σχέση με τους υπόλοιπους 30 αιτούντες (υπ’ αριθμ. 2 έως 31). Ωστόσο, ενόψει του ότι ο αντίστοιχος περιορισμός του δικαιώματος των εν λόγω αιτούντων για παροχή ένδικης προστασίας δεν προέκυπτε, κατά τρόπο αρκούντως προβλέψιμο, από τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως έχουν εφαρμοσθεί μέχρι τούδε από το Δικαστήριο, το οποίο, έχει, μεταξύ άλλων, κρίνει εμμέσως (ήτοι, σιωπηρώς), σε παρόμοιες περιπτώσεις προσβολής από περισσότερα πρόσωπα, με κοινό δικόγραφο, κανονιστικής πράξης προσδιορισμού της τιμής ζώνης, ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αρκεί η καταβολή ενός παραβόλου (βλ. λ.χ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ.), η απόρριψη της παρούσας αιτήσεως ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τους αιτούντες υπ’ αριθμ. 2 έως 31, χωρίς να τους χορηγηθεί η δυνατότητα θεραπείας της παραπάνω έλλειψης, εντός ορισμένης προθεσμίας, δεν θα ήταν συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ., ιδίως, ΣτΕ Ολομ. 1619/2012, Ολομ. 1852/2009, ΕΑ 737/2012 πενταμ. - πρβλ. ακόμα ΣτΕ 2066-2069/2016 επταμ., 3705/2015, 2131/2015, 2436/2012 επταμ.).

9. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του αναφερόμενου στη σκέψη 5 ζητήματος της έννοιας του άρθρου 36 (παρ. 1 και 4) του π.δ. 18/1989 καθώς και της μέχρι τούδε σιωπηρής αντίθετης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα αυτό, μαζί με το συναφές ζήτημα της υποχρέωσης καθενός των αιτούντων υπ’ αριθμ. 2 έως 31 για καταβολή παραβόλου εντός εύλογης προθεσμίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 8), πρέπει να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, να οριστεί δε εισηγήτρια ενώπιόν της η Σύμβουλος Σ. Βιτάλη. Δεδομένου, όμως, ότι τα ανωτέρω ζητήματα δεν τίθενται, εν πάση περιπτώσει, για τον προτασσόμενο στο δικόγραφο αιτούντα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις δύο προηγούμενες σκέψεις, το Τμήμα προβαίνει στην περαιτέρω εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως, κατά το μέρος της που ασκείται από τον ...

10. Επειδή, ο πρώτος των αιτούντων (.............) νομιμοποίησε με (εμπροθέσμως προσκομισθέν) συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο τον δικηγόρο Νικόλαο Καραμέτο, ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως και παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

11. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α΄ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43 και διορθ. σφαλμ. Α΄ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα:

«1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών.

2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται:

α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες,

β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. […]».

Στο άρθρο 1 (παρ. 1 και 2) της υπ’ αριθμ. 1067780/82/Γ0013/9.6.1994 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β΄ 549), στην οποία παραπέμπει και η παράγραφος 3 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, η ζώνη και η τιμή ζώνης (ή τιμή εκκίνησης) ορίζονται ως εξής:

«1. Ζώνη γενικά θεωρείται ένα τμήμα πόλης ή χωριού, το οποίο, σύμφωνα με τους πίνακες τιμών, έχει ενιαία τιμή (ΤΖ). Οι ζώνες διακρίνονται σε

α) Κυκλικές ζώνες.

Είναι οι ζώνες που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα μιας πόλης ή ενός χωριού [...]

β) Γραμμικές ζώνες (ΓΖ). Γραμμικές είναι οι ζώνες που αναπτύσσονται κατά μήκος της μίας ή και των δύο πλευρών ενός δρόμου ή ενός τμήματος δρόμου, παράλληλα προς τον άξονα αυτού. [...]

2. Τιμή ζώνης ή τιμή εκκίνησης (ΤΖ). Είναι η ενιαία τιμή αφετηρίας, την οποία έχει κάθε ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη αυτή. Η τιμή ζώνης (ΤΖ) αναφέρεται στη συνολική αξία κτίσματος και οικοπέδου που αναλογεί σε ένα τετραγωνικό μέτρο (μ2) επιφάνειας καινούριας κατοικίας ή διαμερίσματος στον Α΄ όροφο της οικοδομής με πρόσοψη σε ένα μόνο δρόμο.».

Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 261 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) προβλέφθηκε ότι «Για την έκδοση των αποφάσεων του τρίτου εδαφίου, της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, λαμβάνονται υπόψη, εκτός των εισηγήσεων των Επιτροπών του συγκεκριμένου άρθρου και γνώμη του δημοτικού συμβουλίου του δήμου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα.». Εξάλλου, οι φόροι που επιβάλλονται στην ακίνητη περιουσία παραπέμπουν στο κατά άρθρο 41 του ν. 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εντός των περιοχών όπου ισχύει το σύστημα αυτό [άρθρο 24 παρ. 6 ν. 2130/1993 (Α΄ 62), άρθρο 4 ν. 4223/2013 (Α΄ 287)]. Κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, καθώς και της 2334/2016 ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδόθηκε η επίδικη κοινή υπουργική απόφαση, δια της οποίας εχώρησε (με ισχύ από 8.6.2016) ανακαθορισμός της τιμής ζώνης των ακινήτων στη Γ΄ Ζώνη Φιλοθέης.

12. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζεται:

«1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν».

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής λειτουργίας. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται, με σκοπό την προστασία των σχετικών ελευθεριών ή δικαιωμάτων του, μέσω της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης. Ειδικότερα, ο αιτών την ακύρωση κανονιστικής διοικητικής πράξης καθορισμού των τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, κατ’ επίκληση δικαιώματος (πλήρους ή ψιλής) κυριότητας ή επικαρπίας επί ορισμένου ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα στηρίζει, κατ’ ουσίαν, το έννομο συμφέρον του στην ιδιότητά του ως υπόχρεου για τους (κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών) φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, εκείνος που ζητά την ακύρωση της απόφασης κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως κυρίου ορισμένου ακινήτου σε περιοχή στην οποία ισχύει το αντικειμενικό σύστημα και, περαιτέρω, ως υπόχρεου για τους κατ’ αρχήν υπολογιζόμενους βάσει των αντικειμενικών αξιών προαναφερόμενους φόρους (τέλος ακίνητης περιουσίας/Τ.Α.Π. και Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων/ΕΝ.Φ.Ι.Α.), ασκεί με έννομο συμφέρον την αίτησή του μόνο κατά της κανονιστικής ρύθμισης που αφορά στη ζώνη εντός της οποίας κείται το ακίνητό του. Δεδομένου δε ότι, κατά τo νόμο (άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2130/1993 και άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 4223/2013), το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) και ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) βαρύνουν το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία του ακινήτου κατά την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους φορολογίας, εκείνος που επιδιώκει την ακύρωση από το Δικαστήριο της κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο επί του οποίου επικαλείται κυριότητα ή επικαρπία, προκειμένου να θεμελιώσει επαρκώς το έννομο συμφέρον του για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, δεν αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι είχε σε κάποιο χρονικό σημείο στο παρελθόν κυριότητα ή επικαρπία επί του ακινήτου (λ.χ. συμβόλαιο κτήσης του εμπράγματος δικαιώματος και πιστοποιητικό μεταγραφής του στο υποθηκοφυλάκειο ή δήλωση του δικαιώματος στο κτηματολόγιο ή πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. παρελθόντος έτους), αλλά οφείλει να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να καταθέσει νομίμως στο Δικαστήριο πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία (όπως, ιδίως, κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, πιστοποιητικά του υποθηκοφύλακα περί μεταγραφής και ιδιοκτησίας ή αντίγραφο/εκτύπωση της δήλωσης Ε9 ή της διοικητικής πράξης επιβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α.), αναγόμενα στο οικείο έτος φορολογίας, με βάση τα οποία να τεκμηριώνεται επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, ότι αυτός έχει το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμα και, κατ’ ακολουθίαν, την ιδιότητα του βαρυνόμενου με Τ.Α.Π. ή/και ΕΝ.Φ.Ι.Α., κατά τον κρίσιμο χρόνο γένεσης της αντίστοιχης φορολογικής οφειλής, το ύψος της οποίας επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση (βλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ.).

13. Επειδή, εν προκειμένω, ο πρώτος από τους αιτούντες ασκεί την υπό κρίση αίτηση κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως ιδιοκτήτη ακινήτων στην Γ΄ ζώνη Φιλοθέης της δημοτικής ενότητας Φιλοθέης του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού. Η ως άνω προβαλλόμενη ιδιότητα του ιδιοκτήτη ακινήτων εντός της επίδικης ζώνης (και, περαιτέρω, του βαρυνόμενου με τους φόρους που προβλέπονται στα άρθρα 24 του ν. 2130/1993 ή/και 1 επ. του ν. 4223/2013) είναι κατ’ αρχήν ικανή να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του πρώτου των αιτούντων για ακύρωση της κανονιστικής πράξης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης στη ζώνη στην οποία κείται η ιδιοκτησία του, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη (πρβλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ.).

14. Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει, επιπλέον, στο εδάφιο β΄ του άρθρου 33, ότι

«Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προσαχθεί προαποδεικτικώς.»,

στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 25, ότι

«Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.»

και, στο άρθρο 40, ότι

«Κατά τα λοιπά [...] εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [...]»,

σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 εδαφ. β΄ του οποίου «Μαζί με τις προτάσεις, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και [...] όλα τα αποδεικτικά [...] έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο ασκών αίτηση ακυρώσεως οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο, συγκεκριμένα δε, με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση (ώστε, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, να χορηγείται και στον αντίδικο επαρκής δυνατότητα ελέγχου και αντίκρουσης), τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα (λ.χ. του κυρίου ακινήτου) στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του εφόσον βέβαια η ιδιότητα αυτή δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (βλ. ΣτΕ 2334 2337/2016 επταμ.). Εξάλλου, ο διάδικος πρέπει να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο (βλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ.), η δε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα είναι απαράδεκτη, αν το υπόμνημα υπογράφεται όχι από δικηγόρο αλλά από τον διάδικο ή αν δεν κατατεθεί σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών και ενσήμων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 (παρ. 1, 2 και 4) του ν. 4194/2013 (βλ. ΣτΕ 2334, 2337/2016 επταμ.).

15. Επειδή, προκειμένου να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, ο ... επικαλέσθηκε και προσκόμισε παραδεκτώς, με το από 25.4.2018 υπόμνημά του (συνοδευόμενο από γραμμάτιο καταβολής εισφορών και ενσήμων), ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το έτος 2017, στο οποίο εφαρμόζεται η επίδικη υπουργική απόφαση. Σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το ανωτέρω στοιχείο είναι πρόσφορο και επαρκές για την τεκμηρίωση του εννόμου συμφέροντος του πρώτου αιτούντος, για προσβολή της περιεχόμενης στην επίδικη πράξη κανονιστικής ρύθμισης περί καθορισμού της τιμής εκκίνησης των ακινήτων στην Γ΄ ζώνη Φιλοθέης.

16. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση υποβλήθηκε εμπροθέσμως, ασκείται δε παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, όσον αφορά τον πρώτο αιτούντα. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί το βάσιμό της, κατά το μέρος της που ασκείται από τον ...

17. Επειδή, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως και της από 26.2.2018 πράξης της Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ορίστηκε εισηγητής και δικάσιμος της υπόθεσης και ζητήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η αποστολή του φακέλου της υπόθεσης, κοινοποιήθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο στις 21.3.2018 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Δικαστηρίου Ειρήνης Γιαννούτσου). Το Δημόσιο, όμως, δεν απέστειλε στο Δικαστήριο το φάκελο της υπόθεσης και έκθεση των απόψεών του επί της παρούσας αιτήσεως, κατ’ άρθρο 23 του π.δ. 18/1989, παρά μόνο, με το από 30.4.2018 έγγραφό του, που περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα (υπ’ αριθμ. πρωτ. ΣτΕ 2014/2018), παρέσχε πληροφορίες αναφορικά με την προβλεπόμενη στο ν. 4509/2017 (νέα) διαδικασία καθορισμού των τιμών ζώνης ακινήτων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συντρέχει περίπτωση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να αποσταλεί από τη Διοίκηση ο φάκελος της υπόθεσης καθώς και έκθεση απόψεών της, κατ’ άρθρο 23 του π.δ. 18/1989.

Διά ταύτα

Κρίνει ότι η αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτώς από τον πρώτο αιτούντα (...).

Διατάσσει την αποστολή από τη Διοίκηση του φακέλου της υπόθεσης και έκθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 23 του π.δ. 18/1989.

Παραπέμπει στην Ολομέλεια τα αναφερόμενα στις σκέψεις 5 και 8 ζητήματα του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως, κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τους λοιπούς αιτούντες (υπ’ αριθμ. 2 έως 31).

Ορίζει εισηγήτρια ενώπιον της Ολομέλειας τη Σύμβουλο Σ. Βιτάλη.

Αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης, ως προς τον πρώτο αιτούντα (...), ενώπιον του Β΄ Τμήματος.

Διατάσσει την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στους διαδίκους.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2018

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 2018.

Η Πρόεδρος του Β´ Τμήματος Η Γραμματέας

Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!