Οικονομικές Ειδήσεις

Βουλή Η αιτιολογική έκθεση του πολυνομοσχεδίου "Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022"

Βουλή: Η αιτιολογική έκθεση του πολυνομοσχεδίου

ΑΠΕ ΜΠΕ/ΑΠΕ ΜΠΕ/ΣΑΪΤΑΣ

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών

Ίδρυση φορέα άρθρου 2.2 (vi) της από 14.11.2014 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών (ν. 4422/2016) με τη νομική μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγίου Κοσμά 

Άρθρο 1

Ίδρυση φορέα

Με την προτεινόμενη διάταξη ιδρύεται Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων χώρων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού- Αγίου Κοσμά, για το σκοπό της πλήρωσης της με την παρ. vi του Άρθρου 2.2. του ν. 4422/2016 θεσπισθείσας αναβλητικής αίρεσης, σύμφωνα με την οποία η αγοραπωλησία των πωλούμενων μετοχών δυνάμει της σχετικής σύμβασης τελεί, μεταξύ άλλων, υπό την προϋπόθεση της θέσεως σε ισχύ νομοθετικής πράξης, με την οποία θα συστήνεται φορέας επιφορτισμένος με τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διαχείριση και λειτουργία όλων των κοινοχρήστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού εντός του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικώς και μη περιοριστικώς, της διοίκησης λειτουργιών, της συνήθους τακτικής και έκτακτης συντήρησης αυτών και κάθε άλλης σχετικής υπηρεσίας, καθώς και την αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιονδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων, ήτοι ανταποδοτικών και μόνο, χρεώσεων. Ο Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων λαμβάνει τη νομική μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και λειτουργεί προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ο δε Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Φορέα με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών.

Άρθρο 2

Σκοπός και αρμοδιότητες Φορέα

Στο αντικείμενο του σκοπού του ιδρυόμενου Φορέα Κοινοχρήστων χώρων εμπίπτουν, κατά πρώτον, η διαχείριση και η διαρκής λειτουργία ή ετοιμότητα σε λειτουργία όλων των κοινόχρηστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού που βρίσκονται εντός του ακινήτου (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικώς και μη περιοριστικώς της διοίκησης λειτουργιών, της συνήθους τακτικής και έκτακτης συντήρησης αυτών και κάθε άλλης σχετικής υπηρεσίας) και, κατά δεύτερον, η αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιωνδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων χρεώσεων. Ειδικότερα, με την παρούσα ρύθμιση προβλέπεται ότι ο Φορέας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, την περισυλλογή και μεταφορά απορριμμάτων, την παροχή υπηρεσιών ηλεκτροφωτισμού, τη μέριμνα και τη λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους, τη συντήρηση και διαχείριση οδικών υποδομών, την ονομασία των οδών, πλατειών, την τοποθέτηση πινακίδων πληροφορίας και την αρίθμηση κτισμάτων, τη διενέργεια δημοπρατήσεων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έγκριση, τον έλεγχο και την παραλαβή έργων και εργασιών τα οποία ο Φορέας έχει δημοπρατήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, τη συντήρηση και αποκατάσταση ζημιών του πάσης φύσεως εξοπλισμού, καθώς και τη φύλαξή του και την παραλαβή και αποθήκευση των πάσης φύσεως εφοδίων και υλικών συντήρησης, καθώς και τη διαχείριση αυτών. Με την παρούσα, προβλέπεται πρόσθετα ότι στην αρμοδιότητα του Φορέα δεν συμπεριλαμβάνεται η έκταση του Μητροπολιτικού Πάρκου Πρασίνου και Αναψυχής, ότι ο ανωτέρω δύναται να εκδίδει αποφάσεις για τη ρύθμιση θεμάτων της αρμοδιότητάς του και ότι το οικονομικό αποτέλεσμα της λειτουργίας του δύναται να διατίθεται αποκλειστικά και μόνον σε εργασίες συμβατές με την εκπλήρωση του σκοπού του, σύμφωνα με την αρχή της ανταποδοτικότητας και την πάγια και διαμορφωμένη, ήδη από τη δεκαετία του 80’, νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία η έννοια της ύπαρξης κερδών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της ανταποδοτικότητας (ΣτΕ 981/92, 2063/86 και Στε 981/92, 2623/85).

Άρθρο 3

Έδρα Φορέα

Με το παρόν άρθρο προβλέπεται ότι η έδρα του Φορέα ορίζεται εντός των ορίων του Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης και εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά και ότι, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, δύναται να ορίζεται ως έδρα του και άλλος Δήμος εντός του Νομού Αττικής.

Άρθρο 4

Σύνθεση Δ.Σ. Φορέα

Με την παρούσα ρύθμιση ορίζεται εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης, συγκροτούμενο με σχετική κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών. Ειδικότερα, το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από ένα μέλος, υποδεικνυόμενο από τους ΟΤΑ α’ βαθμού εντός των οποίων κείται το ακίνητο, ως Πρόεδρο, του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, τρία μέλη, με τα αναπληρωματικά αυτών, υποδεικνυόμενα από το Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, υποδεικνυόμενο από το Δήμο Γλυφάδας, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, υποδεικνυόμενο από το Δήμο Αλίμου, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τον Υπουργό Εσωτερικών και ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τη Διοίκηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.». Η πλειοψηφία της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου του παρόντος ανήκει στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση δεδομένης της έντονης τοπικότητας από την οποία διακρίνεται η φύση των αρμοδιοτήτων του Φορέα Διαχείρισης, καθώς και του αδιαμφισβήτητου τεκμηρίου αρμοδιότητας που οι ίδιοι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ βαθμού κατέχουν επί των εν λόγω εργασιών καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού κοινοχρήστων χώρων.

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ακόμη ότι τα υποδεικνυόμενα μέλη του Δ.Σ. και οι αναπληρωτές τους γνωστοποιούνται στον Υπουργό Οικονομικών και στον Υπουργό Εσωτερικών από τους υποδεικνύοντες φορείς εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς σχετικής έγγραφης πρόσκλησης, ενώ Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης υπόδειξης μέλους ή μελών και των αναπληρωτών τους εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εσωτερικών  διορίζουν στη θέση των ελλειπόντων μελών πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε αντικείμενα συναφή με τους σκοπούς του Φορέα Διαχείρισης. Με τροποποίηση της απόφασης τους, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εσωτερικών δύνανται να αντικαθιστούν υποδειχθέντα μέλη φορέων, κατόπιν γνωστοποίησης των νέων μελών εκ του αρμοδίου για την υπόδειξη ή ορισμό οργάνου διοίκησης των φορέων  που  συμμετέχουν στο Δ.Σ. του Φορέα Διαχείρισης. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εσωτερικών ο εκτελών χρέη Αντιπροέδρου. Στην πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται  σε σώμα και ορίζονται οι αρμοδιότητες των μελών του. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Τα θέματα της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας, ευθύνης , δήλωσης ασυμβίβαστου, σύγκρουσης συμφερόντων  και οι λοιπές λεπτομέρειες λειτουργίας ρυθμίζονται με  τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του Φορέα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης για τη συμμετοχή εκάστου μέλους στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και να ορίζεται το ύψος και ο τρόπος καταβολής αυτής, σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015, όπως ισχύει. Η λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου διέπεται από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2690/1999, όπως εκάστοτε ισχύει.

Άρθρο 5

Θητεία Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

Με την παρούσα διάταξη, η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα ορίζεται ως τετραετής με δυνατότητα μίας, μόνον, ανανέωσης.

Άρθρο 6

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

Στην προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα είναι αρμόδιο για τη λήψη όλων των αποφάσεων που απαιτούνται για την εκπλήρωση του Σκοπού του Φορέα και ότι το ίδιο δύναται να εξουσιοδοτεί περαιτέρω το Γενικό Διευθυντή του Φορέα για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του. Προβλέπεται πρόσθετα, και για το σκοπό της διαφάνειας των συνεδριάσεων, ότι  κατά τη διάρκειά τους τηρούνται πρακτικά, σε ειδικό βιβλίο, στα οποία καταγράφονται οι απόψεις ή και οι προτάσεις των συμβούλων και οι λαμβανόμενες αποφάσεις, τα οποία υπογράφονται από όλα τα παρόντα μέλη, σε περίπτωση δε αρνήσεως μέλους να υπογράψει γίνεται σχετική μνεία και αναγράφονται οι λόγοι. Ακόμη, οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα δύναται να ηχογραφούνται με  τη μέθοδο της μαγνητοφώνησης. Στην περίπτωση αυτή, οι συνεδριάσεις απομαγνητοφωνούνται και τα πρακτικά απομαγνητοφώνησης συνεδρίασης υπογράφονται στην επόμενη συνεδρίαση από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Ο Φορέας είναι υποχρεωμένος να τηρεί αρχείο των ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων ηχογράφησης των συνεδριάσεων.

Άρθρο 7
Αρμοδιότητες Προέδρου Φορέα

Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Φορέα, ως μονοπρόσωπου οργάνου που συγκαλεί και διευθύνει τις τακτικές και έκτακτες συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και καταρτίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης του Διοικητικού Συμβουλίου, εποπτεύει τις λειτουργίες του Φορέα, εντός του πλαισίου της κείμενης νομοθεσίας και των εξουσιοδοτήσεων που του παρέχονται νομίμως από το Διοικητικό Συμβούλιο και εκπροσωπεί τον Φορέα ενώπιον κάθε δικαστικής, διοικητικής και άλλης δημόσιας αρχής, πιστωτικών ιδρυμάτων και γενικά τρίτων. Προβλέπεται πρόσθετα ότι  σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, αυτός αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο και ότι οι σχετικές αρμοδιότητες δύνανται να μεταβιβάζονται και σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 8

Στελέχωση του Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση θεσμοθετείται η στελέχωση του Φορέα με την πρόβλεψη περί ορισμού του οικείου Γενικού Διευθυντή έπειτα από σχετική πρόσκληση ενδιαφέροντος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου του για το σκοπό αυτό, μέχρι και την πρώτη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 περ. (β) του ν. 4369/2016. Θεσμοθετείται ακόμη η πρόβλεψη περί έγκρισης του οικείου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, στον οποίο προβλέπονται οι θέσεις του αναγκαίου προσωπικού για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και λειτουργιών του Φορέα με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Πρόσθετα, για τη στελέχωση του Φορέα με το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό προβλέπεται η κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης, απόσπαση τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα του παρόντος, μετά από αίτηση των υπαλλήλων και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών με δυνατότητα παράτασης για δύο (2) ακόμη έτη και σχετική εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και η κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης μετάταξη τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα, μετά από σχετική αίτηση των υπαλλήλων και σχετική εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, με κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται από τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Η προαναφερθείσα ρύθμιση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ταχύτερης δυνατής στελέχωσης του Φορέα, του οποίου οι αρμοδιότητες, διαχείρισης κοινοχρήστων χώρων και υποδομών κρίνονται ιδιαίτερα νευραλγικές για την εξυπηρέτηση των ωφελουμένων από την επένδυση δημοτών και πολιτών. Για την πρόσληψη του προσωπικού δύνανται να εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό ανταποδοτικών υπηρεσιών Ο.Τ.Α..https://www.forin.gr/admin/articles/add

Άρθρο 9

Αναθέσεις Συμβάσεων και Προγραμματικές Συμβάσεις

 Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ότι ο Φορέας δύναται να συνάπτει προγραμματικές συμβάσεις, μνημόνια συνεργασίας, συμβάσεις για προμήθειες, εκτέλεση έργων και λήψη υπηρεσιών και να προβαίνει σε αναθέσεις έργων, υπηρεσιών, μελετών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και να συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΟΤΑ Α’ και Β΄ βαθμού, τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, τις δημόσιες επιχειρήσεις και κάθε άλλο αρμόδιο οργανισμό του ευρύτερου δημοσίου τομέα, για την εκπλήρωση του σκοπού του. Ο Φορέας υποχρεούται να τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της δημοσιότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης διάκρισης, ενώ ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες ανάθεσης μελετών, παροχής υπηρεσιών, εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών κινητών πραγμάτων, εξοπλισμού, ανταλλακτικών και συναφών εργασιών, μισθώσεων, εκμισθώσεων, παραχωρήσεων χρήσης, ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων και κάθε άλλης αναγκαίας δραστηριότητας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του Φορέα, δύνανται να ρυθμίζονται με κανονισμό που καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα και εγκρίνεται με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών.

Άρθρο 10

Παραλαβή στοιχείων από τον Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η εγκατάσταση του Φορέα στον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού - Αγίου Κοσμά και η ανάληψη της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του, έπειτα από έγγραφης πρόσκλησης από το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργού Οικονομικών. Ορίζεται ότι η εγκατάσταση του Φορέα μπορεί να υλοποιηθεί τμηματικά και να αναλάβει καθήκοντα σε επιμέρους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και υποδομές, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο έχει παραλάβει από την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Ορίζεται ακόμη ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει να παραδώσει προς το Φορέα το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών, που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση, διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση (τακτική και έκτακτη), εγγύηση λειτουργίας και αντικαταστάσεων, των παραδοτέων προς το Φορέα κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, εγκαταστάσεων, εξοπλισμού και υποδομών.

Άρθρο 11

Πόροι - έσοδα Φορέα

Πόρους και έσοδα του φορέα συνιστούν η επαρκής χρηματοδότηση από το Υπουργείο Οικονομικών για την υλοποίηση του σκοπού του, κάθε άλλο έσοδο από την πραγματική παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, οι χρηματοδοτήσεις, δωρεές, εισφορές, χορηγίες, επιχορηγήσεις, κληρονομιές, κληροδοσίες, καταπιστεύματα και κάθε άλλο έσοδο από κρατική ή ιδιωτική πηγή, ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς, η υπαγωγή και χρηματοδότηση του Φορέα σε προγράμματα ενισχύσεων που προβλέπονται για επενδύσεις σε σχετικές υποδομές και συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας ή/και φυσικών πόρων, καθώς και ποσά προερχόμενα από τα  ανταποδοτικά τέλη που εισπράττουν οι ΟΤΑ Α’ βαθμού εντός των οποίων κείται το ακίνητο, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 12 του παρόντος. Τα ποσά αυτά προσδιορίζονται στη βάση της έκτασης της χωρικής αρμοδιότητας εκάστου ΟΤΑ Α’ βαθμού, από τους προαναφερθέντες, και στη βάση των ιδρυτικών σκοπών του Φορέα Διαχείρισης, στον οποίο και εισφέρονται. Τα ποσά του προηγουμένου εδαφίου παρακρατούνται υποχρεωτικά από τη ΔΕΗ Α.Ε. ή τον εναλλακτικό προμηθευτή από τα έσοδα του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού  των οικείων δήμων και αποδίδονται στο δικαιούχο Φορέα Διαχείρισης. Σε περίπτωση που ο ΟΤΑ α’ βαθμού δεν αποδίδει το εισπραχθέν ποσό του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού που αναλογεί στο Φορέα, τότε με αίτημα του τελευταίου, που υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών, το ποσό αυτό παρακρατείται από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους του υπόχρεου ΟΤΑ.  Η τελευταία προτεινόμενη πρόβλεψη σχετίζεται με τη διάταξη της παρ. vi του Άρθρου 2.2. του ν. 4422/2016 από την οποία προκύπτει ότι ο Φορέας παρέχει υπηρεσίες που κατά κανόνα παρέχονται από τους Δήμους και ως εκ τούτου, η χρηματοδότησή του θα βασιστεί στο μοντέλο των ανταποδοτικών τελών. Δεδομένου ότι τα ανταποδοτικά τέλη συνιστούν μονομερώς επιβαλλόμενες χρηματικές υποχρεώσεις που διακρίνονται από τους φόρους κατά το ότι η καταβολή τους συνδέεται με την παροχή ειδικής ωφέλειας στον υπόχρεο, δηλαδή στην απόλαυση δημόσιας υπηρεσίας ή δημόσιου πράγματος και ότι  κριτήριο για το χαρακτηρισμό ενός τέλους ως ανταποδοτικού είναι αφενός η παροχή υπηρεσίας και αφετέρου η αναλογική σχέση του ύψους του τέλους με το κόστος της υπηρεσίας, ο Φορέας δικαιούται να εισπράττει εντός της χωρικής του αρμοδιότητας κάθε τέλος, το οποίο επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία ως αντιπαροχή σε υπόχρεους που δύνανται να απολαμβάνουν τις αντίστοιχες δημόσιες υπηρεσίες. Το ζήτημα αυτό είναι κεφαλαιώδες, διότι συνιστά το σημείο στο οποίο τέμνονται η οικονομική βιωσιμότητα του Φορέα και η οικονομική αυτοτέλεια και βιωσιμότητα του εκάστοτε ΟΤΑ α’ βαθμού, για την οποία η Πολιτεία υποχρεούται, κατ’ άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος να μεριμνά, και το σημείο στο οποίο επιχειρείται από το νομοθέτη η χάραξη της γραμμής οριοθέτησης της δυνατότητας του κράτους να αναδρομολογεί υφιστάμενους οικονομικούς πόρους από τους Δήμους προς τον Φορέα, δίχως να διακινδυνεύει τις αρχές τις λειτουργίας και οικονομικής διοίκησης των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ και, φυσικά, την οικονομική αυτοτέλεια και βιωσιμότητά τους.

Άρθρο 12

Ανταποδοτικά τέλη

Mε την προτεινόμενη διάταξη αποτυπώνονται στο νόμο τα εισπραττόμενα από το Φορέα Διαχείρισης ανταποδοτικά τέλη. Αυτά είναι τα μεν εισπραττόμενα για τη χρήση πεζοδρομίων, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων και τα δε εισπραττόμενα για φωτισμό και καθαριότητα που αφορούν στις υπηρεσίες καθαριότητας των κοινοχρήστων χώρων, περισυλλογής και αποκομιδής των απορριμμάτων, καθώς και για την αντιμετώπιση των δαπανών ηλεκτροφωτισμού. Στα ως άνω τέλη περιλαμβάνονται οι δαπάνες διεξαγωγής, λειτουργίας και βελτίωσης της αντίστοιχης υπηρεσίας. Ο τρόπος υπολογισμού των ανταποδοτικών τελών της προηγούμενης παραγράφου, το ύψος και ο συντελεστής αυτών, καθώς επίσης και ο τρόπος είσπραξής τους προσδιορίζονται με απόφαση του Φορέα και εγκρίνονται με κοινή υπουργική Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών.

Για τις ανάγκες του παρόντος ορίζεται η έννοια του κοινοχρήστου χώρου ως  δάπεδο χώρων μετά της θέσεως των προσόψεων των ισογείων των οικοδομών και των εγκεκριμένων οικοδομικών γραμμών (στοές και το υπέδαφος αυτών και αποτμήσεις γωνιών οικοδομικών τετραγώνων), οι οποίοι αποτελούν προεκτάσεις πεζοδρομίων και έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση. Στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εμπίπτουν οι «χώροι πρασίνου» εντός του ΜΠΑΑ, οι οποίοι μόνο εξ αποτελέσματος προορίζονται προς κοινή χρήση.

Άρθρο 13

Οικονομικός και Διαχειριστικός έλεγχος Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται ότι για το σκοπό του οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου του Φορέα, λειτουργεί τριμελής Εξελεγκτική Επιτροπή, επιφορτισμένη με τον έλεγχο της πορείας των οικονομικών μεγεθών  του Φορέα. Ο τακτικός οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος του Φορέα ενεργείται  με τη διαδικασία που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις περί Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και την συνδρομή της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

Το διαχειριστικό έτος του Φορέα συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Το πρώτο διαχειριστικό έτος αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της απόφασης έγκρισης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Φορέα και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους της πρώτης δημοσίευσης.

Οι ορκωτοί λογιστές που ασκούν τον τακτικό έλεγχο υποβάλλουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα μέχρι το τέλος Ιουνίου κάθε έτους έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε. Οι εκθέσεις υποβάλλονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα στον Υπουργό Οικονομικών.

Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης του Φορέα.

Άρθρο 14

Απαλλαγές και προνόμια Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι οι κάθε είδους δωρεές, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, χορηγίες, χρηματικές παροχές ή παροχές σε είδος που δίδονται υπέρ του Φορέα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είτε κατά τη σύσταση ή κατά τη λειτουργία του, απαλλάσσονται από κάθε είδους φόρο, τέλος ή τέλος χαρτοσήμου, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή οποιονδήποτε τρίτων με εξαίρεση τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και το φόρο δωρεάς και κληρονομίας.

Ο Φορέας δικαιούται να ζητήσει επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. φορολογικής ή διαχειριστικής περιόδου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η επιστροφή του Φ.Π.Α. θα γίνεται εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης για την επιστροφή του Φ.Π.Α.

ΤΜΗΜΑ Β΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Άρθρο 15

Μεσολάβηση και διαιτησία συλλογικών εργατικών διαφορών

Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ, Ετήσια έκθεση 2017, εκδ. Μάρτιος 2018), όπου αποτυπώνονται τα διαχρονικά στατιστικά δεδομένα εφαρμογής του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), όπως εκάστοτε ίσχυε, οι διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 1876/1990 αποτελούν, κατά μέσο όρο, μόλις το 12,18% των συλλογικών ρυθμίσεων. Μετά δε τις πρόσφατες τροποποιήσεις του ν. 4303/2014 (Α΄ 231), το ποσοστό των διαιτητικών αποφάσεων ανέρχεται μόλις στο 2,65% του συνόλου των συλλογικών ρυθμίσεων.

Συγχρόνως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από το σύνολο των συλλογικών διαφορών που υπήχθησαν στη διαδικασία της μεσολάβησης, το 43% αυτών επιλύθηκαν με κοινή συμφωνία των μερών και τη συνακόλουθη υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, είτε μετά την υποβολή πρότασης από τον μεσολαβητή είτε δίχως καν την ανάγκη υποβολής πρότασης. Το ποσοστό συναινετικής επίλυσης των συλλογικών διαφορών αυξάνεται ακόμη περισσότερο, καθώς από τις υπόλοιπες συλλογικές διαφορές που οδηγήθηκαν τελικά στη διαιτησία, ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 12,19% αυτών επιλύθηκε επίσης συναινετικά από τα μέρη με την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, δίχως την ανάγκη έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι για την πλειονότητα των συλλογικών διαφορών που οδηγούνται σε μεσολάβηση και διαιτησία κατορθώνεται η συναινετική επίλυση με συμφωνία των μερών.

Από την εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων αφενός προκύπτει ότι τα μέρη αξιοποιούν σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία της μεσολάβησης και αφετέρου καταδεικνύεται ότι η μεσολάβηση δεν αποτελεί μια τυπική προδικασία πριν την υποβολή της διαφοράς ενώπιον της διαιτησίας, αλλά αντίθετα λειτουργεί επικουρικά προς τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ενισχύοντάς τες. Συγχρόνως δε, αποδεικνύεται ότι η διαιτησία λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ως επικουρική διαδικασία επίλυσης των συλλογικών διαφορών, επιτελώντας στο ακέραιο τον συνταγματικά κατοχυρωμένο σκοπό της, όπως αυτός ερμηνεύτηκε από την υπ’ αριθ. 2307/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 

Σε ειδικότερη αναφορά προς τη διαδικασία της μεσολάβησης, από τα ανωτέρω στοιχεία και στατιστικά δεδομένα συνάγεται ότι η μεσολάβηση ανέκαθεν αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα κεντρικό συστατικό στοιχείο στη λειτουργία του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων του ν. 1876/1990, που ενισχύει και υποβοηθά τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και συντελεί στη συναινετική επίλυση των συλλογικών διαφορών που άγονται ενώπιον του ΟΜΕΔ.

Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων και προς περαιτέρω ενίσχυση της διαδικασίας της μεσολάβησης, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση των ίδιων των ελεύθερων διαπραγματεύσεων των μερών για την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ενισχύεται η επιβοηθητική λειτουργία της μεσολάβησης, με την εκ νέου εισαγωγή της νομοθετικής πρόβλεψης, κατά την οποία ο μεσολαβητής έχει τη δυνατότητα (και όχι την υποχρέωση, όπως προβλέπεται σήμερα μετά το ν. 4303/2014) να υποβάλει πρόταση μεσολάβησης. Ειδικότερα, ο μεσολαβητής, εφόσον διαπιστώνει ότι υφίσταται ακόμη περιθώριο ελεύθερων διαπραγματεύσεων των μερών και συνεπώς περιθώριο συναινετικής επίλυσης της συλλογικής διαφοράς, έχει τη δυνατότητα να απόσχει αιτιολογημένα από την υποβολή πρότασης, οδηγώντας τα μέρη εκ νέου σε διαπραγματεύσεις, ώστε να εξαντληθεί κάθε περιθώριο επίτευξης κοινής συμφωνίας. Εφόσον, όμως, διαπιστωθεί ότι τα μέρη δεν κατόρθωσαν να οδηγηθούν από κοινού σε επίλυση της διαφοράς, τότε ο μεσολαβητής προχωρά πλέον σε υποβολή της πρότασής του, κοινοποιώντας την στα μέρη.

Συγχρόνως, σε πλήρη αντιστοιχία προς τη γενική αρχή της καλόπιστης συμπεριφοράς, που πρέπει να διαπνέει και τις διαπραγματεύσεις συλλογικών εργατικών διαφορών, ενισχύεται η θέση του μέρους που με συγκαταβατική διάθεση προσήλθε σε συζητήσεις κατά το στάδιο της μεσολάβησης και το οποίο, επιδεικνύοντας καλή πίστη και θέληση συναινετικής επίλυσης της διαφοράς, έκανε αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή. Επαναφέρεται, λοιπόν, εν μέρει, προϊσχύσασα ρύθμιση και ορίζεται ότι το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία παρέχεται στο μέρος που έκανε αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή, ενώ το άλλο μέρος την απέρριψε.

Τέλος, στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την υποβολή πρότασης μεσολάβησης ή την έκδοση διαιτητικής απόφασης προστίθεται ρητά η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού, ενός παράγοντα εξαιρετικά σημαντικού κατά την στάθμιση των συμφερόντων εργαζομένων και εργοδοτών. Υπό το ισχύον πλαίσιο, ο νόμος επικεντρώνεται αποκλειστικά στα οικονομικά δεδομένα της εργοδοτικής πλευράς, αντιμετωπίζοντας τον μισθό μόνο ως λειτουργικό κόστος που επιδρά στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, καμία ειδική αναφορά δεν γίνεται στην ακόμα σημαντικότερη λειτουργία του μισθού, την καθοριστική δηλαδή συμβολή του στον αξιοπρεπή βιοπορισμό των εργαζομένων, οι οποίοι συχνά εκτίθενται σε κόστος διαβίωσης που επιδρά αρνητικά στην αγοραστική δύναμη του μισθού τους. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ανατρέπεται η μονόπλευρη απαρίθμηση κριτηρίων στο νόμο και αποκαθίσταται η καθοριστική θέση της αγοραστικής δύναμης του μισθού μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συνεκτιμώνται από τον μεσολαβητή και τον διαιτητή.

Άρθρο 16

Θητεία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ

Ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) συνιστά ανεξάρτητο φορέα με σκοπό την υποστήριξη των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων με την παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης και διαιτησίας προς τις εργατικές και εργοδοτικές οργανώσεις και μεμονωμένους εργοδότες. Ο ΟΜΕΔ διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από εκπροσώπους των Κοινωνικών Εταίρων, καθ’ υπόδειξή τους.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επανακαθορίζεται η διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ από τρία (3) σε πέντε (5) έτη. Ομοίως, ορίζεται πενταετούς διάρκειας η θητεία και σε περίπτωση επαναδιορισμού των ίδιων τακτικών μελών. Περαιτέρω, ορίζεται μεταβατικά ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ισχύουν και για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΜΕΔ που συγκροτήθηκε με την υπ` αριθμ. 10650/Δ1.1956/09.04.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΥΟΔΔ 233), έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχιση της ομαλής λειτουργίας του Οργανισμού.

Άρθρο 17

Προνοιακές παροχές

Με τη διαδικασία του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5) και των παραγράφων 1-9 και 14-16 του άρθρου 2 της Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινής υπουργικής απόφασης, που στηρίζεται πλήρως σε πληροφοριακό σύστημα νέας τεχνολογίας το οποίο επεξεργάσθηκε η ΗΔΙΚΑ Α.Ε., εποπτευόμενος φορέας του  Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,  καταργείται η ταλαιπωρία των αιτούντων ατόμων με αναπηρία, δεδομένου ότι οι αιτήσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά σε πολλά σημεία (240 Κέντρα Κοινότητας και  9 Περιφερειακές  Υπηρεσίες  του ΟΠΕΚΑ), μειώνεται δραστικά η γραφειοκρατία δεδομένου ότι τα περισσότερα στοιχεία για τον αιτούντα ανασύρονται από αρχεία δεδομένων του κράτους συνδεδεμένα με το ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής των αιτήσεων ενώ  εκλείπει και η ανάγκη  πολλαπλών μετακινήσεων αλλά και πολλαπλών αιτήσεων για άλλες παροχές πλην εκείνης σε χρήμα (εφορία, αναπηρικό αυτοκίνητο κ.λπ). Γενικά, το πληροφοριακό σύστημα είναι πολύ φιλικό για τον αιτούντα και εξασφαλίζει πλήρη διαφάνεια, ισότητα, δικαιοσύνη και δυνατότητα ελέγχου των πραγματικών δεδομένων και αναγκών των αιτούντων. 

Για τον λόγο αυτόν κρίνεται σκόπιμο να ξεκινήσει σταδιακά η εφαρμογή της νέας αυτής διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας σε όλη την επικράτεια ώστε βαθμιαία να επωφεληθούν από αυτή όλοι οι δικαιούχοι προνοιακών παροχών της χώρας. Οι περιοχές στις οποίες θα υλοποιείται κάθε φορά η επέκταση θα πρέπει να ορίζονται με κοινή απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών (Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Οικονομικών), σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περιοχής και τις δυνατότητες των συναρμόδιων υπηρεσιών για εφαρμογή της νέας διαδικασίας εκτίμησης της αναπηρίας.

Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της διοικητικής ηλεκτρονικής  διαδικασίας σε παραμένουν όπως ισχύουν με το άρθρο 215 του ν.4512/2018 (Α΄5) και τις παραγράφους 1-9 και 14-16 του άρθρου 2 της Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινής υπουργικής απόφασης. Κρίνεται όμως απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα, με κοινή απόφαση των ίδιων συναρμόδιων Υπουργών να προστεθούν ή να τροποποιηθούν σημεία της διαδικασίας για την καλύτερη εφαρμογή της.

Άρθρο 18

Τροποποίηση άρθρου 215 ν. 4512/2018

Με το άρθρο 215 του ν. 4512/2018 (Α’ 5) ορίσθηκε ότι ως το τέλος Φεβρουαρίου 2018 θα τίθετο σε εφαρμογή πιλοτική διαδικασία απονομής προνοιακών παροχών σε χρήμα για τα άτομα με αναπηρία από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων και τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας, μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας αξιολόγησης της αναπηρίας και απονομής της προνοιακής παροχής, με παράλληλη προσθήκη, στη σημερινή εκτίμηση της αναπηρίας, δεδομένων για τις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου με αναπηρία.

Η  διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν  για πρώτη φορά αίτηση για την ένταξή τους στις ως άνω προνοιακές παροχές και διαμένουν μόνιμα στην Περιφέρεια Αττικής.

Με την Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών,  και  Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίσθηκε επακριβώς η διαδικασία εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας, τόσο ως προς το μέρος της διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής των αιτήσεων, δημιουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου αναπηρίας, διαβίβασης του αιτήματος εκτίμησης της αναπηρίας  στα ΚΕΠΑ, διαβίβασης του αποτελέσματος της εκτίμησης από τα ΚΕΠΑ στον ΟΓΑ και καταβολής, από τον ΟΓΑ, της προνοιακής παροχής, όσο και ως προς το μέρος του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας στα ΚΕΠΑ με προσθήκη ερωτηματολογίου για τις  καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου με αναπηρία.

Με τον ν. 4520/2018 (Α’ 45) «Μετεξέλιξη του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων σε Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) και λοιπές διατάξεις» ο Ο.Γ.Α. μετεξελίχθηκε σε φορέα καταβολής των προνοιακών παροχών και μετονομάσθηκε σε Οργανισμό Προνοιακών Παροχών και Κοινωνικής Αλληλεγγύης -ΟΠΕΚΑ.

Από 1/3/2018 ξεκίνησε στην Περιφέρεια Αττικής το πιλοτικό πρόγραμμα του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας. Κατά την εφαρμογή του διαπιστώθηκε η ομαλή εξέλιξη της διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής των αιτημάτων και η ικανοποιητική λειτουργία των εργαλείων δημιουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου αναπηρίας και διαβίβασης των αιτημάτων στα ΚΕΠΑ. Ωστόσο, οι ρυθμοί ανταπόκρισης των ιατρών στο νέο τρόπο ηλεκτρονικής συμπλήρωσης της διάγνωσης της πάθησης και δημιουργίας  του ηλεκτρονικού φακέλου του αναπήρου δεν ήταν σε επίπεδο τέτοιο που να διασφαλίζει τη συγκέντρωση  ικανού αριθμού αποτελεσμάτων μέχρι την ορισμένη με τον ν. 4512/2018 ημερομηνία λήξης εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας ώστε να γίνει η δέουσα εκτίμηση των αποτελεσμάτων του πιλοτικού προγράμματος ως προς την προσθήκη στοιχείων για τις καθημερινές λειτουργίες του ατόμου με αναπηρία που θα οδηγούσε στην οριστικοποίηση του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητο αφενός μεν να παραταθεί η περίοδος εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Αττικής και αφετέρου να προστεθούν και άλλες περιοχές ώστε το δείγμα να εμπλουτισθεί και να δίδεται η δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Προτείνεται: α) η παράταση της περιόδου εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Αττικής έως 31/12/2018 και β) η εφαρμογή της πιλοτικής διαδικασίας για τα άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν αίτηση πρώτη φορά για προνοιακές παροχές και  διαμένουν μόνιμα στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης εντός του Ιουλίου 2018 και για όσους διαμένουν μόνιμα στην περιφερειακή Ενότητα Αχαΐας εντός του Σεπτεμβρίου 2018.

Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας σε όλες τις περιπτώσεις παραμένουν όπως ισχύουν με τον ν. 4512/2018 και την προαναφερθείσα Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 κοινή υπουργική απόφαση (Β’ 57).  Κρίνεται, όμως, απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα, με όμοια κοινή απόφαση  των ίδιων συναρμόδιων Υπουργών να προστεθούν ή να τροποποιηθούν σημεία της διαδικασίας για την καλύτερη εφαρμογή της.

Άρθρο 19

Ασφαλιστικές εισφορές

  Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 προβλέπονται τα ποσοστά εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών για την επικουρική ασφάλιση των ασφαλισμένων του ΕΔΟΕΑΠ. Ειδικότερα, ορίζεται ότι το ποσό της  μηνιαίας εισφοράς επικουρικής ασφάλισης των ασφαλισμένων του ΕΔΟΕΑΠ ορίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και 3,5% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως τακτικών μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, όπως ίσχυε, ενώ για το χρονικό διάστημα από την 1.6.2019 μέχρι και την 31.5.2022 αναπροσαρμόζεται σε 3,25% για τον ασφαλισμένο και 3,25% για τον εργοδότη και από την 1.6.2022 αναπροσαρμόζεται σε 3% για τον ασφαλισμένο και 3% για τον εργοδότη.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 2, ορίζεται ότι η εργοδοτική εισφορά της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967, όπως έχει τροποποιηθεί και όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με την Φ20155/25187/Δ16.624/2018 (Β΄ 1582) απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Έγκριση του Κανονισμού Είσπραξης Εσόδων του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.)», θα κατευθύνεται προς την χρηματοδότηση του Κλάδου Υγείας του Οργανισμού, τροποποιούμενης της τελευταίας αναλόγως.

Άρθρο 20

Υπολογισμός επικουρικής σύνταξης

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης στους ασφαλισμένους για πρώτη φορά από 1.7.2018 και εφεξής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ βάσει του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD). Επιπροσθέτως, προβλέπεται ότι το ποσό της καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης του ΕΔΟΕΑΠ καθορίζεται βάσει δύο παραγόντων. Πρώτον, των δημογραφικών δεδομένων που προκύπτουν από εγκεκριμένους πίνακες θνησιμότητας και δεύτερον του πλασματικού ποσοστού επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές. Για την αντιμετώπιση ελλειμμάτων εισάγεται αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης που αποκλείει κάθε αναπροσαρμογή των εισφορών. Περαιτέρω, προβλέπεται η απαγόρευση μεταφοράς κεφαλαίων από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τον ΕΔΟΕΑΠ.

Με την παρ. 2 της προτεινόμενης διάταξης ορίζεται ότι για την εφαρμογή όλων των ανωτέρω,  εφαρμόζεται η Υπουργική απόφαση 23123/785/7.6.2016 (Β΄ 1604).

Όσον αφορά τους ασφαλισμένους μέχρι 30.6.2018 στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης βάσει του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD) για το χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 και εφεξής. Το ποσό της επικουρικής σύνταξης ισούται με το άθροισμα δύο τμημάτων: i) το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως 30.6.2018 το οποίο υπολογίζεται βάσει των καταστατικών διατάξεων του ΕΔΟΕΑΠ και ii) το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD) και την ίδια ως άνω ανωτέρω αναφερόμενη Υπουργική Απόφαση.

Με την παρ. 4 της προτεινόμενης διάταξης παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, να καθορίζει με Απόφασή του, η οποία εκδίδεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της προτεινόμενης διάταξης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Τέλος, με την παρ. 5 της προτεινόμενης διάταξης προβλέπεται η ενσωμάτωση των ανωτέρω διατάξεων στο Καταστατικό του ΕΔΟΕΑΠ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του ν. 4498/2017.

Άρθρο 21

Αποζημίωση συμβεβλημένων φορέων που παρέχουν υπηρεσίες προνοιακού χαρακτήρα

Με την προτεινόμενη διάταξη δίδεται η δυνατότητα στον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) να μεταβιβάζει πιστώσεις στον ΕΟΠΠΥ, κατόπιν επιχορήγησής του από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να πληρωθούν δαπάνες που προκύπτουν από την παροχή προνοιακών υπηρεσιών σε περιθαλπόμενους από συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΠΥ φορείς. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η ενοποίηση των διαδικασιών ελέγχου και εκκαθάρισης των δαπανών, η επιτάχυνση της διαδικασίας καταβολής των αποζημιώσεων στους φορείς και συνακόλουθα η εξυπηρέτηση των αναγκών ευάλωτων ομάδων πληθυσμού, στην προστασία των οποίων αποσκοπούν οι δράσεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Άρθρο 22

Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης

Στην προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που ανέκυψαν από την κρίση, η Πολιτεία θέσπισε με το άρθρο 235 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) τη βαθμιαία εθνική εφαρμογή του προγράμματος «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» σε τριάντα Δήμους, το οποίο επεκτάθηκε σε όλους τους Δήμους της χώρας με το άρθρο 22 του ν. 4445/2016 (Α΄ 236).

Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης είναι ένα προνοιακό πρόγραμμα, στο οποίο μέχρι σήμερα έχουν ενταχθεί περίπου 280.000 νοικοκυριά και συνδυάζει: i) εισοδηματική ενίσχυση, ii) διασύνδεση των μελών της ωφελούμενης μονάδας με συμπληρωματικές κοινωνικές υπηρεσίες, παροχές και αγαθά εφόσον πληρούν τα κριτήρια ένταξης εκάστου προγράμματος και iii) υπηρεσίες ενεργοποίησης μέσω προώθησης των δικαιούχων, εφόσον δύνανται να εργαστούν, σε δράσεις που στοχεύουν στην ένταξη ή επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Το πρόγραμμα τέθηκε σε καθολική εφαρμογή από τον Φεβρουάριο του 2017, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της υπ’ αριθμ. 2961/10/2017 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 128) και δεδομένου ότι:

α) Στο επικαιροποιημένο κείμενο της Τεχνικής Συμφωνίας ανάμεσα στις Ελληνικές αρχές την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, ορίζεται ρητά ότι μέχρι τον Απρίλιο 2018 πρέπει να θεσμοθετηθεί η υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, για όλους τους ανέργους δικαιούχους του ΚΕΑ, οι οποίοι δύνανται να εργαστούν,

β) Κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος προέκυψε η ανάγκη για την εμπλοκή νέων αρμόδιων οργάνων με σκοπό την ομαλή εφαρμογή του,

γ) Με τη συμπλήρωση ενός χρόνου και πλέον υλοποίησης του προγράμματος, έχει καταγραφεί ικανοποιητικός αριθμός προβλημάτων, αναγκών και προτάσεων για την εξομάλυνση της ροής των διαδικασιών, κρίνεται σκόπιμη η τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων υλοποίησης αυτού.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επικαιροποιείται ο ορισμός του αστέγου, ενώ  προβλέπεται ρητά ότι στο δηλούμενο εισόδημα για τον υπολογισμό του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης δεν περιλαμβάνεται ούτε η οικονομική ενίσχυση που χορηγείται σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών, ούτε και το  επίδομα που καταβάλλεται σε ανέργους δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88). Επιπροσθέτως, επαναπροσδιορίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες για την υλοποίηση του προγράμματος και ορίζεται ότι δεν υπολογίζεται το ποσό του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης και στον τρόπο υπολογισμού του ποσού για την καταβολή οποιασδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Άρθρο 23

Τροποποίηση άρθρου 966 ΚΠολΔ

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 966 ΚΠολΔ τροποποιείται κατά τρόπο που διασφαλίζει την πιο αποτελεσματική εφαρμογή της. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη διαδικασία οριοθετείται χρονικά στο σύνολό της, δηλαδή από την κατάθεση της αίτησης έως την έκδοση απόφασης, ενώ, για λόγους ασφάλειας δικαίου, ρυθμίζεται και κάθε άλλη διαδικαστική ενέργεια, όπως είναι η κλήτευση, αποθαρρύνοντας τελικώς τυχόν παρελκυστική προσφυγή στο εν λόγω γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, με γνώμονα την αυστηρή τήρηση των προθεσμιών, θα πρέπει να επιλύεται κάθε ανακύπτον ζήτημα, λ.χ. αναβολής της συζήτησης. Αφετέρου, προκειμένου η εν λόγω διάταξη να συμβάλλει λυσιτελώς στην επίλυση της κατάστασης που ανακύπτει μετά την άκαρπη έκβαση των πλειστηριασμών, υπογραμμίζει την αποδεικτική εμβέλεια της έκθεσης εκτίμησης, μεταξύ των λοιπών πρόσφορων αποδεικτικών μέσων, πολύ περισσότερο όταν για τον σκοπό αυτό προσλαμβάνεται επί ακινήτων πιστοποιημένος εκτιμητής. Στόχος είναι η δικαστική κρίση να εκδίδεται το συντομότερο δυνατό και να αντιστοιχεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια προς την τρέχουσα πραγματικότητα ώστε να είναι πιο ουσιαστική και δίκαιη.

Άρθρο 24

Τροποποιήσεις στον Πτωχευτικό Κώδικα

Με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση ενισχύεται ο θεσμός της απαλλαγής, όπως αυτός αναμορφώθηκε με τον ν. 4446/2016, προς την κατεύθυνση του αποστιγματισμού της πτώχευσης και της παροχής δεύτερης ευκαιρίας σε οφειλέτες – φυσικά πρόσωπα που πτώχευσαν χωρίς να τους βαρύνει κακόπιστη συμπεριφορά.

Εν προκειμένω, προβλέπεται η δυνατότητα δεύτερης ευκαιρίας σε φυσικά πρόσωπα τα οποία ελλείψει πτωχευτικής περιουσίας δεν δύνανται να πτωχεύσουν και παραμένουν τόσο τα ίδια αλλά και οι τρίτοι που συνέχονται επιχειρηματικά με αυτά σε διαρκή εκκρεμότητα. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης θα πρέπει ασφαλώς να κηρυχθεί συγγνωστός, μετά την παρέλευση τριών ετών από την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του στο ΓΕΜΗ και στα μητρώα πτωχεύσεων. Στόχος είναι η επαναδραστηριοποίηση των επιχειρηματιών αυτών που παρά τις έντιμες προσπάθειες απέτυχαν ώστε να διαφύγουν τον «συναλλακτικό θάνατο».

Η προτεινόμενη ρύθμιση κινείται επί του βασικού άξονα διατάξεων που θεσπίστηκαν με τον ν. 4446/2016 με τις αναγκαίες νομοτεχνικές προσαρμογές. Ειδικότερα, το συγγνωστό του οφειλέτη φυσικού προσώπου  παραμένει η αναγκαία αλλά και η μόνη πλέον προϋπόθεση για την απαλλαγή του, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου οι παρατηρήσεις των πιστωτών. Τίθεται, ωστόσο, αυστηρότερος χρονικός περιορισμός, αυτός των τριών ετών (αντί των δύο που προβλέπει η γενική ρύθμιση), με το σκεπτικό ότι ο χρόνος αυτός συμπίπτει με τη διαγραφή της σχετικής καταχώρισης, για την αποθάρρυνση τυχόν καταστρατηγήσεων του θεσμού.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Υγείας

Άρθρο 25

Ρυθμίσεις για τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επεκτείνεται, για λόγους δημοσιονομικού συμφέροντος, η εφαρμογή του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (clawback) στα έτη 2019-2022 και ρυθμίζεται ο τρόπος καθορισμού των ορίων δαπανών για όλες τις κατηγορίες, βάσει της ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ, δίνοντας περιθώρια στους φορείς να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δημόσια υγεία. Τέλος, ορίζεται ότι τα ως άνω όρια θα κατανέμονται στις τρεις κατηγορίες δαπανών στον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους.

Άρθρο 26

Τροποποίηση ν. 1902/1990 και 3918/2011 και π.δ. 312/1992

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκεται η αύξηση του ποσοστού διείσδυσης των γενοσήμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά αφενός με την παροχή στους ασφαλισμένους, για τους οποίους ήδη προβλέπεται ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) της διατιμημένης αξίας του φαρμάκου, οικονομικού κινήτρου να επιλέγουν το γενόσημο φάρμακο και αφετέρου με την παροχή στους φαρμακοποιούς ενός αντικινήτρου να προτείνουν και να χορηγούν στους ασφαλισμένους φάρμακα αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας αντί των γενοσήμων φαρμάκων.

Συγκεκριμένα, με την παρ. 1 της προτεινόμενης διάταξης για τους ασφαλισμένους για τους οποίους έως σήμερα προβλέπεται ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) της διατιμημένης αξίας του φαρμάκου – δηλαδή για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν φάρμακα για τη θεραπεία χρόνιων ή εξαιρετικά σοβαρών παθήσεων, όπως αυτές ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και για τους κάθε φορά δικαιούχους επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ) και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους – το ποσοστό της συμμετοχής τους μηδενίζεται, εφόσον επιλέξουν να προμηθευτούν γενόσημα φάρμακα.

Με την παρ. 2 της προτεινόμενης διάταξης καθιερώνεται για τα φαρμακεία η υποχρέωση ποσοστού επιστροφής (rebate) 0,8% επί της λιανικής τιμής των συνταγογραφούμενων φαρμάκων αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας προς τον ΕΟΠΥΥ για το έτος 2018 και παράλληλα δίνεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας, όπως με απόφασή του τροποποιεί το ποσοστό αυτό τα επόμενα έτη και τον τρόπο υπολογισμού και να ρυθμίζει τα ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής της διάταξης.

Τέλος, με την παρ. 3 δίνεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας, όπως με απόφασή του ορίζει τις ελάχιστες ποσότητες γενοσήμων φαρμάκων ανά θεραπευτική κατηγορία που οφείλουν να έχουν ως απόθεμα τα φαρμακεία, με σκοπό τη διασφάλιση της επάρκειας των γενοσήμων φαρμάκων στα φαρμακεία και την απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε αυτά.

Άρθρο 27

Ρυθμίσεις για τα οπτικά–γυαλιά οράσεως

Η παρούσα διάταξη κρίνεται αναγκαία, καθώς αφορά τις εναπομείνασες περιπτώσεις μη συμβασιοποιημένων ιδιωτών παρόχων με τον ΕΟΠΥΥ και προβλέπεται η διαδικασία σχετικά με την καταβολή της προβλεπόμενης δαπάνης, η οποία στο εξής διενεργείται χωρίς τη διαμεσολάβηση του δικαιούχου περίθαλψης, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και σύμφωνα με τον ΕΚΠΥ παροχή του είδους ή της υπηρεσίας υγείας. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω δαπάνες εντάσσονται στον κλειστό προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ, με σκοπό την ενιαία αντιμετώπισής τους και την ορθότερη λειτουργία και αποτελεσματικότητα της διαδικασίας.

Άρθρο 28

Τροποποίηση άρθρου 52 ν. 4430/2016

Με την παρούσα ρύθμιση δίνεται η δυνατότητα στους παρόχους που υπέβαλαν αρχικά άρνηση, αλλά κρίνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι αυτής, να την ανακαλέσουν, περίπτωση που δεν είχε προβλεφθεί στον αρχικό νόμο.

Άρθρο 29

Τροποποίηση άρθρου 11 ν. 4052/2012

Με την παρούσα διάταξη επιτυγχάνεται η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης, στις περιπτώσεις που υφίστανται ομοειδείς ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των φαρμακευτικών εταιριών - κατόχων άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών σκευασμάτων και του ΕΟΠΥΥ.

Άρθρο 30

Ρυθμίσεις για τη διαδικασία επιλογής του Ε.Κ.Α.Π.Υ.

Με την προτεινόμενη διάταξη, εισάγεται ρύθμιση με την οποία ορίζεται το αρμόδιο Τμήμα του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.) του άρθρου 10 ν. 4369/2016 (Α’ 33) για τη διενέργεια των διαδικασιών επιλογής υποψηφίων σε θέσεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. α’ ν. 4369/2016, στην περίπτωση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας» (Ε.Κ.Α.Π.Υ.) του άρθρου 21 ν. 4472/2017 (Α’ 74). Συγκεκριμένα, με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ως αρμόδιο τμήμα, το Α’ Τμήμα του Ε.Σ.Ε.Δ., όπως συστάθηκε με την Υ.Α. υπ’ αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/οικ.40717/2017 (Β’ 4125), και τροποποιήθηκε με την Υ.Α. υπ’ αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/8668/2018 (Β’ 773).

Η διάταξη κρίνεται αναγκαία προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες στελέχωσης των εν λόγω θέσεων του Ε.Κ.Α.Π.Υ. και να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη λειτουργία του φορέα για λόγους δημοσίου συμφέροντος που ανάγονται στη διαφανέστερη και αποδοτικότερη διαχείριση των προμηθειών υγείας.

Άρθρο 31

Τροποποίηση άρθρου 33 ν. 4025/2011

Με την παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4486/2017 (Α’115, με διόρθωση σφάλματος στο Α’ 125), προβλέφθηκε ότι σε κάθε Μονάδες Ημερήσιας Νοσηλείας (ΜΗΝ) αναπτύσσεται μόνο μία ειδικότητα. Η συγκεκριμένη απαγόρευση δεν θεωρείται σκόπιμο να υφίσταται, ώστε οι ΜΗΝ να αναπτύσσουν περισσότερες από μία ειδικότητες, εφόσον τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για την διασφάλιση της Δημόσιας Υγείας.

Άρθρο 32

Τροποποίηση παρ. 6 του άρθρου 90 ν. 4368/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη διευρύνεται ο έλεγχος των δαπανών της υγείας, με την ενεργό συμμετοχή του δικαιούχου περίθαλψης στις δαπάνες που τον αφορούν, με σκοπό την διασφάλιση των πόρων που διατίθενται για την υγειονομική περίθαλψη, την πραγματική παροχή υγειονομικής περίθαλψης και την πραγματική πρόσβαση από όλους σε αυτήν, καθώς και τις δαπάνες και την αποτελεσματική χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με τα οριζόμενα και στον υπ’ αριθμ. 679/2016 Κανονισμό για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων- προοίμιο σκέψη 54).

Άρθρο 33

Ψηφιακή υποβολή δικαιολογητικών

H παρούσα διάταξη κρίνεται αναγκαία, καθώς με την εφαρμογή της θα καταστεί δυνατή η αξιοποίηση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που προβλέπει την ηλεκτρονική διακίνηση των εγγράφων στα πλαίσια διοικητικών διαδικασιών, ώστε να προσαρμοστεί στη διαδικασία της εκκαθάρισης των απαιτήσεων των ιδιωτών παρόχων του ΕΟΠΥΥ.  Με την υιοθέτηση της ηλεκτρονικής εκκαθάρισης επιταχύνεται η μέχρι σήμερα ακουλουθούμενη χρονοβόρα διοικητική διαδικασία, μειώνεται το διοικητικό λειτουργικό κόστος, επιταχύνεται η καταβολή των δαπανών υγείας, με σκοπό την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας προς τους δικαιούχους περίθαλψης μέσω της ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς στον τομέα της υγείας. Επίσης, με  επίκεντρο τη διασφάλιση της διαδικασίας της εκκαθάρισης ενισχύεται σε προληπτικό επίπεδο ο έλεγχος του Οργανισμού, με την αξιοποίηση περιοδικών δειγματοληπτικών ελέγχων και εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του κατασταλτικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ιδιαίτερη μέριμνα, με την προτεινόμενη διάταξη, αποδίδεται στη διασφάλιση της συναίνεσης του δικαιούχου περίθαλψης και την πιστοποίηση της παρουσίας του κατά την παροχή των υπηρεσιών υγείας.

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Διατάξεις του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

Ενιαία Τιμή Βιβλίου

1. Γενικό μέρος: Επί της αρχής

Στην Ελλάδα, οι διατάξεις για την προστασία της τιμής του βιβλίου από τις ελεύθερες εκπτώσεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά με το ν. 2557/1997 (νόμος «Ενιαίας Τιμής Βιβλίου»). Οι διατάξεις αυτές αναθεωρήθηκαν με τους ν. 4254/2014 (άρθρο 1) και ν. 4261/2014 (άρθρο 186), λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της Έκθεσης: OECD, Competition Assessment Reports: Greece, Version 2013. Με την τροποποίηση του νόμου, η διετής προστασία της τιμής των βιβλίων από τις ελεύθερες εκπτώσεις του ν. 2557/1997, περιορίστηκε μόνον στα «λογοτεχνικά» βιβλία και μόνον στην 1η τους έκδοση. Με βάση την εμπειρία από την εφαρμογή της μερικής «απελευθέρωσης» της αγοράς του βιβλίου, τα τελευταία τρία χρόνια, η κατάσταση του κλάδου στη χώρα μας επιδεινώθηκε ως προς πολλούς από τους δείκτες της. Η δυνατότητα ελεύθερων εκπτώσεων δεν υιοθετήθηκε από τις περισσότερες επιχειρήσεις λιανικής πώλησης, οδηγώντας στη διαμόρφωση έντονα ολιγοπωλιακών συνθηκών στην αγορά, οι συνθήκες επιβίωσης των μικρών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων έγιναν πιο δύσκολες και πολλά από αυτά έκλεισαν,  η μείωση των σημείων πώλησης επιδείνωσε τις συνθήκες παραγωγής και κυκλοφορίας των λιγότερο εμπορικών βιβλίων εκ μέρους των μικρών εκδοτών, μειώθηκαν κατακόρυφα οι εισπράξεις πνευματικών δικαιωμάτων όλων των δημιουργών. Η δε αυθαίρετη διάκριση μεταξύ λογοτεχνικών και μη λογοτεχνικών βιβλίων άφησε εκτός των ρυθμιστικών και προστατευτικών διατάξεων ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της βιβλιοπαραγωγής, με ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου και στην  ελεύθερη διακίνηση  των ιδεών.

Τα προηγούμενα έτη διαπιστώθηκε με δραματικό τρόπο η αποτυχία της ασκούμενης πολιτικής και κρίνεται επιτακτική και επείγουσα η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου. Η κρατική παρέμβαση στην αγορά του βιβλίου, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, έχει στόχο την εξασφάλιση του βέλτιστου επιπέδου συγγραφής, έκδοσης και κυκλοφορίας των βιβλίων. Η τελευταία έχει καθοριστική σημασία για τους τομείς της γλώσσας, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της πολυμορφίας, του δημόσιου διαλόγου και της δημοκρατίας της χώρας. Η ανωτέρω ισορροπία δεν μπορεί να επιτευχθεί με την «ελεύθερη» λειτουργία της αγοράς.

Επίσης, η επιχειρηματολογία της Έκθεσης του ΟΟΣΑ του 2013, στην οποία βασίστηκαν οι διατάξεις των ν. 4254/2014 και ν. 4261/2014, υπήρξε πρόχειρη, ανεπαρκής, υπερβολικά συνοπτική (μόλις 7 σελίδων) χωρίς διεθνή τεκμηρίωση. Για την αποτύπωση των επιπτώσεων της νομοθετικής μεταρρύθμισης του 2014 εκπονήθηκε, αντιθέτως ενδελεχής μελέτη «Εκ των υστέρων αξιολόγησης των επιπτώσεων της τροποποίησης του νόμου περί ενιαίας τιμής βιβλίου» στο πλαίσιο της συγχρηματοδοτούμενης πράξης «Υποστήριξη της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ-ΥπΟιΑΤ» του ΕΣΠΑ 2014-2020, με κωδικό ΟΠΣ (ΜΙS) 5000972 και Κωδικό Πράξης ΣΑ: 2016ΣΕ11910006, τα πορίσματα της οποίας ελήφθησαν υπόψη για τη διαμόρφωση των συγκεκριμένων διατάξεων.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, εκτός από την επαναφορά της ενιαίας τιμής βιβλίου για περίοδο δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση, προβλέπεται σε περίπτωση ανατύπωσης, προστασία για διάστημα δώδεκα μηνών. Η ρύθμιση αυτή εισάγεται με σκοπό την ομαλότερη μετάβαση ενός βιβλίου εκτός περιόδου προστασίας και την παράταση του κύκλου ζωής ενός βιβλίου σε κατά το δυνατόν περισσότερα και περισσότερο διαφοροποιημένα σημεία πώλησης, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα μικρά βιβλιοπωλεία της περιφέρειας, τα οποία σε κάποιους τόπους αποτελούν τους μοναδικούς θύλακες πολιτισμού. Επιπλέον, με την επανένταξη σε πλήρες καθεστώς ενιαίας τιμής εξαντλημένων βιβλίων που επανεκδίδονται ενθαρρύνεται η επανεισαγωγή στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή βιβλίων όχι ευπώλητων ή με αργό κύκλο ζωής στην αγορά, σημαντικών όμως για τη βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα. 

2. Ειδικό μέρος: Επί των άρθρων

Άρθρο 34

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Δίνονται γενικοί ορισμοί και αποσαφηνίζονται οι έννοιες «βιβλίο» και «εκδότης» για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που ακολουθούν. Διασαφηνίζεται το εύρος εφαρμογής της ρύθμισης, καταλαμβάνοντας τα βιβλία που εκδίδονται στην Ελλάδα σε οποιαδήποτε γλώσσα και τα βιβλία που εκδίδονται στο εξωτερικό στην ελληνική γλώσσα και διατίθενται στην Ελλάδα. Επίσης, η ρύθμιση εκτείνεται και σε βιβλία που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από εκδότη που έχει την έδρα του στην Ελλάδα και τα οποία έχουν εκτυπωθεί ή αναπαραχθεί στο εξωτερικό για λογαριασμό του εκδότη, καταλαμβάνοντας την περίπτωση που εκδότης στην Ελλάδα εκτυπώνει βιβλία στο Εξωτερικό σε ξένη γλώσσα, τα οποία όμως θα κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα. Στις παρ. 4 έως 6 εισάγονται εξαιρέσεις που αφορούν μεταχειρισμένα και ελαττωματικά βιβλία, τα βιβλία μετά την παρέλευση δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση - με τους περιορισμούς της παρ. 9 του άρθρου 35 - και όταν η διάθεση των βιβλίων δεν γίνεται με σκοπό εμπορικής εκμετάλλευσης. 

Άρθρο 35

Καθορισμός τιμής βιβλίου

Επιβάλλεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει βιβλία στην Ελλάδα να καθορίζει την τιμή διάθεσής τους στο κοινό και απαγορεύεται στα ίδια πρόσωπα και σε τρίτους να πωλούν τα βιβλία αυτά σε τιμή ανώτερη της τιμής που καθορίστηκε ή με έκπτωση μεγαλύτερη του 10% επί της τιμής αυτής με την εξαίρεση της παρ. 4 του παρόντος άρθρου.  Με την παρ. 9 εισάγεται μεταβατική περίοδος δώδεκα μηνών με δυνατότητα έκπτωσης όχι μεγαλύτερης του 20%, που εκκινεί είτε μετά την παρέλευση δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση, όταν αυτή συντελείται πριν την συμπλήρωση των δεκαοκτώ μηνών, είτε από την ημερομηνία της πρώτης ανατύπωσης, όταν αυτή συντελείται μετά την συμπλήρωση των δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση.  Με την παρ. 10 ορίζεται ότι σε περίπτωση επανέκδοσης του βιβλίου με σημαντικές αλλαγές και με νέο Διεθνή Μοναδικό Αριθμό Βιβλίου (ISBN) εφαρμόζεται η εκ νέου η προστασία της παρ. 1 του άρθρου 2, υπό την προϋπόθεση της εξάντλησης του βιβλίου για τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες. Η διαπίστωση της πλήρωσης της προϋπόθεσης της εξάντλησης των 24 μηνών θα γίνεται με προσφυγή στην βάση δεδομένων κυκλοφορούντων βιβλίων «Βιβλιονέτ». Με την παρ. 11 ορίζονται  τα απαιτούμενα αναγραφόμενα στοιχεία στα κυκλοφορούντα βιβλία. 

Άρθρο 36

Επιβολή κυρώσεων

Εισάγονται διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης ορισμένων από τις υποχρεώσεις του προβλέπονται στο άρθρο 35. Στόχος των προτεινόμενων διατάξεων είναι ο αποτελεσματικότερος έλεγχος της κρατικής παρέμβασης στην αγορά του βιβλίου, με στόχο την εξασφάλιση του βέλτιστου επιπέδου συγγραφής, έκδοσης και κυκλοφορίας των βιβλίων και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου.

Άρθρο 37 

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Στην παρ. 1 προβλέπονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις για την έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων αναγκαίες για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος Τμήματος και για την ρύθμιση κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας. Με την παρ. 2 ρυθμίζεται η δυνατότητα να καθορίζεται κάθε χρόνο περίοδος, που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες συνολικά, για εκπτώσεις που θα υπερβαίνουν τα οριζόμενα 10% και 20% αντίστοιχα. 

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Άρθρο 40

Ρύθμιση θεμάτων Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 θεσπίζεται ποσοστιαία μείωση 50% και 70% για τα έτη 2019 και 2020 αντίστοιχα, σε συνέχεια της μείωσης 35% επί της Χρέωσης των προμηθευτών ηλεκτρικής  ενέργειας που ισχύει ήδη από την 1η Απριλίου 2018. Οι μειώσεις αυτές, όπως και η προηγούμενη, καθίστανται εφικτές λόγω του ισοσκελισμού του Ειδικού Λογαριασμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Ε.Λ.Α.Π.Ε.) που επιτεύχθηκε κατά το προηγούμενο έτος και του πλεονάσματος που προβλέπεται να εμφανίσει ο λογαριασμός αυτός κατά τα επόμενα έτη, διατηρώντας σε κάθε περίπτωση την οικονομική βιωσιμότητά τού εφεξής. Συγχρόνως, προβλέπεται μηχανισμός επιστροφής επιπλέον πλεονασμάτων που τυχόν θα εμφανίσει ο λογαριασμός κατά τα έτη 2018, 2019 και 2020, μετά το σχηματισμό ενός αποθεματικού ασφαλείας ποσού 70.000.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι αν από την εκκαθάριση του μηνός Δεκεμβρίου κάθε έτους προκύψει πλεόνασμα μεγαλύτερο των 70.000.000 ευρώ, το ισόποσό του θα αποδοθεί από τον Λειτουργό της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας στους εκπροσώπους φορτίου ως εκροή του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου. Η ειδικότερη διαδικασία απόδοσής των αντίστοιχων ποσών στους προμηθευτές και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα συμψηφισμού τους με αντίστοιχες απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ έναντι των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, παραπέμπεται να ρυθμισθεί στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Με τη ρύθμιση της παρ. 2 ορίζεται ρητά ότι οι αποφάσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας αναφορικά με την αναπροσαρμογή των μοναδιαίων χρεώσεων του Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. για τα έτη 2018, 2019 και 2020 λαμβάνουν υπόψη την απόδοση των πλεονασμάτων πέραν του αποθεματικού ασφαλείας του ποσού των 70.000.000 ευρώ του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. στους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.

Με τη ρύθμιση της παρ. 3 αυξάνεται για τα έτη 2019 και 2020 το ποσοστό από τα έσοδα από πλειστηριασμούς αδιαθέτων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. σε τουλάχιστον 65%, από 60% που ήταν ως σήμερα.

Άρθρο 41

Τροποποίηση άρθρου 36 ν. 4067/2012

Το έτος 2017 ο κρατικός προϋπολογισμός κατέβαλε το ποσό των 476.000.000 ευρώ στον ειδικό διαχειριστικό λογαριασμό Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για την κάλυψη μέρους του κόστους για τα έτη 2012 έως 2018. Με την προτεινόμενη ρύθμιση διασφαλίζεται ότι η χρηματοδότηση μέρους του κόστους των Υπηρεσιών Κοινής Ωφελείας από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν μπορεί να υπερβεί τα προβλεπόμενα υπέρ αυτού του σκοπού ποσά για τα έτη 2019 έως 2020.

Άρθρο 42

Αναπροσαρμογή ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας προς δημοπράτηση μέσω των δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση

Με τις προτεινόμενες διατάξεις αποκλιμακώνονται σταδιακά - και σε χρονική συσχέτιση με τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων για την πρόσβαση στο λιγνίτη και το περαιτέρω άνοιγμα της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού του ν. 4533/2018 (Α’ 75) - οι ποσότητες που πρέπει να διαθέτει η Δ.Ε.Η. Α.Ε. προς δημοπράτηση μέσω των δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση (άρθρα 133 επ. ν. 4389/2016, Α’ 94).

Συγκεκριμένα, με την παρ. 1 ορίζεται ότι μειώνονται άμεσα, ήτοι μετά την έγκριση της απόσχισης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και την προκήρυξη του διαγωνισμού της αποεπένδυσης, κατά πενήντα ποσοστιαίες μονάδες (50%) οι πρόσθετες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που τυχόν ορίζονται προς δημοπράτηση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016.

Με την παρ. 2 ορίζεται ότι με την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας μετοχών (share purchase agreements) της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018 καταργείται ο μηχανισμός αναπροσαρμογής των προς δημοπράτηση ποσοτήτων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016, ενώ με την παρ. 3 προβλέπεται η μείωση των προς δημοπράτηση ποσοτήτων για το έτος 2019 από 22% σε 13% επί του συνολικού όγκου ηλεκτρικής ενέργειας του διασυνδεδεμένου συστήματος του προηγούμενου έτους, αμέσως μετά την υλοποίηση όλων των αναγκαίων προαπαιτούμενων πράξεων, ώστε να αναλάβει έκαστος εκ των νέων επενδυτών τη διαχείριση των προς αποεπένδυση λιγνιτικών μονάδων, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018.

Τέλος, με την παρ. 4 ρυθμίζεται η διαδικασία με την οποία ο μηχανισμός δημοπράτησης ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση του ν. 4389/2016 θα καταστεί συμβατός με την έναρξη λειτουργίας των Αγορών Ηλεκτρικής Ενέργειας του ν. 4425/2016 (Α’ 185), ιδίως όσον αφορά τις δηλώσεις χρήσης των ποσοτήτων προθεσμιακών προϊόντων στο σύστημα δήλωσης προγραμμάτων της Ε.Χ.Ε. Α.Ε και τις υποχρεώσεις φυσικής εκπλήρωσης και εξισορρόπησης των μερών.

ΤΜΗΜΑ Ζ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιώτικης Πολιτικής

Άρθρο 43

Κατάργηση ελαχίστου ορίου διάρκειας της σύμβασης ναύλωσης

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, επιδιώκεται η ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού στον κλάδο θαλάσσιου τουρισμού και αναψυχής, με την κατάργηση του ελαχίστου ορίου διάρκειας της σύμβασης ολικής ναύλωσης και της σύναψης μόνο δύο (2) ναυλοσυμφώνων εντός του ίδιου εικοσιτετραώρου, για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής του ν. 4256/2014 (Α’ 92), ώστε να καταστεί δυνατή η σύναψη ναυλώσεων χρόνου μικρότερου των δώδεκα (12) ωρών και περισσότερων των δύο. Επιτυγχάνεται, με τον τρόπο αυτό, η διευκόλυνση της εκμετάλλευσης των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, με την εξυπηρέτηση μεγαλύτερου αριθμού επιβατών, με απώτερο σκοπό και στόχο την ανάπτυξη του θαλασσίου τουρισμού και την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας γενικότερα.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι για τον μη αιφνιδιασμό της αγοράς θαλασσίου τουρισμού και αναψυχής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του προωθούμενου άρθρου, η έναρξη ισχύος της παραγράφου 2 ορίζεται η 1η-11-2018.

ΤΜΗΜΑ Η΄

Διατάξεις του Υπουργείου Τουρισμού

Άρθρο 44

Τροποποίηση άρθρου 1 ν. 393/1976

Το άρθρο 1 του ν. 711/1977 (Α΄ 284), περί ειδικών τουριστικών λεωφορείων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζει ότι «Το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται, κατ’ αποκλειστικότητα, από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημόσιας χρήσης, συνίσταται στη διενέργεια έκτακτων γραμμών και γραμμών κλειστής διαδρομής που εξυπηρετούν μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης συγκοινωνίας, ως εξής: α. […]. β. Μεταφορά προσώπων σε οργανωμένες εκδρομές εντός και εκτός της χώρας. γ. […]. δ. […]. ε. […]. στ. […]. ζ […]. η. […]». Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Το μεταφορικό έργο της παρ. 1 διενεργείται από δημόσιας χρήσης Τουριστικά Λεωφορεία που τίθενται σε κυκλοφορία από επιχειρήσεις τουριστικών γραφείων ή Τουριστικές Επιχειρήσεις Οδικών Μεταφορών (Τ.Ε.Ο.Μ.). Στην περίπτωση που η μεταφορά προσώπων σε οργανωμένες εκδρομές και περιηγήσεις εντός και εκτός της χώρας, καθώς και η μεταφορά μαθητών για πραγματοποίηση εκδρομών  των περιπτώσεων β’ και ζ’ της παρ. 1 του παρόντος πραγματοποιούνται στο πλαίσιο οργανωμένου ταξιδιού της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 339/1996, το ανωτέρω περιγραφόμενο έργο διενεργείται από δημόσιας χρήσης Τουριστικά Λεωφορεία για λογαριασμό τουριστικού γραφείου». Δεδομένου ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα άρθρα των ν. 393/1976 και ν. 711/1977 συνδυαστικά εφαρμοζόμενα φαίνεται να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται η δυνατότητα διοργάνωσης οργανωμένων εκδρομών από τουριστικά γραφεία με οποιαδήποτε άλλα οχήματα πλην των ειδικών τουριστικών λεωφορείων -κάτι που προφανώς είναι έξω από τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη- κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί η παρ. 2 περ. α του άρθρου 1 του ν. 393/1976, έτσι ώστε να καθίσταται σαφές, ότι επιτρέπεται η πραγματοποίηση οργανωμένης εκδρομής με κάθε είδους μέσο (χερσαίο, πλωτό, εναέριο) δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης.

ΤΜΗΜΑ Θ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Τροποποιήσεις του ν. 4469/2017 (Α΄ 62)

Από τον Αύγουστο του 2017 άρχισε να λειτουργεί ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, τον οποίο εισήγαγε ο ν. 4469/2017 (Α΄ 62). Μολονότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) αντιμετωπίζει τα προβλήματα που παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή του, επισημάνθηκαν διάφορα θέματα, τα οποία απαιτούν νομοθετική ρύθμιση. Ως προς αυτά τα θέματα το κεφάλαιο Α΄ επιδιώκει να βελτιώσει το πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού, χωρίς πάντως να επηρεάζει τη γενική δομή του.

Άρθρο 45

Ορισμοί

Σύμφωνα με το ν. 4469/2017 μπορούν να ρυθμιστούν μόνο οι οφειλές που γεννήθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016, καθώς και οι οφειλές προς το Δημόσιο και προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώθηκαν μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία. Η πρόβλεψη της ημερομηνίας αυτής ήταν επιβεβλημένη, δεδομένου ότι το νομοσχέδιο του εξωδικαστικού μηχανισμού τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση την 21η Φεβρουαρίου 2017 και έπρεπε να αποτραπεί το ενδεχόμενο δημιουργίας οφειλών με σκοπό μελλοντικής υπαγωγής τους στο μηχανισμό. Τώρα όμως παρατηρείται το φαινόμενο υπαγωγής πολλών επιχειρήσεων στον εξωδικαστικό μηχανισμό, οι οποίες βαρύνονται με μεγάλες οφειλές, γεννημένες ή βεβαιωμένες το 2017. Οι τελευταίες οφειλές, ως ανεπίδεκτες υπαγωγής στο μηχανισμό, έπρεπε να εξοφληθούν κατά προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά η ικανότητα της επιχείρησης να αποπληρώσει τις υπαγόμενες οφειλές. Έτσι, αρκετές επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν εκ των πραγμάτων να υποβάλουν προτάσεις ρύθμισης των οφειλών τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τους πιστωτές.

Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αυτό, το άρθρο 45 τροποποιεί τους ορισμούς των οφειλών προς το Δημόσιο, των οφειλών υπέρ τρίτων, που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, και των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ώστε να μπορούν να υπαχθούν και οι οφειλές του 2017.

Περαιτέρω, εισάγεται διαφοροποίηση ως προς τον ορισμό των οφειλών προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων σε σχέση με τις οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Ενώ για τις δύο πρώτες κατηγορίες κρίσιμος παραμένει ο χρόνος της βεβαίωσης, για την τελευταία κατηγορία κρίσιμος καθίσταται ο χρόνος γέννησης της οφειλής. Σκοπός της ρύθμισης αναφορικά με τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, είναι να μη χάνει ο διοικούμενος το δικαίωμα ρύθμισης των εισφορών του 2017 μόνο και μόνο για το λόγο ότι αυτές βεβαιώθηκαν το 2018. Αντίστοιχη ρύθμιση δεν μπορεί να εισαχθεί για τις οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς δεν έχει λήξει ακόμα η προθεσμία υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2017 και επομένως η εισαγωγή δυνατότητας ρύθμισης οφειλών που ανάγονται στο φορολογικό έτος 2017 και βεβαιώνονται το 2018 θα δημιουργούσε ηθικό κίνδυνο.

Άρθρο 46

Πεδίο εφαρμογής

Οι παρ. 1 και 2 κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 45, επιδιώκοντας να καταστήσουν επιδεκτικές υπαγωγής τις οφειλές που γεννήθηκαν εντός του 2017. Επιπλέον η παρ. 1 διευρύνει και το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, μεταθέτοντας στην 31η Δεκεμβρίου 2017 το χρόνο, κατά τον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να έχει οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα με καθυστέρηση 90 ημερών ή ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα που προέκυπτε, όταν ένας πιστωτής συγκέντρωνε περισσότερο από το 85% των συνολικών απαιτήσεων και η διμερής διαπραγμάτευση διαρκούσε περισσότερο από τρεις μήνες. Η ισχύουσα διάταξη προβλέπει ότι ο πιστωτής ενημερώνει εντός τριών μηνών την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την επίτευξη ή όχι συμφωνίας. Αν η διμερής διαπραγμάτευση δεν είχε ολοκληρωθεί εντός του τριμήνου, δεν προβλεπόταν περαιτέρω ενημέρωση, με αποτέλεσμα η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. να μην μπορεί να έχει ακριβή εικόνα για τις διμερείς διαδικασίες που περατώθηκαν επιτυχώς και γι’ αυτές που περατώθηκαν ανεπιτυχώς. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, προβλέπεται με την παρ. 3 ότι, αν η διαπραγμάτευση ολοκληρωθεί μετά την αρχική ενημέρωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., ο πιστωτής θα ενημερώσει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την επίτευξη ή μη συμφωνίας μέσα σε ένα μήνα από την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης.

Με την παρ. 4 καλύπτεται ένα κενό της ισχύουσας ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017. Η ισχύουσα διάταξη δεν προβλέπει τι ισχύει αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές, με ποσοστό ο καθένας μικρότερο του 1,5% της συνολικής οφειλής, έχουν ακριβώς ίσες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις αυτές, αθροιζόμενες με τις μικρότερες απαιτήσεις, υπερβαίνουν το 15% της συνολικής οφειλής. Η περίπτωση αυτή μπορεί να φαίνεται απίθανη, παρουσιάστηκε όμως στην πράξη και χρειάζεται αντιμετώπιση. Η λύση που προκρίθηκε είναι η συμμετοχή όλων των μικροπιστωτών με ίσες απαιτήσεις στη διαδικασία και η δέσμευσή τους από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η λύση αυτή αποσκοπεί στο να αποτραπεί το ενδεχόμενο συγκέντρωσης μεγάλου συνολικού ποσοστού απαιτήσεων μικροπιστωτών ανεπίδεκτων ρύθμισης (π.χ. πολλών εργαζομένων με ακριβώς ίσα ποσά οφειλόμενων αποδοχών), το οποίο θα αναιρούσε τη βασική επιδίωξη του εξωδικαστικού μηχανισμού για συνολική ρύθμιση των οφειλών της επιχείρησης.

Άρθρο 47

Ρύθμιση οφειλών ομόρρυθμων εταίρων

Με το άρθρο 47 επιλύεται ένα πρόβλημα, το οποίο αντιμετώπιζαν οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιριών, όταν ζητούσαν τη ρύθμιση όχι των οφειλών της εταιρίας, αλλά των ατομικών τους οφειλών. Οι εταίροι αυτοί, επειδή έχουν πτωχευτική ικανότητα, μπορούν μεν να υποβάλουν αυτοτελή αίτηση για ρύθμιση των δικών τους χρεών. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο των κριτηρίων επιλεξιμότητας του άρθρου 3 του ν. 4469/2017, δεν είναι σαφές, αν αυτά θα πρέπει να κριθούν με βάση τα αποτελέσματα της εταιρίας ή κάποιας ατομικής επιχείρησης των εταίρων, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υφίσταται καν.

Για τους εταίρους αυτούς η εισαγόμενη διάταξη προβλέπει ρητώς τη δυνατότητά τους να ζητήσουν τη ρύθμιση και των δικών τους οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Προϋπόθεση βέβαια αποτελεί το να είναι οι υπό ένταξη ατομικές οφειλές επιλέξιμες κατά νόμο. Επομένως δεν εντάσσονται οφειλές άσχετες με την επιχειρηματική δραστηριότητα, που δεν κρίνονται απαραίτητες για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του εταίρου, ή οφειλές μεταγενέστερες της 31/12/2017 ή οφειλές για επιστροφή κρατικών ενισχύσεων.

Το αν οι εταίροι θα υποβάλουν αυτοτελή αίτηση, η οποία θα συσχετιστεί με την αίτηση της εταιρίας, ή αν, κατά τη συνυπογραφή της αίτησης της εταιρίας θα δηλώνουν ότι επιθυμούν τη ρύθμιση και των ατομικών τους οφειλών, αποτελεί τεχνικό ζήτημα, το οποίο θα επιλύσει η κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4469/2017.

Σε κάθε περίπτωση, όταν εταίροι ζητούν τη ρύθμιση των δικών τους οφειλών, οι πιστωτές επιβάλλεται να έχουν πλήρη εικόνα των οικονομικών τους στοιχείων, σαν να υποβαλλόταν αυτοτελής αίτηση. Γι’ αυτό προβλέπεται ότι σε αυτήν την περίπτωση η αίτηση πρέπει να περιέχει το σύνολο των στοιχείων και να συνοδεύεται από το σύνολο των δικαιολογητικών του άρθρου 5 του ν. 4469/2017. Για τον ίδιο λόγο επιβάλλεται να κριθούν στο πρόσωπο του εταίρου οι περιορισμοί των παρ. 3 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 (μη πτώχευση του εταίρου, μη καταδίκη του εταίρου για συγκεκριμένα αδικήματα, μη συγκέντρωση πλέον του 85% των οφειλών του εταίρου σε έναν πιστωτή). Εξυπακούεται ότι οι περιορισμοί αυτοί θα εφαρμοστούν μόνο όταν συμβιβάζονται με το γεγονός ότι ζητείται ρύθμιση των οφειλών του εταίρου και όχι της εταιρίας. Έτσι, δεν θα αποκλειστεί η ρύθμιση των οφειλών του εταίρου από το γεγονός ότι ο εταίρος έχει διακόψει ατομική επιχειρηματική του δραστηριότητα (περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017), αρκεί να μην έχει λυθεί η ίδια η εταιρία. Από την άλλη πλευρά, ο εταίρος μπορεί να ρυθμίσει τις δικές του οφειλές, εντάσσοντας και τις οφειλές που τον βαρύνουν ως ομόρρυθμο εταίρο, ακόμα και αν η εταιρία έχει λυθεί, εφόσον ο εταίρος διατηρεί δική του ατομική επιχείρηση σε λειτουργία. Αναφορικά με την επιλεξιμότητα (μία θετική χρήση στις τρεις τελευταίες), αυτή εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να κριθεί στο πρόσωπο του εταίρου, αφού ο ίδιος δεν τηρεί λογιστικά βιβλία στο δικό του όνομα. Επομένως αναγκαστικά η επιλεξιμότητα θα πρέπει να κριθεί στο πρόσωπο της εταιρίας.

Προκειμένου να εξοικονομηθούν χρόνος και ανθρώπινοι πόροι, προβλέπεται ότι η διαδικασία ρύθμισης οφειλών της εταιρίας διεξάγεται ενιαία και υπό τον ίδιο συντονιστή με τη διαδικασία ρύθμισης οφειλών όλων των εταίρων, που ζητούν ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών. Αυτό βέβαια θα γίνεται μόνο στο μέτρο του εφικτού, καθώς δεν αποκλείεται η διαδικασία να καθυστερήσει για λόγο που αφορά μόνο ένα συνοφειλέτη, π.χ. να αμφισβητηθεί προσωπική οφειλή εταίρου και να ανατεθεί η επαλήθευσή της σε εμπειρογνώμονα, οπότε δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσει η διαδικασία και για τους άλλους συνοφειλέτες. Εξάλλου δεν θα ήταν επιεικές να στερηθεί ένας συνοφειλέτης και η πλειοψηφία των πιστωτών του το δικαίωμα να ρυθμίσουν τις οφειλές του, μόνο και μόνο για το λόγο ότι η πλειοψηφία των πιστωτών ενός άλλου συνοφειλέτη δεν συμφώνησε με τη ρύθμιση ή δεν δέχτηκε καν να συμμετάσχει στη διαδικασία. Για το λόγο αυτό προβλέπεται ότι, παρά το ενιαίο της διαδικασίας, η απαρτία υπολογίζεται χωριστά για κάθε συνοφειλέτη, ο κάθε συνοφειλέτης υποβάλλει χωριστή πρόταση ρύθμισης και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την πρόταση του ενός συνοφειλέτη δεν επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τις λοιπές προτάσεις. Επειδή λοιπόν είναι αρκετά πιθανό η διαδικασία να παρουσιάσει ουσιώδεις αποκλίσεις για τον κάθε συνοφειλέτη, είναι εύλογο ο συντονιστής να δικαιούται πλήρη αμοιβή για κάθε ομόρρυθμο εταίρο που ζητεί ρύθμιση και των δικών του οφειλών.

Άρθρο 48

Περιεχόμενο αίτησης και συνοδευτικά έγγραφα

Με την παρ. 1 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της διαφωνίας μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή ως προς το ύψος της οφειλής, η οποία διαφωνία οφείλεται στη χρέωση του οφειλέτη με τόκους. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε το φαινόμενο, μετά τη συμπλήρωση της αίτησης από τον οφειλέτη, να επιβαρύνεται η οφειλή του με τόκους ή έξοδα και έτσι, όταν ο πιστωτής δηλώνει αν συμμετέχει ή όχι, να αμφισβητεί το ύψος της οφειλής, ενίοτε και την ειλικρίνεια του οφειλέτη. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού προβλέπεται ότι ο οφειλέτης θα συμπληρώνει και το χρόνο, αναφορικά με τον οποίο προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, οπότε, αν μετά το χρόνο αυτό η οφειλή επιβαρύνθηκε, να μην θεωρείται καν ότι υφίσταται διαφωνία.

Με την παρ. 2 τροποποιείται η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017. Σκοπός της τροποποίησης είναι η παροχή δυνατότητα στους συναρμόδιους υπουργούς να προβλέψουν τη δυνατότητα τμηματικής υποβολής των δικαιολογητικών. Με τον τρόπο αυτό, η τυχόν καθυστέρηση της Διοίκησης να εκδώσει κάποια δικαιολογητικά, τα οποία δεν είναι απαραίτητα για την έναρξη της διαδικασίας, δεν θα εμποδίζει τον οφειλέτη από το να υποβάλει την αίτηση και να δρομολογήσει τη διαδικασία ρύθμισης, προσκομίζοντάς τα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 49

Συντονιστής

Το άρθρο 6 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι η έδρα του συντονιστή πρέπει να βρίσκεται εντός της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης και μόνο, αν δεν υπάρχει εγγεγραμμένος συντονιστής με έδρα εντός της ίδιας Περιφερειακής Ενότητας, επιτρέπεται διορισμός συντονιστή με έδρα άλλη Περιφερειακή Ενότητα της ίδιας Περιφέρειας. Η ρύθμιση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα εντός της ίδιας Περιφέρειας να υπάρχουν αφενός Περιφερειακές Ενότητες με αριθμό συντονιστών δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τις υποβληθείσες αιτήσεις, αφετέρου Περιφερειακές Ενότητες με αριθμό συντονιστών δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υποβληθείσες αιτήσεις. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί όχι μόνο σε άνιση κατανομή των υποθέσεων ανά συντονιστή, αλλά και σε καθυστέρηση διεκπεραίωσης των υποθέσεων στις Περιφερειακές Ενότητες που έχουν μικρό αριθμό συντονιστών. Δεδομένου ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα λειτουργεί άψογα και η διαδικασία διεξάγεται ηλεκτρονικά, καθίσταται σαφές ότι η φυσική εγγύτητα του συντονιστή στην έδρα του οφειλέτη έχει μειωμένη χρησιμότητα. Για το λόγο αυτό τροποποιείται το άρθρο 6 του ν. 4469/2017 και προβλέπεται ότι ο συντονιστής μπορεί να εδρεύει οπουδήποτε στην Περιφέρεια του οφειλέτη, με απλή προτίμηση των συντονιστών που εδρεύουν στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα, εφόσον φυσικά ο κατά προτίμηση διορισμός τους δεν παραβιάζει τον κανόνα της ισοκατανομής των υποθέσεων μεταξύ των συντονιστών της Περιφέρειας (παρ. 2).

Άρθρο 50

Διαδικασία διαπραγμάτευσης

Η παρ. 1 επιδιώκει να συμβάλει στην αντιμετώπιση της περίπτωσης, όπου ο οφειλέτης και ο πιστωτής διαφωνούν για το ύψος της οφειλής. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι σε αυτήν την περίπτωση ο συντονιστής ζητεί αποδεικτικά στοιχεία από τον οφειλέτη και τον πιστωτή και, αν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει το ύψος της απαίτησης, τότε ο πιστωτής συμμετέχει μόνο για το μη αμφισβητούμενο ποσό. Αν όμως η διαφορά που παραμένει είναι ιδιαίτερα σημαντική, τότε η εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα απειλεί την επιτυχία της διαδικασίας, διότι αφενός δημιουργείται κλίμα δυσπιστίας μεταξύ οφειλέτη και αμφισβητούμενου πιστωτή, αφετέρου οι μη αμφισβητούμενοι πιστωτές θα είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην υπερψήφιση μίας πρότασης ρύθμισης, η οποία θα κινδυνεύει να ανατραπεί αν ο αμφισβητούμενος πιστωτής διεκδικήσει το αμφισβητούμενο τμήμα της απαίτησής του. Για το λόγο αυτό προτείνεται σε αυτήν την περίπτωση (ύπαρξη αδικαιολόγητης απόκλισης μεγάλου ύψους) ένας δεύτερος γύρος συλλογής δικαιολογητικών από το συντονιστή, ως μία πρόσθετη προσπάθεια προσδιορισμού του ύψους της οφειλής πριν την έναρξη της διαδικασίας. Αν κι αυτή η προσπάθεια αποβεί άκαρπη, τότε θα ισχύουν οι υπόλοιποι κανόνες που προβλέπει η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017.

Με την παρ. 2 προστίθεται εξουσιοδοτική διάταξη, προκειμένου να ρυθμιστούν λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας, ώστε να αντιμετωπίζονται με ευελιξία πρακτικές ανάγκες που προέκυψαν στην πράξη ή που ενδεχομένως προκύψουν στο μέλλον. Η διάταξη μνημονεύει ρητώς ορισμένα θέματα, όπως την πρόβλεψη, την τροποποίηση ή την παράταση προθεσμιών, ώστε να μην υφίσταται αμφιβολία για το αν τα θέματα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο της εξουσιοδοτικής διάταξης ή όχι.

Άρθρο 51

Αμοιβή του συντονιστή

Η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017 καθορίζει την αμοιβή του συντονιστή στα 200 ευρώ για τις μικρές και στα 400 ευρώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η αμοιβή αυτή μπορεί να είναι εύλογη, αν η διαδικασία τερματιστεί σε πρώιμο στάδιο, π.χ. αν υπάρχουν λίγοι πιστωτές και δεν επιτευχθεί απαρτία, είναι όμως ιδιαίτερα χαμηλή, αν η διαδικασία προχωρήσει και ιδίως αν αποδειχθεί πολύπλοκη, π.χ. επειδή υπάρχει μεγάλο πλήθος πιστωτών, πολλές αντιπροτάσεις, ενστάσεις κλπ. Σε τέτοιες περιπτώσεις μία χαμηλή αμοιβή εγκυμονεί τον κίνδυνο είτε απροθυμίας του συντονιστή να επισπεύσει τη διαδικασία είτε και απαίτησης πρόσθετης αμοιβής, ενόψει της δυνατότητας συμφωνίας για μεγαλύτερη αμοιβή που προβλέπει η ισχύουσα διάταξη. Για να αποτραπούν τα ενδεχόμενα αυτά, προτείνεται αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017 με εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία θα επιτρέπει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.) όχι μόνο να προσαρμόσει την αμοιβή με βάση τα δεδομένα της αγοράς, αλλά κυρίως να την κλιμακώσει ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας. Για να μη δημιουργείται αντικίνητρο στους συντονιστές από την ανάληψη υποθέσεων πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ., προβλέπεται δυνατότητα της πράξης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. να καταλάβει και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Τέλος καταργείται η δυνατότητα συμφωνίας μεγαλύτερης αμοιβής, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο καταχρήσεων.

Άρθρο 52

Αναστολή εκτέλεσης

Με την παρ. 1 επιμηκύνεται το χρονικό διάστημα αυτοδίκαιης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το άρθρο 13 του ν. 4469/2017 από εβδομήντα σε ενενήντα ημέρες. Η επιμήκυνση κρίνεται αναγκαία, καθώς είναι αρκετές οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται εντός εβδομήντα ημερών. Άλλωστε δεν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος κατάχρησης της επιμήκυνσης από στρατηγικούς κακοπληρωτές, δεδομένης της δυνατότητάς τους να άρουν οποτεδήποτε την αυτοδίκαιη αναστολή (περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017).

Με τις παρ. 2 έως 4 επεκτείνεται η αυτοδίκαιη αναστολή και σε διοικητικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται συνεπεία της μη πληρωμής των προς ρύθμιση χρεών και τα οποία συνεπάγονται την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης. Σκοπός της ρύθμισης είναι η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται από διοικητικά μέτρα αναστολής λειτουργίας, τα οποία επιβάλλονται αποκλειστικά λόγω ύπαρξης χρεών προς ρύθμιση. Εξυπακούεται ότι μέτρα αναστολής λειτουργίας, που επιβάλλονται λόγω άλλων παραβάσεων, π.χ. δυνάμει του άρθρου 13α του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), και όχι λόγω της απλής μη πληρωμής χρεών, δεν αναστέλλονται.

Δεδομένου ότι τα ανωτέρω διοικητικά μέτρα αφορούν αποκλειστικά τη σχέση της επιχείρησης με τη Διοίκηση, η παρ. 5 προβλέπει ότι η πρόωρη παύση της αναστολής τους δεν απαιτεί δικαστική απόφαση, όπως στην περίπτωση των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά πράξη της διοίκησης. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις πάντως της πρόωρης παύσης της αναστολής των διοικητικών μέτρων είναι ανάλογες με αυτές της παύσης της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα πρέπει δηλαδή να πιθανολογεί η Διοίκηση ότι η αναστολή των διοικητικών μέτρων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη προσβολή του δημοσίου συμφέροντος που υπαγορεύει την επιβολή τους.

Άρθρο 53

Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι ως προς τις απαιτήσεις του Δημοσίου η καθαρή παρούσα αξία θα λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με την εφαρμογή όλων των υποχρεωτικών κανόνων. Η υφιστάμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προβλέπει λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας μόνο αναφορικά με τους κανόνες της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών και της είσπραξης τουλάχιστον της αξίας ρευστοποίησης. Τούτο έχει σαν συνέπεια να είναι αμφίβολο, αν η εφαρμογή του κανόνα της σύμμετρης διανομής των καταβολών επιπλέον της αξίας ρευστοποίησης λαμβάνει υπόψη την καθαρή παρούσα αξία των καταβολών προς το Δημόσιο. Επειδή η μη συνεκτίμησή της θα οδηγούσε σε διατάραξη της ισορροπίας των πιστωτών σε βάρος του Δημοσίου, γενικεύεται η λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας και επεκτείνεται σε όλους τους υποχρεωτικούς κανόνες.

Με την παρ. 2 συμπληρώνεται ένα κενό της υφιστάμενης νομοθεσίας. Η παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι, όταν το Δημόσιο ή, κατ’ αναλογία, Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, έχει απαίτηση έως 20.000 ευρώ, εφαρμόζει τους ειδικότερους κανόνες της διάταξης αυτής και δεν συμμετέχει στη διαπραγμάτευση ούτε υποβάλλει πρόταση, αλλά οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των ιδιωτών πιστωτών. Η διάταξη αυτή όμως δεν προέβλεψε την περίπτωση, που παρουσιάστηκε στην πράξη, ο οφειλέτης να έχει οφειλές μόνο προς Δημόσιο και προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, χωρίς να συμμετέχουν ιδιώτες πιστωτές. Για την περίπτωση αυτή η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι το Δημόσιο και αντίστοιχα οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης θα συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις και θα υποβάλουν αντιπρόταση, τηρώντας φυσικά όλους τους υποχρεωτικούς κανόνες.

Με την παρ. 3 επιλύεται το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες όταν, πριν την έναρξη της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού και τη συνακόλουθη αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης, το Δημόσιο τους επέβαλε κατάσχεση εις χείρας τρίτων, συνήθως πιστωτικών ιδρυμάτων. Δεδομένου ότι η αναστολή εκτέλεσης δεν συνεπαγόταν άρση των ήδη επιβληθεισών κατασχέσεων, αυτές διατηρούνται και καταλαμβάνουν ποσά που πιστώνονται στους κατασχεθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς τόσο κατά τη διάρκεια της αναστολής εκτέλεσης όσο και κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Με αυτόν τον τρόπο όμως οι οφειλέτες δεν έχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και στερούνται τη ρευστότητα που είναι απαραίτητη για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής τους. Από την άλλη πλευρά, πλήρης άρση των κατασχέσεων δεν θα ήταν εύλογη, καθώς τούτο θα σήμαινε αποδέσμευση και των ποσών που ήταν πιστωμένα στο λογαριασμό πριν την επιβολή της κατάσχεσης και δεν πρόλαβαν να αποδοθούν στο Δημόσιο, ενώ περαιτέρω το Δημόσιο θα παρέμενε πλήρως απροστάτευτο σε περίπτωση ανατροπής ή ακύρωσης της σύμβασης λόγω υπερημερίας του οφειλέτη. Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, η παρ. 3 προβλέπει έκδοση πράξης της Φορολογικής Διοίκησης, γνωστοποιούμενης στον τρίτο, η οποία περιορίζει τις συνέπειες των κατασχέσεων στα χέρια του τρίτου, αποδεσμεύοντας τις μελλοντικές απαιτήσεις. Για την έκδοση της πράξης αυτής προβλέπονται προϋποθέσεις, οι οποίες διασφαλίζουν ότι η πιθανότητα ανατροπής της σύμβασης είναι μειωμένες. Με την έκδοση της πράξης αυτής ο οφειλέτης έχει πρόσβαση στα ποσά που πιστώνονται μετά τη γνωστοποίηση της αδρανοποίησης στον τρίτο. Ωστόσο η κατάσχεση δεν ανατρέπεται, με αποτέλεσμα: α) ποσά απαιτήσεων, που γεννήθηκαν πριν τη γνωστοποίηση στον τρίτο, να αποδίδονται στο Δημόσιο, β) αν η σύμβαση ανατραπεί ή ακυρωθεί, οι κατασχέσεις αναπτύσσουν τις έννομες συνέπειές τους τόσο έναντι του οφειλέτη όσο και των τρίτων που επικαλούνται δικαιώματα ή αξιώσεις. Πλήρης ανατροπή της κατάσχεσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον η κατάσχεση επιβλήθηκε αποκλειστικά για οφειλές εντεταγμένες στη σύμβαση και μόνο εφόσον εξοφλήθηκε τουλάχιστον το 75% του ποσού που πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο δυνάμει της σύμβασης.

Με την παρ. 4 επεκτείνεται η αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης και στην περίπτωση της διαδικασίας διμερούς διαπραγμάτευσης με το Δημόσιο ή με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Η διάταξη επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε στην πράξη. Συγκεκριμένα, υπήρξαν περιπτώσεις που, ενώ η Α.Α.Δ.Ε. εξέταζε αίτημα ρύθμισης, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. επέβαλλε μέτρα διοικητικής εκτέλεσης, μη όντας ενήμερη για την εκκρεμότητα του αιτήματος ρύθμισης. Η προτεινόμενη ρύθμιση λοιπόν διασφαλίζει το απαραίτητο για τη διαπραγμάτευση κλίμα συνεργασίας και αποτρέπει την παρεμπόδιση της λειτουργίας της επιχείρησης από ενέργειες της Διοίκησης, που οφείλονται σε πλημμελή συντονισμό. Οπωσδήποτε η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα να άρει από μόνη της τόσο την αναστολή διοικητικής εκτέλεσης όσο και την αναστολή των διοικητικών μέτρων που αναστέλλουν τη λειτουργία της επιχείρησης (περ. β΄ της παρ. 2 και τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017, που εφαρμόζονται αναλόγως). Ωστόσο αυτό θα πρέπει να το κάνει με ρητή και αιτιολογημένη πράξη της και όχι εν αγνοία της εκκρεμούς διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Τέλος, με την παρ. 5 επιδιώκεται να διευκολυνθεί ο διορισμός εμπειρογνώμονα από το Δημόσιο, ώστε να μην καθυστερεί η διεκπεραίωση ιδίως εκείνων των υποθέσεων, στις οποίες ο διορισμός εμπειρογνώμονα είναι υποχρεωτικός.

Άρθρο 54

Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού αποδείχθηκε στην πράξη πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων. Χάρη σε αυτήν αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας, καθώς μειώνεται το διοικητικό κόστος εξέτασης του αιτήματος από τους πιστωτές, καθώς και η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Λόγω αυτής της χρησιμότητάς της, είναι σκόπιμο η δυνατότητα χρήσης της πλατφόρμας να επεκταθεί και σε περιπτώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες δεν υπάγονται στην κανονική διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού, ιδίως αγροτών ή ελεύθερων επαγγελματιών, που όμως επιθυμούν να ρυθμίσουν διμερώς τις οφειλές τους με τους χρηματοδοτικούς φορείς. Αυτήν την επέκταση εισάγει η προτεινόμενη ρύθμιση. Προς περαιτέρω άρση της ασυμμετρίας πληροφόρησης και ενίσχυση της πιθανότητας επιτυχίας της διαπραγμάτευσης προβλέπεται άρση του τραπεζικού και του φορολογικού απορρήτου και σε αυτές τις περιπτώσεις.

Άρθρο 55

Μεταβατικές διατάξεις

Με την παρ. 1 τίθεται ως γενικός μεταβατικός κανόνας ότι οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται μόνο στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του. Ο κανόνας αυτός επιβάλλεται από την ανάγκη να μη διαταραχθεί η ομαλότητα της διαδικασίας από τη μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος κατά τη διάρκειά της.

Με την παρ. 2 τίθενται κάποιες εξαιρέσεις από τον κανόνα της παρ. 1, στις οποίες κρίνεται ότι είναι σκόπιμη η εφαρμογή του προτεινόμενου σχεδίου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Συγκεκριμένα: α) η ενημέρωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. μετά την περάτωση των διαδικασιών διμερούς διαπραγμάτευσης που παραμένουν εκκρεμείς και μετά την παρέλευση τριμήνου θα δώσει στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. πληρέστερη εικόνα για την αποτελεσματικότητα του εξωδικαστικού μηχανισμού, χωρίς να διαταράσσει την ομαλότητα της διαδικασίας· β) η εφαρμογή του κανόνα για τη συμμετοχή μικροπιστωτών με ίσες ακριβώς απαιτήσεις θα δώσει λύση και σε εκκρεμείς υποθέσεις που, ελλείψει ρύθμισης, δεν μπορούν να προχωρήσουν· γ) η ρύθμιση με κ.υ.α. λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας θα αντιμετωπίσει προβλήματα που εντοπίζονται στην πράξη και επομένως χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση· δ) η άμεση επέκταση της αναστολής εκτέλεσης και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 52 και παρ. 4 του άρθρου 53) επιβάλλεται από την ανάγκη αποτροπής της δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων εις βάρος των οφειλετών αυτών· ε) η λήψη υπόψη, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, της καθαρής παρούσας αξίας των καταβολών προς το Δημόσιο για την ανάγκη εφαρμογής όλων των υποχρεωτικών κανόνων περισσότερο θα απλοποιήσει τους υπολογισμούς στη σύμβαση αναδιάρθρωσης, παρά θα περιπλέξει τις εκκρεμείς υποθέσεις· στ) η συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, με απαίτηση μέχρι 20.000 ευρώ έκαστος, στη διαπραγμάτευση υποθέσεων που δεν έχουν ιδιώτες πιστωτές, επιβάλλεται να καταλάβει και εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς σε αντίθετη περίπτωση αυτές οι υποθέσεις δεν θα μπορούν να περατωθούν. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες άμεσα, δηλαδή από το στάδιο, στο οποίο οι εκκρεμείς υποθέσεις βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, χωρίς να επηρεάζουν στάδια της διαδικασίας που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος του.

Με την παρ. 3 επεκτείνεται και σε ήδη υπογραφείσες συμβάσεις η ρύθμιση για τον περιορισμό των συνεπειών των κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, καθώς η ανάγκη πρόσβασης στα μελλοντικά έσοδα από τους τρίτους είναι το ίδιο επιτακτική και σε αυτούς που έχουν ήδη ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία διαπραγμάτευσης του εξωδικαστικού μηχανισμού.

Με την παρ. 4 ρυθμίζονται ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προκύπτουν από την υπαγωγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό και των οφειλών του 2017. Οπωσδήποτε συμβάσεις αναδιάρθρωσης, που έχουν ήδη συναφθεί, δεν μπορούν να θιχτούν. Η άμεση ένταξη των οφειλών του 2017 σε εκκρεμείς διαδικασίες θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη διατάραξη της διαδικασίας, αφού θα έπρεπε π.χ. να επανεξεταστεί η ύπαρξη απαρτίας και να αναπροσαρμοστούν οι προτάσεις και αντιπροτάσεις. Γι’ αυτό το λόγο το δεύτερο εδάφιο προβλέπει δυνατότητα διαγραφής της αίτησης με ταυτόχρονη επανυποβολή της, προκειμένου είτε να ενταχθούν οφειλές του 2017 είτε να συσχετιστεί η αίτηση της προσωπικής εταιρίας με αίτημα του ομόρρυθμου εταίρου για ρύθμιση των δικών του οφειλών. Αυτή η διαγραφή θα πρέπει πάντως να γίνει μετά την έκδοση της απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 50, ώστε να τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία και να μπορεί η διαγραφή να υποστηριχθεί τεχνικά από την ηλεκτρονική πλατφόρμα. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν να αγνοηθούν οι περιπτώσεις εκείνες, που λόγω μεγάλου ύψους οφειλών του 2017 οι πιστωτές είτε έκριναν τον οφειλέτη μη βιώσιμο είτε έκριναν την πρόταση ρύθμισης ασύμφορη, δεδομένου ότι η ικανότητα αποπληρωμής των παλαιών οφειλών περιορίστηκε από την ανάγκη άμεσης εξόφλησης των οφειλών του 2017. Για την αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων το πρώτο εδάφιο προβλέπει τη δυνατότητα επανυποβολής της αίτησης και επί διαδικασιών που περατώθηκαν ως άκαρπες, προκειμένου να συμπεριληφθούν οφειλές του 2017.

Η παρ. 5 παρέχει στους ομορρύθμους εταίρους εταιριών, οι οποίες υπέβαλαν αίτηση πριν την έναρξη ισχύος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ανεξαρτήτως της τύχης της αίτησης της εταιρίας, τη δυνατότητα να ζητήσουν τη ρύθμιση των δικών τους οφειλών. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται, προκειμένου να μη δημιουργηθεί ανισότητα εις βάρος των ομόρρυθμων μελών των εταιριών που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις η διάταξη επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη διάταξη του άρθρου 47. Ωστόσο προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές η διαδικασία ούτε χρειάζεται να είναι ενιαία ούτε να διεξαχθεί υπό τον ίδιο συντονιστή, δεδομένου ότι η υπόθεση επί της αίτησης της εταιρίας μπορεί να βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο ή και να έχει περατωθεί.

Η παρ. 6 διατηρεί προσωρινά σε ισχύ τη διάταξη που καθορίζει την αμοιβή των συντονιστών, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. που θα τις αναπροσαρμόζει. Η ρύθμιση αποσκοπεί στην αποτροπή δημιουργίας νομικού κενού κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ έναρξης ισχύος του νόμου και έκδοσης της απόφασης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Β΄

Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010 (Α΄ 130)

Με το Κεφάλαιο Β΄ τροποποιείται ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Α΄ 130). Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις υπαγορεύτηκαν από δύο κυρίως ανάγκες: α) την αποτροπή κατάχρησης του νόμου από στρατηγικούς κακοπληρωτές, η οποία κατάχρηση οδηγεί σε επιδείνωση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους, αλλά και σε δημιουργία κλίματος καχυποψίας και προκατάληψης σε βάρος όλων όσοι προσφεύγουν στην προστασία του νόμου αυτού, ακόμα κι αν πραγματικά τη χρειάζονται και τη δικαιούνται, β) τη διόρθωση επιμέρους αστοχιών του νόμου, οι οποίες είτε οδηγούσαν σε αδικίες κατά των οφειλετών ή κατά των πιστωτών είτε εγκυμονούσαν τον κίνδυνο να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να καταβάλει ποσά μεγαλύτερα από την ικανότητα αποπληρωμής του που η ίδια η δικαστική απόφαση προσδιόριζε. Δευτερευόντως και εμμέσως, ορισμένες από τις προτεινόμενες διατάξεις (π.χ. η κατάργηση της μέγιστης διάρκειας των προσωρινών διαταγών ή ο αποκλεισμός της δεύτερης αίτησης από δόλια υπερχρεωμένους οφειλέτες) θα συμβάλουν και στη μερική αποφόρτιση των Ειρηνοδικείων και συνακόλουθα στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Άρθρο 56

Πεδίο εφαρμογής

Όταν αποβιώνει υπερχρεωμένο πρόσωπο, οι κληρονόμοι του πολλές φορές αποδέχονται την κληρονομία είτε ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του κληρονομουμένου είτε επειδή συγκατοικούσαν με τον κληρονομούμενο σε κατοικία ιδιοκτησίας του και θα αντιμετωπίσουν στεγαστικό πρόβλημα σε περίπτωση αποποίησης. Αν στη συνέχεια, δεν καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που πλέον βαρύνουν αυτούς και ζητήσουν την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την ένσταση δόλιας περιέλευσής τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής μόνο και μόνο για το λόγο ότι αποδέχθηκαν εν γνώσει τους υπερχρεωμένη κληρονομία. Το φαινόμενο όμως αυτό αφενός συνιστά κοινωνικό πρόβλημα από μόνο του, αφετέρου είναι επιβλαβές για την εθνική οικονομία, αφού δημιουργεί κίνητρο για αποποιήσεις κληρονομιών, με αποτέλεσμα το ενεργητικό του κληρονομουμένου να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα αναξιοποίητο. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, προβλέπεται ρητά με την προτεινόμενη διάταξη ότι η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας, ακόμα κι αν ο κληρονόμος γνώριζε την υπερχρέωση του κληρονομουμένου κι απέβλεπε στην προστασία της κληρονομιαίας κύριας κατοικίας, δεν συνιστά από μόνη της δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής, παρά θα πρέπει να συνδυάζεται με άλλα περιστατικά (π.χ. υπαιτιότητα του κληρονόμου για την υπερχρέωση του κληρονομουμένου). Από την άλλη πλευρά, γενίκευση της διάταξης σε κάθε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, ακόμα κι αν ο κληρονόμος δεν είχε στενή συγγένεια με τον αρχικό οφειλέτη ή κληρονόμησε από διαθήκη, θα έδινε ευκαιρία καταχρήσεων από πρόσωπα, που αποδέχονται την κληρονομία όχι από ανάγκη ούτε υπό δυσμενείς ψυχολογικές συνθήκες, αλλά βάσει σταθμίσεων και υπολογισμών. Για το λόγο αυτό η εμβέλεια της διάταξης περιορίζεται στην περίπτωση των νόμιμων μεριδούχων, ανεξάρτητα από το αν κληρονομούν από διαθήκη, εξ αδιαθέτου ή από τη νόμιμη μοίρα. Για τις λοιπές περιπτώσεις, τα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ελεύθερα να κρίνουν αν η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας εν γνώσει της υπερχρέωσης συνιστά από μόνη της δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής.

Άρθρο 57

Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού

Με την προτεινόμενη διάταξη προστίθεται στο περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης οφειλών που παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα προς τους οφειλέτες τους, ο αριθμός και η ημερομηνία της δανειακής σύμβασης, εφόσον βέβαια είναι διαθέσιμα. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθήσουν τον οφειλέτη να συντάξει το δικόγραφο της αίτησης, χωρίς να χρειάζεται να αναζητεί την ίδια τη σύμβαση.

Άρθρο 58

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

Με την παρ. 1 υποχρεώνεται ο οφειλέτης να παραιτηθεί του τραπεζικού του απορρήτου, καθώς και να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση περί μη πτωχευτικής ικανότητάς του. Η διάταξη αποσκοπεί στην αποκάλυψη στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίοι είχαν μεγάλα ποσά κατατεθειμένα σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν είναι διάδικοι. Περαιτέρω αποσκοπεί στο να αποτρέψει την άσκηση αιτήσεων από πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, τα οποία επιδιώκουν να επωφεληθούν της αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης μέχρι την ημέρα επικύρωσης.

Με την παρ. 2 διευκολύνεται το έργο του δικαστή στη διερεύνηση αιτήσεων είτε από πρόσωπα με εμπορική ιδιότητα είτε από πρόσωπα που ασκούν πολλαπλές αιτήσεις, παράλληλες ή διαδοχικές. Συγκεκριμένα ανατίθεται στη γραμματεία ένας προκαταρκτικός έλεγχος είτε για τυχόν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον προκύπτει από τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα, είτε για άσκηση άλλης αίτησης στο παρελθόν. Ο έλεγχος αυτός είναι αμιγώς επιβοηθητικός, καθώς ο γραμματέας απλώς σημειώνει τις διαπιστώσεις του στο φάκελο της αίτησης, ενώ ο δικαστής θα αποφασίσει τελικά αν ο οφειλέτης έχει εμπορική ιδιότητα ή αν η άσκηση πολλαπλών αιτήσεων συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά.

Με την παρ. 3 προστίθενται δύο εδάφια στην παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010. Με το πρώτο επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί η καταχρηστική συμπεριφορά ορισμένων αιτούντων, ενίοτε εμπόρων, οι οποίοι ασκούσαν αίτηση για να επωφεληθούν της αυτοδίκαιης αναστολής καταδιωκτικών μέτρων και την ημέρα επικύρωσης παραιτούνταν του δικογράφου μόνο και μόνο για να επανασκήσουν την αίτηση και να επιτύχουν νέα αυτοδίκαιη αναστολή. Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται αυτοδίκαιη αναστολή και στη δεύτερη αίτηση, αν ο οφειλέτης έχει παραιτηθεί μία φορά και την επανασκήσει, καθώς η παραίτηση μπορεί να οφείλεται στη διαπίστωση ενός σφάλματος ή στην επιθυμία ένταξης οφειλών προς το Δημόσιο, αν όμως έχει ήδη παραιτηθεί δύο φορές, τότε τυχόν τρίτη αίτηση δεν θα αναστέλλει αυτοδικαίως εκ του νόμου τα καταδιωκτικά μέτρα, παρά θα απαιτείται διαταγή του δικαστή κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010.

Με το δεύτερο προστιθέμενο εδάφιο, αποτρέπεται το ενδεχόμενο διαιώνισης υποθέσεων μέσω ματαίωσης της συζήτησης χωρίς επαναπροσδιορισμό.

Η παρ. 4 επιδιώκει να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της καταχρηστικής επίτευξης αυτοδίκαιης αναστολής από πρόσωπα με εμπορική ιδιότητα. Συγκεκριμένα, υπάρχουν, ευτυχώς μεμονωμένες, περιπτώσεις ειρηνοδικείων, στις οποίες η ημέρα επικύρωσης απέχει αρκετά μεγάλο διάστημα σε σχέση με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Στα ειρηνοδικεία αυτά παρατηρήθηκε το φαινόμενο άσκησης αιτήσεων από εμπόρους, προκειμένου να ανασταλούν τα καταδιωκτικά μέτρα για αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το λόγο αυτό η παρ. 4 προβλέπει ότι, αν η γραμματεία διαπιστώσει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, τότε θα πρέπει ο Ειρηνοδίκης να κρίνει μέσα σε δέκα ημέρες την εμπορική ή όχι ιδιότητα του οφειλέτη και να αποφασίσει αν θα ισχύει η απαγόρευση των καταδιωκτικών μέτρων μέχρι την ημέρα επικύρωσης. Για να διασφαλιστεί ότι αυτή διαταγή θα εκδοθεί το συντομότερο δυνατό, δεν προβλέπεται υποχρέωση κλήτευσης των διαδίκων, χωρίς πάντως να κωλύεται ο Ειρηνοδίκης να τους καλέσει, εφόσον κρίνει ότι η κλήτευσή τους θα μπορέσει να αποσαφηνίσει το ζήτημα της εμπορικής ιδιότητας, χωρίς να καθυστερήσει την απόφασή του.

Άρθρο 59

Προδικασία

Με την παρ. 1 καταργείται η διάταξη που προβλέπει ισχύ της προσωρινής διαταγής το πολύ για έξι μήνες. Δεδομένου ότι με το άρθρο 58 εισάγεται άρση του τραπεζικού απορρήτου, οπότε οι πιστωτές μπορούν να πληροφορηθούν οποιαδήποτε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη και να ζητήσουν μεταρρύθμιση ή ακόμα και ανάκληση της προσωρινής διαταγής, η διατήρηση της καταργούμενης διάταξης θα οδηγούσε σε ανακύκλωση των υποθέσεων προσωρινής διαταγής και σε υπερφόρτωση των Ειρηνοδικείων χωρίς κάποια ουσιαστική ωφέλεια.

Η παρ. 2 συνδυάζεται με τη ρύθμιση που εισάγει η παρ. 2 του άρθρου 61. Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 σε συνδυασμό με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 οδηγούσε σε αξιολογική αντινομία. Αν ένας οφειλέτης κατέβαλλε δυνάμει της προσωρινής διαταγής ποσό μικρότερο από αυτό που όριζε η οριστική απόφαση και από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης μεσολαβούσε μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε ο οφειλέτης αντιμετώπιζε το εξής πρόβλημα: Οι δόσεις της προσωρινής διαταγής συνυπολογίζονταν στο χρονικό διάστημα της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010, επομένως το χρονικό διάστημα των τριών ετών του άρθρου 8 μετρούσε από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής και συμπληρωνόταν σε μικρό διάστημα από την έκδοση της οριστικής απόφασης. Μετά δε τη συμπλήρωση της τριετίας, καλούνταν ο οφειλέτης να αποπληρώσει εντόκως σε μόλις ένα έτος τη διαφορά, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να υπερβεί την ικανότητα αποπληρωμής του. Αντίθετα, ο οφειλέτης στον οποίο δεν χορηγήθηκε καθόλου προσωρινή διαταγή, πληρώνει το ποσό ακριβώς που αντιστοιχεί στην ικανότητα αποπληρωμής του επί τρία έτη από την έκδοση της οριστικής απόφασης. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντινομία, οι προτεινόμενες διατάξεις προβλέπουν ότι το χρονικό διάστημα των τριών ετών θα υπολογίζεται σε κάθε περίπτωση από την έκδοση της οριστικής απόφασης, το δε συνολικό ποσό που καταβλήθηκε δυνάμει της προσωρινής διαταγής θα αφαιρείται από τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010, αφού βέβαια διαιρεθεί διά το πλήθος των δόσεων της ρύθμισης. Έτσι διασφαλίζεται αφενός ότι κανείς δεν θα χρειαστεί να υπερβεί την ικανότητα αποπληρωμής του, αφετέρου ότι όποιος κατέβαλε ποσά δυνάμει προσωρινής διαταγής θα περιέρχεται σε καλύτερη θέση από εκείνον που δεν έλαβε προσωρινή διαταγή και δεν κατέβαλε τίποτε.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζονται περιπτώσεις οφειλετών, οι οποίοι λαμβάνουν προσωρινή διαταγή, δεν καταβάλλουν όμως τα ποσά που ορίζει η προσωρινή διαταγή, στηριζόμενοι στο ότι η ανάκληση της προσωρινής διαταγής απαιτεί νέα πράξη του δικαστή, την οποία οι θιγόμενοι πιστωτές θα αποθαρρυνθούν να ζητήσουν λόγω κόστους, ιδίως αν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη συζήτηση της αίτησης δεν είναι μεγάλο. Προβλέπεται λοιπόν με την προτεινόμενη ρύθμιση ότι με την καθυστέρηση ποσού ίσου με την αξία τριών μηνιαίων δόσεων θα παύει αυτοδικαίως η διαταχθείσα αναστολή, χωρίς να απαιτείται νέα πράξη του δικαστή. Από την άλλη πλευρά, λαμβάνονται ασφαλιστικές δικλείδες τόσο για την προστασία του οφειλέτη όσο και τη διαφύλαξη του συλλογικού χαρακτήρα της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, πριν την παύση της αναστολής καλείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει τις καθυστερούμενες δόσεις εντός τριάντα ημερών, ώστε να έχει μία ακόμα ευκαιρία να διατηρήσει τη διαταχθείσα αναστολή. Αν δεν συμμορφωθεί, τότε ο θιγόμενος πιστωτής επιδίδει τη σχετική δήλωση σε όλους τους πιστωτές, καθώς θα πρέπει αυτοί να είναι ενήμεροι για τη δυνατότητα λήψης ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους. Η λύση αυτή είναι δίκαιη, όταν ο οφειλέτης σκοπίμως παραλείπει την καταβολή των δόσεων, θα πρέπει όμως να ληφθεί μέριμνα τόσο για την περίπτωση, που η ασυνέπεια του οφειλέτη οφείλεται σε ανωτέρα βία μη δυνάμενη να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της προσωρινής διαταγής, όσο και για την περίπτωση, που ο πιστωτής ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του να προκαλέσει την παύση της αναστολής, π.χ. επειδή άσκησε το δικαίωμά του με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με την ασυνέπεια του οφειλέτη, εισπράττοντας κανονικά τις δόσεις μεγάλου ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος. Για τις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει εκ νέου χορήγηση της προσωρινής διαταγής.

Με την παρ. 4 καλύπτεται η περίπτωση, που ο οφειλέτης είναι συστηματικά ασυνεπής ως προς την καταβολή των δόσεων της προσωρινής διαταγής, φροντίζει όμως να μην συσσωρεύεται ποτέ οφειλή τριών μηνών. Η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική επίκληση της προσωρινής διαταγής από τον οφειλέτη και χρήζει αντιμετώπισης. Δεδομένου ωστόσο ότι η συστηματικότητα της ασυνέπειας απαιτεί διάγνωση και υποκειμενικών στοιχείων, δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής σε αυτήν την περίπτωση, αλλά ανάκλησή της από το δικαστή.

Άρθρο 60

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

Οι παρ. 1 και 3 ευθυγραμμίζουν τις ρυθμίσεις του άρθρου 6 ν. 3869/2010 με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 59 (κατάργηση της εξάμηνης διάρκειας της απόφασης αναστολής). Εξάλλου οι παρ. 2 και 4 ευθυγραμμίζουν το άρθρο 6 ν. 3869/2010 με την προτεινόμενη ρύθμιση των παρ. 3 και 4 του άρθρου 59. Όσα λοιπόν αναφέρονται προς αιτιολόγηση των ανωτέρω διατάξεων ισχύουν και για το παρόν άρθρο mutatis mutandis.

Με την παρ. 5 προβλέπεται ότι η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά την παρ. 3 του άρθρου 6 ν. 3869/2010 θεωρείται ότι ουδέποτε επήλθαν, αν η αίτηση απορριφθεί τελεσίδικα. Η ρύθμιση είναι εύλογη, καθώς δεν επιτρέπεται να ωφελείται ο οφειλέτης μόνο και μόνο από το γεγονός ότι άσκησε μία αίτηση απορριπτέα, είτε επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προστασίας του βάσει του ν. 3869/2010 είτε επειδή η αίτησή του βαρύνεται με τυπικές πλημμέλειες που την καθιστούν απαράδεκτη.

Άρθρο 61

Δικαστική ρύθμιση χρεών

Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προβλέπει ότι, αν η αίτηση του οφειλέτη απορριφθεί, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο ενός έτους. Η δυνατότητα νέας αίτησης είναι εύλογη εφόσον η απόρριψη της προηγούμενης έγινε για ουσιαστικούς λόγους, οι οποίοι μπορεί στη συνέχεια να μεταβληθούν, π.χ. επειδή υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών, που στη συνέχεια μπορεί να εκλείψει, ή επειδή ασκείται εμπορική δραστηριότητα, που στη συνέχεια μπορεί να διακοπεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν η αίτηση απορρίπτεται λόγω δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Σε αυτήν την περίπτωση δεν νοείται μεταγενέστερη άρση του λόγου απόρριψης, η δε δυνατότητα επανάσκησης της αίτησης μόνο σε άσκοπη, ή και καταχρηστική από την πλευρά του οφειλέτη, ανακύκλωση υποθέσεων μπορεί να οδηγήσει. Για το λόγο αυτό η παρ. 1 αποκλείει την άσκηση δεύτερης αίτησης στις περιπτώσεις αυτές.

Η παρ. 2 αιτιολογήθηκε παραπάνω, με την παρ. 2 του άρθρου 59.

Άρθρο 62

Προστασία κύριας κατοικίας

Με την παρ. 1 καταργείται ο χρονικός περιορισμός που ισχύει για την έκδοση της πράξης της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4469/2010. Σκοπός της κατάργησης είναι η παροχή δυνατότητας για τροποποίηση της ήδη εκδοθείσας απόφασης (54/2015, Β΄ 2740), αν στο μέλλον η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει μία τέτοια τροποποίηση σκόπιμη.

Με την παρ. 2 τροποποιούνται οι διατάξεις για τη συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών για προστασία της κύριας κατοικίας. Η συνεισφορά αυτή, μολονότι είναι ανεκτίμητο βοήθημα για τους οικονομικά αδύναμους οφειλέτες, δεν έχει βρει την αντίστοιχη απήχηση στην πράξη, καθώς δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση των οφειλετών για τη δυνατότητα αυτή. Για την ενεργοποίηση αυτής της δυνατότητας, η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει τις εξής ρυθμίσεις: α) επισήμανση της δυνατότητας αυτής στην ίδια τη δικαστική απόφαση, που εξαιρεί την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση· η επισήμανση αυτή έχει ρόλο αμιγώς υπομνηστικό και δεν είναι προϋπόθεση για την αποδοχή του αιτήματος συνεισφοράς από τη Διοίκηση· β) δυνατότητα των ίδιων των πιστωτών να υποβάλουν την αίτηση προς τη Διοίκηση για λογαριασμό του οφειλέτη μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης.

Παράλληλα, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Δημοσίου σε περίπτωση ασυνέπειας του οφειλέτη ως προς την καταβολή της δικής του συνεισφοράς. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται ότι οι πιστωτές οφείλουν να ενημερώνουν τη Διοίκηση, όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλει τη δική του συνεισφορά, ώστε το Δημόσιο να διακόψει την καταβολή της συμμετοχής του. Αν, εξαιτίας της μη έγκαιρης ενημέρωσής του, το Δημόσιο συνεχίσει να καταβάλλει τη συνεισφορά του και τελικά ο οφειλέτης λόγω της ασυνέπειάς του εκπέσει από τη ρύθμιση, τότε το Δημόσιο θα μπορεί να αναζητήσει από τον πιστωτή ό,τι κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη.

Επίσης, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε ο οφειλέτης να μην υφίσταται δυσμενείς συνέπειες από τυχόν καθυστερήσεις της Διοίκησης ως προς την καταβολή της συνεισφοράς του Δημοσίου. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι η καθυστέρηση του Δημοσίου ως προς την καταβολή της συνεισφοράς του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη. Σε αυτήν την περίπτωση, εφόσον η συμμετοχή του Δημοσίου έχει εγκριθεί από τη Διοίκηση, θα μπορεί ο πιστωτής να αναζητήσει τη συνεισφορά απευθείας από το Δημόσιο.

Τέλος, διαγράφεται ο χρονικός περιορισμός ως προς την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που καθορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου και τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Σκοπός είναι και εδώ η παροχή δυνατότητας στη Διοίκηση να τροποποιήσει την υπ’ αριθ. 130377/2015 κ.υ.α. (Β΄ 2723), αν η τροποποίηση κριθεί στο μέλλον σκόπιμη.

Με την παρ. 3 προστίθενται δύο παράγραφοι (2α και 2β) στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010.

Με την προστιθέμενη παρ. 2α ν. 3869/2010 εισάγεται μία σημαντική μεταβολή στις προϋποθέσεις για προστασία της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση. Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εξαρτά την προστασία της κύριας κατοικίας από ένα ανώτατο όριο αντικειμενικής αξίας (180.000 ευρώ, προσαυξανόμενο ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη). Η εξάρτηση από την αντικειμενική αξία μπορεί να οδηγήσει σε αδικίες τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά των πιστωτών, όταν η εμπορική αξία αποκλίνει από την αντικειμενική είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω. Για το λόγο αυτό δίνεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε διάδικο να ζητήσει η απόφαση του δικαστηρίου για την εξαίρεση ή μη της κύριας κατοικίας να βασιστεί στην εμπορική αξία αυτής. Επειδή τη ζήτημα της προστασίας ή μη της κύριας κατοικίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ο προσδιορισμός της εμπορικής αξίας δεν μπορεί να επαφεθεί σε κάθε αποδεικτικό μέσο, αλλά επιβάλλεται η εμπορική αξία να τεκμηριώνεται με έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, εγγεγραμμένου στο οικείο Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών. Δεδομένης της μη επιδίκασης δικαστικής δαπάνης (παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010), είναι επίσης εύλογο η αμοιβή του εκτιμητή να καταβάλλεται από το διάδικο που ζητεί το διορισμό του εκτιμητή ως πραγματογνώμονα, χωρίς πάντως να θίγονται οι διατάξεις για τη νομική βοήθεια (ν. 3226/2004, Α΄ 24) ή για το ευεργέτημα πενίας (άρθρα 194 έως 204 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος σκόπιμης πρόκλησης καθυστερήσεων από διαδίκους, που θα υποβάλλουν το αίτημα διορισμού πραγματογνώμονα το πρώτον με τις προτάσεις, προκαλώντας έτσι την έκδοση μη οριστικής απόφασης, προβλέπεται ότι, αν ο διάδικος δεν προσκομίζει ήδη έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, ο διορισμός πραγματογνώμονα από το δικαστήριο θα πρέπει να ζητείται είτε με το δικόγραφο της αίτησης είτε με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο θα πρέπει να κατατίθεται τουλάχιστον έξι μήνες πριν την ημερομηνία συζήτησης.

Επιπλέον η προστιθέμενη παρ. 2α ν. 3869/2010 λαμβάνει μέριμνα ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να απορρίψει το δικαστήριο το αίτημα προστασίας της κύριας κατοικίας λόγω υψηλής αξίας αυτής, εν συνεχεία όμως αυτή να ρευστοποιηθεί σε τιμή κατώτερη του ορίου προστασίας της. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται ότι το όριο αξίας για προστασία της κύριας κατοικίας τίθεται ως ελάχιστη επιτρεπτή τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό της. Ο περιορισμός αυτός ισχύει μόνο για τρία έτη από τη δημοσίευση της απόφασης, καθώς μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μεταβολής της αξίας της κατοικίας, η οποία μεταβολή, ως επιγενόμενο περιστατικό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αναφορικά με την τιμή πρώτης προσφοράς, δεν δικαιολογεί όμως αμφισβήτηση της ορθότητας της δικαστικής απόφασης. Αν όμως μέσα το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπάρξουν δύο άγονοι πλειστηριασμοί με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το όριο αξίας για προστασία κύριας κατοικίας, τότε είναι προφανές ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αρνήθηκε λόγω υψηλής αξίας την προστασία της. Σε αυτήν την περίπτωση είναι εύλογο η απόφαση να μεταρρυθμιστεί και το δικαστήριο να διατάξει την προστασία της, εφόσον φυσικά συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9, δεσμευόμενο ως προς την εμπορική αξία από το γεγονός των δύο άγονων πλειστηριασμών. Η αίτηση μεταρρύθμισης θα μπορεί να υποβληθεί και μετά την 31/12/2018, εφόσον η αρχική αίτηση είχε υποβληθεί πριν την ημερομηνία αυτή, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα η πρόβλεψη της τριετούς προθεσμίας, κατά την οποία ισχύει ο περιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς.

Με την προστιθέμενη παρ. 2β του ν. 3869/2010 ρυθμίζεται το ζήτημα της χρονικής σύμπτωσης της δικαστικής ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 ν. 3869/2010. Το ζήτημα αυτό φαίνεται να μένει αρρύθμιστο από τον ισχύοντα νόμο. Με αυτόν τον τρόπο όμως: α) είτε θα υποχρεωθούν οι οφειλέτες κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του άρθρου 8 να καταβάλουν ποσά που υπερβαίνουν την ικανότητα αποπληρωμής τους, με ορατό τον κίνδυνο έκπτωσής τους, β) είτε το δικαστήριο θα τοποθετήσει την έναρξη του σχεδίου διευθέτησης οφειλών στη λήξη της δικαστικής ρύθμισης, οπότε όμως οι οφειλέτες θα επιβαρυνθούν με τους τόκους του σχεδίου διευθέτησης και επιπλέον επιμηκύνεται η συνολική περίοδος αποπληρωμής. Για να μη μείνει λοιπόν το ζήτημα αρρύθμιστο και προκειμένου να αποτραπούν και τα δύο ανωτέρω ενδεχόμενα, προβλέπεται ότι το δικαστήριο θα κατανείμει το συνολικό ποσό, που μπορεί να καταβάλλει ο οφειλέτης, μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9. Κριτήριο για την κατανομή θα πρέπει να είναι η μη χειροτέρευση της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τη θέση που θα είχαν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν π.χ. ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλλει 500 ευρώ μηνιαίως και η αξία ρευστοποίησης της πρώτης κατοικίας μπορεί να καλυφθεί σε 20 έτη με καταβολή τοκοχρεωλυτικής μηνιαίας δόσης 350 ευρώ, τότε η μηνιαία δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 150 ευρώ ούτε η μηνιαία δόση του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 θα μπορεί να υπολείπεται των 350 ευρώ.

Η παρ. 4 επιδιώκει τη σαφήνεια της τροποποιούμενης διάταξης, καθώς προστίθενται παρ. 2α και 2β και η φράση «της παραγράφου αυτής», που υπάρχει στην παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, πρέπει να καταστεί σαφές σε ποια παράγραφο αναφέρεται.

Η παρ. 5 αντιμετωπίζει την περίπτωση που το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ έφεση, ορίζει μηνιαία δόση μεγαλύτερη από αυτήν που είχε ορίσει το Ειρηνοδικείο. Η περίπτωση αυτή ομοιάζει με την περίπτωση της διαφοράς δόσης μεταξύ προσωρινής διαταγής και οριστικής απόφασης. Στην τελευταία περίπτωση το ζήτημα αντιμετωπίζεται από την παρ. 2 του άρθρου 59 και την παρ. 2 του άρθρου 61 με τοποθέτηση της έναρξης της τριετίας στη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. Υιοθέτηση όμως παρόμοιας ρύθμισης και στην περίπτωση της κατ’ έφεση δίκης θα δημιουργούσε ανασφάλεια αναφορικά με την απαλλαγή ή όχι του οφειλέτη και μία επ’ άπειρον «ομηρεία» όλων των διαδίκων σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από αυτούς ασκήσει έφεση. Για το λόγο αυτό, χωρίς να θίγεται η έναρξη της τριετούς ρύθμισης από την πρωτοβάθμια απόφαση, προβλέπεται ότι η διαφορά θα καταβληθεί, εντασσόμενη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπερβαίνεται η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. Αν π.χ., στο παράδειγμα που αναφέρθηκε στην αιτιολόγηση της προστιθέμενης παρ. 2β του άρθρου 9 ν. 3869/2010, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ορίσει τη δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 στα 150 ευρώ και τη δόση του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 στα 350 ευρώ και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσδιορίσει την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη στα 600 ευρώ, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατανείμει τα επιπλέον 100 ευρώ μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8, του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 και της διαφοράς δόσεων μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας απόφασης. Η διάταξη κάνει λόγο για άτοκη εξόφληση της διαφοράς. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κανόνας της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε σύγκριση με τη θέση τους σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης ισχύει και σε αυτήν την περίπτωση αναφορικά με το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Επομένως, μολονότι δεν θα καταβληθεί τόκος επί της διαφοράς, η αφαίρεσή της από την αξία ρευστοποίησης της προστατευόμενης κύριας κατοικίας θα αναχθεί σε όρους καθαρής παρούσας αξίας, λαμβάνοντας υπόψη και τον καθυστερημένο χρόνο καταβολής της.

Με την παρ. 6 δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους διαδίκους να ζητήσουν μεταρρύθμιση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, εφόσον η μεταρρύθμιση υπαγορεύεται από μεταγενέστερα γεγονότα. Ο ισχύων νόμος προβλέπει μεταρρύθμιση μόνο της ρύθμισης του άρθρου 8, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκαμπτο το σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 και αφενός οι οφειλέτες, που αντιμετωπίζουν κάποια δυσμενή μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης, να βρίσκονται ενώπιον του κινδύνου απώλειας της προστασίας της κύριας κατοικίας τους, αφετέρου οι πιστωτές να υφίστανται ζημία παρά τη βελτίωση των εισοδημάτων του οφειλέτη. Για να διατηρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του αιτήματος και να μην δοθεί η δυνατότητα καταστρατήγησης των μεταβατικών διατάξεων των νόμων, που κατά καιρούς τροποποίησαν την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, προβλέπεται ρητώς ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και μετά τη μεταρρύθμισή του, θα παραμένει εντός των ορίων που θέτει η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αυτό εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση. Αν λοιπόν π.χ. η μεταρρυθμιζόμενη απόφαση εφάρμοσε το ν. 4346/2015 (Α΄ 152) και μερίμνησε για τη μη χειροτέρευση της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τη θέση που θα είχαν επί αναγκαστικής εκτέλεσης, ο κανόνας αυτός θα πρέπει να γίνει σεβαστός και από τη μεταρρυθμιστική απόφαση.

Άρθρο 63

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

Με τη διάταξη αυτή προστίθενται τα πιστωτικά ιδρύματα στους φορείς που υποχρεούνται να δίνουν στους πιστωτές κάθε χρήσιμη πληροφορία για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, ύστερα από αίτηση που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα. Δεδομένης της άρσης του τραπεζικού απορρήτου κατά τη διάρκεια της δίκης, που εισάγεται με την παρ. 1 του άρθρου 58, η διάταξη διασφαλίζει την πληρέστερη πληροφόρηση των πιστωτών για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Άρθρο 64

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

Με την παρ. 1 καθίσταται προαιρετική πλέον η απόφαση του Ειρηνοδικείου που πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη. Έτσι απαλλάσσεται ο οφειλέτης από μία διαδικασία, η οποία συνεπάγεται δαπάνες γι’ αυτόν, αλλά και αποφορτίζονται τα Ειρηνοδικεία από περιττές δίκες. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται αυτοδικαίως με την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεών του από την απόφαση ρύθμισης οφειλών, χωρίς να απαιτείται κάποια πρόσθετη διαδικασία. Διατηρείται πάντως το δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την έκδοση απόφασης που θα βεβαιώνει την απαλλαγή του, αν επιθυμεί μία πρόσθετη διασφάλισή του.

Η ρύθμιση της παρ. 2 είναι συναφής με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 59. Όσα λοιπόν αναφέρονται προς αιτιολόγηση τις ανωτέρω διάταξης ισχύει και για το παρόν άρθρο mutatis mutandis. Επισημαίνεται μόνο ότι σκοπίμως δεν προτείνεται για την έκπτωση από τη ρύθμιση διάταξη παρόμοια με την παρ. 4 του άρθρου 59 (έκπτωση λόγω συστηματικής παράβασης της δικαστικής ρύθμισης), αφού η έκπτωση από ρύθμιση δυνάμει οριστικής απόφασης είναι πολύ σοβαρότερη από την παύση ισχύος μιας προσωρινής διαταγής και επομένως επιβάλλεται να έχει αυστηρότερες προϋποθέσεις.

Άρθρο 65

Δικαιώματα συνοφειλετών

Με την προτεινόμενη διάταξη καλύπτεται ένα κενό του προϊσχύοντος δικαίου. Η ισχύουσα διάταξη προβλέπει απαλλαγή του οφειλέτη έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρο υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή. Ο σκοπός της ισχύουσας διάταξης είναι προφανής: αν ο οφειλέτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την απόφαση δικαστικής ρύθμισης και απαλλαγεί από τα υπόλοιπα των οφειλών του, η άσκηση οποιασδήποτε αναγωγικής αξίωσης κατ’ αυτού θα ματαίωνε τη βασική επιδίωξη του νόμου για παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον οφειλέτη. Δεν προβλέπεται όμως τι ισχύει σε περίπτωση που ο εγγυητής ή ο εις ολόκληρον υπόχρεος καταβάλει στον πιστωτή, πριν την ολοκλήρωση της δικαστικής ρύθμισης, όχι μόνο το τμήμα της οφειλής, από το οποίο πρόκειται να απαλλαγεί ο οφειλέτης μετά την ολοκλήρωση της ρύθμισης, αλλά και τμήμα της οφειλής, που πρόκειται να ικανοποιηθεί από την απόφαση ρύθμισης ή από το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Σε αυτήν την περίπτωση, η ισχύουσα διάταξη θα οδηγούσε σε απαλλαγή του οφειλέτη πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, μία λύση που είναι άδικη για τον εγγυητή ή τον εις ολόκληρο υπόχρεο. Για τους παραπάνω λόγους η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι ο εγγυητής, αν καταβάλει όχι μόνο το τμήμα της οφειλής, από το οποίο θα απαλλαγεί ο πρωτοφειλέτης, αλλά και τμήμα της οφειλής που εντάσσεται είτε στη ρύθμιση του άρθρου 8 είτε στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε υποκαθίσταται στη θέση του πιστωτή, με τους όρους που θα συμμετείχε ο τελευταίος στη ρύθμιση. Η λύση αυτή είναι δίκαιη για τον εγγυητή, χωρίς να επιβαρύνει τη θέση του πρωτοφειλέτη, ο οποίος θα καταβάλει στον εγγυητή τα ίδια ποσά που θα κατέβαλλε στον πιστωτή.

Άρθρο 66

Θάνατος του οφειλέτη

Με την προτεινόμενη διάταξη αντιμετωπίζεται η περίπτωση, που ο οφειλέτης αποβιώνει είτε κατά τη διάρκεια της δίκης είτε μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά πριν την απαλλαγή του. Σε αυτήν την περίπτωση, επειδή η απόφαση ρυθμίζει τις οφειλές με βάση συνθήκες που συντρέχουν στο πρόσωπο του οφειλέτη, η δίκη δεν μπορεί να συνεχιστεί από τους κληρονόμους ούτε η απόφαση μπορεί να ισχύσει αυτομάτως υπέρ των κληρονόμων. Από την άλλη πλευρά, η αναβίωση των οφειλών του κληρονομουμένου οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις για τους κληρονόμους που χρησιμοποιούν την κληρονομιαία κύρια κατοικία ως δική τους κύρια κατοικία, καθώς αυτοί δεν θα μπορούν μετά την 31/12/2018 να ζητήσουν την προστασία της, έστω κι αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει αίτηση πριν την ημερομηνία αυτή και πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την προστασία της. Ακόμα κι αν ο οφειλέτης αποβιώσει και ο κληρονόμος ασκήσει δική του αίτηση πριν την ημερομηνία αυτή, ο κληρονόμος θα υποχρεωθεί να καταβάλει εκ νέου το σύνολο της αξίας ρευστοποίησης της κατοικίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι καταβολές του κληρονομουμένου, εκτός φυσικά και αν το άθροισμα των καταβολών του κληρονομουμένου και της αξίας ρευστοποίησης υπερβαίνει το συνολικό ύψος των οφειλών. Αυτά τα προβλήματα προσπαθεί να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία προσθέτει άρθρο 12α στο ν. 3869/2010.

Με την παρ. 1 του άρθρου 12α επιβεβαιώνεται ο προσωποπαγής χαρακτήρας της δίκης, με την πρόβλεψη κατάργησής της σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη.

Η παρ. 2 ρυθμίζει το ύψος των οφειλών, που βαρύνουν τον κληρονόμο, αν ο οφειλέτης αποβιώσει είτε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας είτα μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά πριν την απαλλαγή του κατά την παρ. 1 του άρθρου 11. Οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος που θα βρίσκονταν, αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση, μειωμένο κατά τις καταβολές του κληρονομουμένου. Διατηρείται όμως η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη, καθώς για το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπερημερία του, ούτε άλλωστε είναι εύλογο να διαταραχθεί με αναδρομική ενέργεια η ισορροπία μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις επιβαρύνονται με διαφορετικά επιτόκια, μόνο και μόνο λόγω του θανάτου του οφειλέτη.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζεται η περίπτωση που ο οφειλέτης είχε προστατεύσει δικαστικά την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση πλην όμως αποβίωσε πριν την ολοκλήρωση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών. Σε αυτήν την περίπτωση δίνεται η δυνατότητα στον κληρονόμο, που πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ν. 3869/2010, χρησιμοποιεί την κύρια κατοικία του κληρονομουμένου ως δική του κύρια κατοικία και συντρέχουν στο πρόσωπό του οι λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει τη συνέχιση του σχεδίου διευθέτησης, προσαρμοσμένου φυσικά στη δική του ικανότητα αποπληρωμής. Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών δεν θίγεται ούτε επιτρέπεται η συνολική διάρκεια των σχεδίων διευθέτησης του κληρονομουμένου και του κληρονόμου να υπερβαίνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια (20 έτη και κατ’ εξαίρεση 35 έτη επί συμβάσεων μεγαλύτερης διάρκειας). Ωστόσο ο κληρονόμος θα μπορεί να ζητήσει προστασία της κύριας κατοικίας και μετά την 31/12/2018, η δε αξία ρευστοποίησης, την οποία θα καταβάλει για την προστασία της κύριας κατοικίας, θα μειωθεί κατά τα ποσά που κατέβαλε ο κληρονομούμενος.

Τέλος η παρ. 4 ρυθμίζει την περίπτωση που ο κληρονόμος χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία την κύρια κατοικία του κληρονομουμένου, ο τελευταίος όμως αποβίωσε μετά την άσκηση αίτησης αλλά πριν την έκδοση απόφασης που προστατεύει την κύρια κατοικία του. Στην περίπτωση αυτή ο κληρονόμος δεν χάνει την προστασία της κληρονομιαίας κύριας κατοικίας στο πρόσωπό του με τους όρους της παρ. 3, θα πρέπει όμως το δικαστήριο να κρίνει επιπλέον ότι οι προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας συνέτρεχαν και στο πρόσωπο του κληρονομουμένου, δηλαδή ότι το αίτημα του κληρονομουμένου για προστασία της θα γινόταν δεκτό, αν η δίκη δεν καταργούταν.

Άρθρο 67

Αρχείο αιτήσεων

Με την προτεινόμενη διάταξη διευκολύνεται η πρόσβαση της γραμματείας των Ειρηνοδικείων στο γενικό αρχείο αιτήσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ώστε να είναι ευχερέστερος ο έλεγχος της ύπαρξης προηγούμενων αιτήσεων από τον ίδιο οφειλέτη, εκκρεμών ή μη, τον οποίο εισάγει η παρ. 2 του άρθρου 58. Τον ίδιο σκοπό επιδιώκει και η κατάργηση της δυνατότητας διαγραφής των στοιχείων από το εν λόγω αρχείο μετά την παρέλευση ενός έτους από την αμετάκλητη απόρριψη των αιτήσεων ή την κατάργηση των δικών.

Άρθρο 68

Μεταβατικές διατάξεις

Με την παρ. 1 ορίζεται ότι ο κανόνας, περί μη θεμελίωσης δόλιας υπερχρέωσης μόνο και μόνο στο γεγονός της αποδοχής υπερχρεωμένης κληρονομίας, ισχύει αναδρομικά και σε αποδοχές που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για λόγους ισότητας.

Η ρύθμιση της παρ. 2 επιβάλλεται από την ανάγκη να δοθεί ένας εύλογος χρόνος στα πιστωτικά ιδρύματα να προσαρμόσουν τα μηχανογραφικά τους συστήματα, ώστε να μπορούν να χορηγούν βεβαιώσεις με το πρόσθετο περιεχόμενο που προβλέπει το άρθρο 57.

Με την παρ. 3 ρυθμίζεται το ζήτημα της άρσης του τραπεζικού απορρήτου στις περιπτώσεις των εκκρεμών αιτήσεων. Η απαίτηση προσκόμισης της σχετικής δήλωσης και από τους οφειλέτες εκκρεμών αιτήσεων θα επιβάρυνε δυσανάλογα τις γραμματείες των Ειρηνοδικείων και επιπλέον θα ενείχε τον κίνδυνο απόρριψης αιτήσεων μόνο και μόνο για το λόγο ότι κάποιοι οφειλέτες, ενδεχομένως αμελώς οπωσδήποτε όμως όχι κακόπιστα, θα παρέλειπαν να προσκομίσουν αυτή τη δήλωση. Για το λόγο αυτό προκρίθηκε η λύση να δοθεί μία προθεσμία τριών μηνών, στους οφειλέτες που δεν επιθυμούν την άρση του τραπεζικού απορρήτου, να παραιτηθούν από τις αιτήσεις τους, με αυτόματη άρση του απορρήτου μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας. Με τον τρόπο αυτό αφενός οι πιστωτές θα έχουν την πληροφόρηση που χρειάζονται για την υπεράσπισή τους, αφετέρου εκτιμάται ότι θα αποφορτιστούν τα πινάκια από υποθέσεις στρατηγικών κακοπληρωτών.

Με την παρ. 4 επεκτείνεται ο έλεγχος από τη γραμματεία για την ύπαρξη εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα και για ύπαρξη προηγούμενων αιτήσεων σε ορισμένες εκκρεμείς υποθέσεις. Για να μην επιβαρυνθεί υπερβολικά η γραμματεία των δικαστηρίων, επιλέχθηκαν οι υποθέσεις, στις οποίες ο έλεγχος αυτός θα έχει τη μεγαλύτερη χρησιμότητα: είναι οι υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει αποφανθεί ακόμα ο Ειρηνοδίκης για τη χορήγηση ή όχι προσωρινής διαταγής και η ημέρα επικύρωσης απέχει πέραν των δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Αν ο Ειρηνοδίκης έχει ήδη αποφανθεί για τη χορήγηση ή όχι προσωρινής διαταγής, τότε η υπόθεση έχει περάσει και από δικαστική βάσανο και από τον έλεγχο των πιστωτών και οπωσδήποτε δεν πρόκειται για την περίπτωση του στρατηγικού κακοπληρωτή που καταχράται την αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης. Αν πάλι η ημέρα επικύρωσης απέχει λιγότερο από δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, τότε το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα θα διαρκέσει τόσο λίγο, ώστε αξίζει η γραμματείες να επικεντρωθούν σε υποθέσεις με μεγαλύτερο κίνδυνο καταχρήσεων.

Η παρ. 5 επιδιώκει να τερματίσει το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα (όχι τις χορηγηθείσες προσωρινές διαταγές) των εκκρεμών αιτήσεων, όταν ο οφειλέτης έχει ήδη ασκήσει δύο αιτήσεις και έχει παραιτηθεί από αυτές. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο κίνδυνος κατάχρησης είναι τόσο σοβαρός, ώστε η ρύθμιση επιβάλλεται να επεκταθεί και σε εκκρεμείς αιτήσεις.

Οι παρ. 6 και 7 περιέχουν μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τον κανόνα της πλασματικής παραίτησης από την αίτηση, όταν η συζήτηση ματαιωθεί και δεν προσδιοριστεί νέα συζήτηση εντός τριάντα ημερών. Κατά την παρ. 6 ο κανόνας αυτός ισχύει κατ’ αρχήν όταν η ματαίωση λάβει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Τούτο είναι εύλογο, καθώς μόνο αν η ματαίωση γίνει μετά από την έναρξη ισχύος είναι οι διάδικοι προϊδεασμένοι για τις συνέπειες της ματαίωσης και μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς να βρίσκονται σε εγρήγορση για νέο προσδιορισμό συζήτησης. Επειδή όμως δεν δικαιολογείται να παραμένουν εσαεί σε εκκρεμότητα υποθέσεις που ματαιώθηκαν στο παρελθόν, η παρ. 7 επεκτείνει την πλασματική παραίτηση και σε αυτές τις υποθέσεις, θέτοντας όμως μεγαλύτερη προθεσμία για την επαναφορά τους. Η μεγαλύτερη προθεσμία επιβάλλεται ακριβώς από το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν βρίσκονται στην ίδια εγρήγορση όπως στην περίπτωση των μεταγενέστερων ματαιώσεων. Εξάλλου επιβάλλεται ο μη συνυπολογισμός των δικαστικών διακοπών στην προθεσμία αυτή, προκειμένου να μην υποστούν δυσμενείς συνέπειες οι αιτούντες «ξεχασμένων» υποθέσεων που ενδεχομένως έχουν χάσει την επαφή με το δικηγόρο τους και μπορεί να δυσκολευτούν κατά τις δικαστικές διακοπές να προκαλέσουν τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεών τους.

Με την παρ. 8 επεκτείνονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις ορισμένες ρυθμίσεις, των οποίων η άμεση εφαρμογή θα επιλύσει προβλήματα, χωρίς να διαταράξει την ομαλότητα της διαδικασίας. Η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για το συνυπολογισμό των δόσεων δυνάμει της προσωρινής διαταγής στο ποσό (και όχι στο χρόνο) της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010 θα αποτρέψει το ενδεχόμενο να κληθούν οι οφειλέτες των εκκρεμών αιτήσεων να υπερβούν την ικανότητα αποπληρωμής τους. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για κατανομή του ποσού που μπορεί να καταβάλλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, καθώς και της ρύθμισης για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της χαμηλότερης δόσης που ορίζει η πρωτοβάθμια απόφαση και της υψηλότερης δόσης που ορίζει η δευτεροβάθμια απόφαση. Η άμεση εφαρμογή και στις εκκρεμείς αιτήσεις της ρύθμισης, για επιβάρυνση του οφειλέτη απορριπτόμενης αίτησης με τους τόκους του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος, θα διασφαλίσει ότι οι πιστωτές δεν θα ζημιωθούν από αιτήσεις που είναι εκκρεμείς, αλλά απορριπτέες. Η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για προστασία της κύριας κατοικίας βάσει της εμπορικής της αξίας θα αποτρέψει οποιαδήποτε αδικία, εις βάρος οφειλέτη ή πιστωτών, στις εκκρεμείς αιτήσεις.

Με την παρ. 9 προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις για αυτοδίκαιη παύση της προσωρινής διαταγής ή της απόφασης αναστολής, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Επειδή όμως θα ήταν ανεπιεικές οι οφειλέτες, για τους οποίους οι προϋποθέσεις παύσης της προσωρινής διαταγής κατά τον παρόντα νόμο, συνέτρεξαν ήδη στο παρελθόν, να βρεθούν ξαφνικά απροστάτευτοι, χωρίς καμία δυνατότητα αντίδρασης, προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο εφόσον η όχληση του πιστωτή επιδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες αυτούς να συμμορφωθούν, έστω και εκ των υστέρων. Εξάλλου η επέκταση των ρυθμίσεων για αυτοδίκαιη παύση της προσωρινής διαταγής δεν έχει νόημα, αν οι προσωρινές διαταγές έχουν ήδη ανακληθεί κατ’ εφαρμογή του προϊσχύοντος δικαίου. Αν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου υπάρχουν εκκρεμείς αιτήσεις ανάκλησης, η κρίση τους κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος θα οδηγήσει σε δικαιότερες λύσεις.

Η παρ. 10 ρυθμίζει την περίπτωση, που πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε τελεσίδικα λόγω δόλου του. Αν ο δόλος κρίθηκε επί της ουσίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι εύλογο να μην επιτραπεί η άσκηση νέας αίτησης από αυτόν τον οφειλέτη, αφού δεν μπορεί να υπήρξε κάποια μεταβολή ως προς την περίσταση αυτή. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις οφειλετών, των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν από το Ειρηνοδικείο λόγω δόλου, οι δε οφειλέτες αυτοί, μολονότι είχαν την επιλογή να ασκήσουν έφεση και ενδεχομένως υπήρχαν και πιθανότητες ευδοκίμησης αυτής, επέλεξαν, είτε προς περιορισμό των εξόδων είτε για άλλο μη μεμπτό λόγο, να μην ασκήσουν έφεση, αλλά νέα αίτηση. Για αυτούς τους οφειλέτες δεν δικαιολογείται η αναδρομική ισχύς της απαγόρευσης άσκησης νέας αίτησης και η νέα αίτησή τους, είτε ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είτε ασκηθεί μετά, θα πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.

Με την παρ. 11 εφαρμόζονται και επί υποθέσεων με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις οι εξής ρυθμίσεις: α) οι ρυθμίσεις για τη συνεισφορά του Δημοσίου, β) η δυνατότητα μεταρρύθμισης του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 και γ) οι ρυθμίσεις για το θάνατο του οφειλέτη. Η εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών και στις εν λόγω περιπτώσεις κρίνεται ότι δεν δημιουργεί κάποια πολυπλοκότητα στις υποθέσεις ή ανασφάλεια δικαίου, αλλά αντιθέτως δίνει λύσεις σε προβλήματα που παρουσιάζονται και σε υποθέσεις με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις.

Με την παρ. 12 ρυθμίζεται η δυνατότητα των διαδίκους εκκρεμών αιτήσεων να ζητήσουν το διορισμό εκτιμητή ως πραγματογνώμονα από το δικαστήριο. Η ρύθμιση επιβάλλεται από το ότι σε υποθέσεις, των οποίων επίκειται η συζήτηση, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας που τίθεται στην προστιθέμενη παρ. 2α του άρθρου 9 του ν. 3869/2010.

Η παρ. 13 επεκτείνει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να παρέχουν στους πιστωτές κάθε χρήσιμη πληροφορία ακόμα και όταν έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις. Η ρύθμιση αυτή προτείνεται με το σκεπτικό ότι δεν δημιουργεί κάποια πολυπλοκότητα στις υποθέσεις ή ανασφάλεια δικαίου, αλλά αντιθέτως δίνει λύσεις σε προβλήματα που παρουσιάζονται και σε υποθέσεις με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή όμως θα πρέπει επιπροσθέτως να μην έχει επέλθει απαλλαγή του οφειλέτη, αφού ούτως ή άλλως η τροποποιούμενη παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 μόνο μέχρι αυτό το χρονικό σημείο εφαρμόζεται.

Η παρ. 14 επεκτείνει την προαιρετικότητα της δικαστικής απόφασης, που πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη, και στις περιπτώσεις ρυθμίσεων που ολοκληρώθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για λόγους ισότητας.

Η ρύθμιση της παρ. 15 είναι παρόμοια με τη ρύθμιση της παρ. 9. Όσα λοιπόν ειπώθηκαν προς αιτιολόγηση της παρ. 9 ισχύουν και προς αιτιολόγηση της παρ. 15.

Τέλος η παρ. 16, επίσης για λόγους ισότητας, επεκτείνει τη ρύθμιση του άρθρου 65 για τα δικαιώματα των συνοφειλετών, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί τα σχέδια διευθέτησης οφειλών. Κατά μείζονα λόγο ισχύει η ίδια ρύθμιση όταν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι ρυθμίσεις του άρθρου 8 ν. 3869/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Άρθρο 69

Τροποποιήσεις του ν. 4354/2015

Με το άρθρο αυτό επέρχονται βελτιώσεις μικρής εμβέλειας στο ν. 4354/2015 (Α΄ 176).

Με την παρ. 1 ορίζεται ρητώς, προς αποφυγή κάθε ερμηνευτικής αμφιβολίας ότι οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα. Λόγω του ερμηνευτικού χαρακτήρα της διάταξης, η παρ. 4 ορίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε εταιρίες που έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Με την παρ. 2 περιορίζεται η υποχρέωση πρόσκλησης του δανειολήπτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, για να ρυθμίσει την οφειλή του πριν τη μεταβίβασή της, μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι καταναλωτής κατά το άρθρο 1α του ν. 2251/1994 (Α΄ 191). Η διάταξη αποσκοπεί στη διευκόλυνση της μεταβίβασης πακέτων επιχειρηματικών δανείων, περιορίζοντας το διοικητικό κόστος της μεταβίβασης. Πάντως η διάταξη δεν περιορίζει την προστασία των οφειλετών, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό του καταναλωτή, καθώς και γι’ αυτούς τους οφειλέτες οι εταιρίες διαχείρισης υποχρεούνται να τηρήσουν τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (παρ. 22 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015), ενώ, αν η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας ξεκίνησε από το πιστωτικό ίδρυμα, τότε συνεχίζεται από τον εκδοχέα (τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015). Για να μη διαταραχτεί η ασφάλεια των συναλλαγών, η παρ. 4 προβλέπει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε μεταβιβάσεις που καταχωρίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Τέλος η παρ. 3 αποσαφηνίζει, προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, ότι η αναγγελία της εκχώρησης μπορεί να γίνει άτυπα, καθώς και με μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Λόγω του ερμηνευτικού χαρακτήρα της διάταξης, η παρ. 4 προβλέπει ότι εφαρμόζεται και σε αναγγελίες που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΛΟΓΩ ΑΛΛΑΓΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ –

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν. 3325/2005 (Α΄ 68)

Άρθρο 70

Μετεγκατάσταση λόγω αλλαγών χρήσεων γης

Με την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 ν. 3325/2005, ρυθμίζεται το καθεστώς των νομίμων έως σήμερα λειτουργουσών δραστηριοτήτων σε επιμέρους χωροταξικά σημεία, στα οποία ο καθορισμός ή η μεταβολή χρήσης γης τις καθιστά πλέον μη συμβατές με αυτήν. Με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται ρητά η προστασία της δραστηριότητας έναντι αλλαγών των χρήσεων γης του τόπου εγκατάστασης. Ο σκοπός είναι διττός: Αφενός η προστασία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της απρόσκοπτης λειτουργίας της αλλά και η εξασφάλιση της εμπιστοσύνης προς τη Διοίκηση. Αφετέρου, με το σαφές χρονικό πλαίσιο που ορίζουν ιδίως οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, τίθεται και ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, από το οποίο και μετά οι δραστηριότητες αυτές θα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν. 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ - ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν. 4442/2016 (Α΄ 230)

Άρθρο 71

Πεδίο εφαρμογής – τροποποίηση άρθρου 17 του ν. 4442/2016

Με το προτεινόμενο άρθρο τροποποιείται ο τίτλος του  Κεφαλαίου ΣΤ’ του ν. 4442/2016 (Α’ 230) και μετονομάζεται σε «Απλούστευση λειτουργίας Μεταποιητικών και Συναφών Δραστηριοτήτων». Με τις προτεινόμενες διατάξεις διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν.4442/2016, καθώς πλέον προστίθενται στις ήδη ενταγμένες δραστηριότητες και νέοι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας (ΚΑΔ), οι οποίοι καταγράφονται στο Παράρτημα του νόμου.

Άρθρο 72

Γνωστοποίηση λειτουργίας – Τροποποίηση άρθρου 18 του ν. 4442/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, με τις οποίες αντικαθίσταται το άρθρο 18 του ν.4442/2016, προβλέπεται ότι στο εξής η διαδικασία γνωστοποίησης απαιτείται για την ίδρυση, επέκταση ή εκσυγχρονισμό των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18Α αυτού. Η υποχρέωση ηλεκτρονικής υποβολής της γνωστοποίησης αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) διατηρείται, ωστόσο εισάγεται πρόβλεψη για το διάστημα μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, με την οποία ορίζεται ο κατά περίπτωση αρμόδιος φορέας υποδοχής της  γνωστοποίησης.

Με τη νέα παρ. 3 του προτεινόμενου άρθρου 18 του ν. 4442/2016  διατηρείται η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την υποβολή της γνωστοποίησης.

Με τη νέα παρ. 4 του άρθρου 18 του ν.4442/2016 ενεργοποιείται η ουσιαστική ρύθμιση της διάταξης περί απλοποίησης της διαδικασίας, καθώς πλέον δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά κατά την υποβολή της γνωστοποίησης, αλλά αυτά θα τηρούνται στην εγκατάσταση, όπου αυτή λειτουργεί.

Με τις διατάξεις της παρ. 5 του νέου άρθρου 18 του ν. 4442/2016 εισάγονται κριτήρια για τη διενέργεια ελέγχων από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή ελέγχει βάσεικατά πρώτον εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου και ακολούθως

Με τις διατάξεις της παρ. 6 αποσαφηνίζεται προς άρση παρερμηνειών ότι για τις δραστηριότητες του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016 που υπόκεινται σε καθεστώς γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας» ή «ενημέρωση», ως τέτοια νοείται εφεξής η γνωστοποίηση.

Άρθρο 73

Έγκριση λειτουργίας

Με τις προτεινόμενες διατάξεις εισάγεται άρθρο 18Α, το οποίο καθιερώνει τη διαδικασία έγκρισης του ν.4442/2016 και για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α’ 143).στην Αρχή της παραγράφου 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α’ 143) προς άρση παρερμηνειώνια τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε καθεστώς έγκρισης λειτουργίας, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας», «ενημέρωση» ή «γνωστοποίηση», ως τέτοια νοείται εφεξής η έγκριση λειτουργίας.

Άρθρο 74

Κυρώσεις – Τροποποίηση άρθρου 23 του ν. 4442/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επικαιροποιείται το υφιστάμενο άρθρο των κυρώσεων, καθώς πλέον εισάγονται κυρώσεις για παραβάσεις που αφορούν σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις σχετικά με τις διαδικασίες γνωστοποίησης, έγκρισης και τους όρους λειτουργίας. 

Άρθρο 75

Εξουσιοδοτήσεις – Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4442/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η έκδοση κανονιστικής απόφασης, με την οποία θα καθορίζονται τα δικαιολογητικά, η διαδικασία, οι όροι και το περιεχόμενο για τις διαδικασίες γνωστοποίησης και έγκρισης και θα εξειδικεύονται περαιτέρω οι προβλεπόμενες, στο άρθρο 15 του ν. 4442/2016, κυρώσεις. 

Άρθρο 76

Τροποποίηση άρθρου 25 του ν. 4442/2016.

Με τις παραγράφους 6, 7, 8, 9 και 10 που προστίθενται στο άρθρο 25 του ν. 4442/2016 ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσονται από την έγκριση εγκατάστασης τα επαγγελματικά εργαστήρια, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης και οι αποθήκες χαμηλής όχλησης, για τις οποίες ορίζεται πλέον το καθεστώς γνωστοποίησης. Περαιτέρω, ορίζονται συγκεκριμένες δραστηριότητες, ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης και νέοι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας για τους οποίους ορίζεται το καθεστώς της έγκρισης μετά από έλεγχο. Ορίζεται περαιτέρω ότι μέχρι την 31η Μαρτίου 2020, η λειτουργία των εγκαταστάσεων των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α2 σύμφωνα με την ΥΑ ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄ 2471) ή των εγκαταστάσεων που μετά από εκσυγχρονισμό ή επέκταση κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α2, υπόκεινται σε έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016. Οι ίδιες αυτές δραστηριότητες από 1η Απριλίου 2021 θα υπόκεινται στο καθεστώς της γνωστοποίησης, όπως ειδικότερα ορίζει η διάταξη. Με τη διάταξη του άρθρου 3Α που προστίθεται στον ν. 2244/1994 επιτρέπεται η εγκατάσταση εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με σκοπό τη λειτουργία τους σε περίπτωση διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας λόγω βλάβης ή αδυναμίας των εγκαταστάσεων του δικτύου διανομής ή του συστήματος μεταφοράς και ορίζεται ο φορέας και ο τρόπος ελέγχου. Ορίζεται επίσης ότι το χρονικό πλαίσιο ισχύος για αποφάσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και οι αποφάσεις απαλλαγής από τη λήψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

Άρθρο 77

Εγκατάσταση μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων – Οχλήσεις –

Τροποποίηση άρθρων 48Α,  48Γ και 48Ε του ν. 4442/2016

Με την προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 48Α, ορίζεται ότι οι δραστηριότητες που εγκαθίστανται,  εκσυγχρονίζονται ή επεκτείνονται σε περιοχές που καθορίζονται χρήσεις γης βιομηχανίας – βιοτεχνίας από ΓΠΣ/ ΣΧΟΟΑΠ και ΤΧΣ, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5 και 6 του π.δ. της 23ης Φεβρουαρίου 1987 (Δ’166) θα υπάγονται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 6, για λόγους απλούστευσης και επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών. Έτσι επεκτείνεται και σε αυτές τις δραστηριότητες το καθεστώς της γνωστοποίησης, όπως έχει ήδη ρυθμιστεί για άλλες δραστηριότητες του ν. 4442/2016. Με τη διαδικασία της γνωστοποίησης δίνεται επίσης η δυνατότητα να ενημερώνεται έγκαιρα η αρμόδια υπηρεσία προς αποφυγή λαθών στη χωροθέτηση. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται επίσης ο τρόπος γνωστοποίησης, το αρμόδιο όργανο διενέργειας επιτόπιων ελέγχων ενώ προβλέπεται και η καταβολή σχετικού παραβόλου. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ολοκληρωµένου συστήµατος, προβλέπεται εναλλακτικά η υποβολή µε κατάθεση στην αρµόδια αρχή, προκειµένου η µεταρρύθµιση να εφαρµοστεί άµεσα.

Με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 48Α, ορίζονται οι δραστηριότητες που εξαιρούνται από το καθεστώς γνωστοποίησης και εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς έγκρισης, για λόγους αυξημένου βαθμού επικινδυνότητας και ειδικότερα:  α) για τις δραστηριότητες της ΚΥΑ 172058/2016 (Β’ 354) «Καθορισμός κανόνων, μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες, λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων ουσιών, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/18/ΕΕ “για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες και για την τροποποίηση και στη συνέχεια την κατάργηση της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου” του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012. Αντικατάσταση της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 (Β΄376), όπως διορθώθηκε (Β΄2259/2007)» (Οδηγία SEVESO), β) για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4409/2016 (Α’ 136) «Πλαίσιο για την ασφάλεια στις υπεράκτιες εργασίες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/30/ΕΕ, τροποποίηση του Π.δ. 148/2009 και άλλες διατάξεις» και γ) για τις  δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. Δ3/Α/οικ. 4303 ΠΕ 26510/2012 «Τεχνικός κανονισμός “Συστήματα μεταφοράς Φυσικού Αερίου με Μέγιστη Πίεση Λειτουργίας άνω των 16 bar”» (Β’ 603)».

Με την προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 48Γ του ν. 4442/2016, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 20 του ν. 3982/2011, προβλέπεται η αναθεώρηση της κατάταξης των βιομηχανικών - μεταποιητικών δραστηριοτήτων σε βαθμούς όχλησης, με στόχο την δημιουργία ενός σύγχρονου, σαφούς και απλοποιημένου πλαισίου κατάταξης που θα αποτυπώνει την έννοια της όχλησης με όρους πολεοδομικούς - χωρικούς. Η παραπάνω αναθεώρηση θα πραγματοποιηθεί στη βάση του συνυπολογισμού πολεοδομικών παραμέτρων και περιβαλλοντικών παραμέτρων επιπτώσεων. Συγκεκριμένα οι πολεοδομικές παράμετροι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων θόρυβο, δονήσεις, εκπομπές, οσμές, κυκλοφοριακούς φόρτους, ασφάλεια, αποστάσεις από αστικό ιστό κ.α. Οι περιβαλλοντικές παράμετροι περιλαμβάνουν την κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες της διαδικασίας εκτίμησης των επιπτώσεων συγκεκριμένων έργων και δραστηριοτήτων στο περιβάλλον σύμφωνα με τις Οδηγίες 2011/92/EΕ και 2014/52/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  και τον ν. 4014/2011.

Με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 48Ε  του ν. 4442/2016 ρυθμίζεται το καθεστώς των εκκρεμών αιτήσεων για έγκριση, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων. Οι υποβληθείσες αιτήσεις δεν θα εξετάζονται, θα επιστρέφονται στον αιτούντα ο οποίος θα πρέπει να υποβάλει πλέον γνωστοποίηση εγκατάστασης. Με τον τρόπο αυτό ομογενοποιούνται οι διαδικασίες προκειμένου να μην υφίστανται για τις ίδιες δραστηριότητες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δύο παράλληλα καθεστώτα.

Άρθρο 78

Απλούστευση εγκατάστασης και λειτουργίας Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών

Με το προτεινόμενο άρθρο προστίθεται νέο Κεφάλαιο στον ν. 4442/2016, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις για την απλούστευση του πλαισίου εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων περιβαλλοντικών υποδομών. Ειδικότερα ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου αυτού, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες που εμπίπτουν σε αυτό και ειδικότερα στις απλουστευμένες διαδικασίες γνωστοποίησης και έγκρισης των άρθρων 5 και 7 του ν.4442/2016.

Με το προτεινόμενο άρθρο 78 του ν. 4442/2016 ορίζεται ότι τα έργα οι δραστηριότητες «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» δεν κατατάσσονται σε βαθμούς όχλησης, όπως οι λοιπές δραστηριότητες που προβλέπονται στην ΚΥΑ 3137/191/Φ.15/2012 (Β΄ 1048). Για την εγκατάστασή τους δεν απαιτείται έγκριση εγκατάστασης ή άλλη διοικητική πράξη στις περιπτώσεις που οι δραστηριότητες αυτές είναι συμβατές με τις θεσμοθετημένες χρήσης γης της περιοχής όπου εγκαθίστανται. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει συμβατότητα, απαιτείται βεβαίωση χωροθέτησης στη βάση εξειδικευμένων χωροθετικών κριτηρίων που θα οριστούν σε εθνικό επίπεδο και ενδεικτικά αφορούν σε αποστάσεις από οικιστικά κέντρα, συμβατότητα χρήσεων, περιβαλλοντικούς – πολιτιστικούς πόρους  και τα οποία θα καθοριστούν με την απόφαση του άρθρου 81 Η Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας είναι αρμόδια για τη χορήγηση της έγκρισης αυτής, Με το προτεινόμενο άρθρο 79 ορίζεται ότι για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών», που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α του ν. 4014/2011 (Α΄ 209),  απαιτείται η έγκριση του άρθρου 7 του ν. 4442/2016, ενώ για εκείνες που δεν υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α του ν. 4014/2011 (Α΄ 209),  απαιτείται η γνωστοποίηση του άρθρου 5 του ν. 4442/2016 και δίνεται εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικής απόφασης, με την οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατάταξη στις κατηγορίες Α2 και Β του ν. 4014/2011 (Α΄ 209).

Με το προτεινόμενο άρθρο 80 ορίζεται το πλαίσιο των κυρώσεων, που επιβάλλονται σε παραβάσεις σχετικές με τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών». Ειδικότερα, για παραβάσεις που αφορούν στη λειτουργία χωρίς απαιτούμενη έγκριση εγκατάστασης ή λειτουργίας, σε παράλειψη υποβολής γνωστοποίησης, σε γνωστοποίηση αναληθών στοιχείων ή σε παράλειψη  υποβολής γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15 του ν.4442/2016. Αρμοδιότητα επιβολής των κυρώσεων αυτών έχει ο οικείος Περιφερειάρχης, ενώ κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 (Α΄87). Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού προσδιορίζεται ότι για τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε διαδικασία γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η κύρωση της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης άδειας ή έγκρισης λειτουργίας, ως τέτοια θα νοείται στο εξής η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγισή τους από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας.

Στο προτεινόμενο άρθρο 81 περιλαμβάνεται εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του άρθρου, η οποία θα εξειδικεύει τις προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία της έγκρισης εγκατάστασης ή λειτουργίας και για τη διαδικασία της γνωστοποίησης λειτουργίας των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών», καθώς επίσης και τις επιβαλλόμενες κυρώσεις επί παραβάσεων που αφορούν στις ως άνω διαδικασίες, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 15 του ν.4442/2016.

Με το προτεινόμενο άρθρο 82 προστίθεται νέα περίπτωση ιγ στην παράγραφο 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011.

Στο προτεινόμενο άρθρο 83 περιλαμβάνονται διατάξεις μεταβατικού χαρακτήρα, προκειμένου να ρυθμισθεί το πλαίσιο που διέπει δραστηριότητες και εγκαταστάσεις που λειτουργούσαν η έχουν αδειοδοτηθεί με βάση προϊσχύουσες διατάξεις νόμων. Πιο συγκεκριμένα, για τις δραστηριότητες που υπόκεινται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης και λειτουργούν με άδεια λειτουργίας ή υπεύθυνη δήλωση, η λειτουργία τους εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας τους ή κατατέθηκε η σχετική υπεύθυνη δήλωση, ενώ οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με προγενέστερες μετά την λήξη της άδειας λειτουργίας ή μετά τη λήξη της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τους ή μετά από αίτηματροποποίησής τουςΟι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «ΣυστημάτωνΠεριβαλλοντικών Υποδομών»για τις οποίες απαιτείται εφεξής έγκριση λειτουργίας, και οι οποίες δεν είχαν αντίστοιχη υποχρέωση κατά την έναρξη λειτουργίας τους, λογίζονταιως νομίμως λειτουργούσες.

Τέλος, στο προτεινόμενο άρθρο περιλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη για τις αιτήσεις χορήγησης άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011, που είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων, και οι οποίες θα συνεχίσουν να εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου βάσει του οποίου είχαν υποβληθεί.

Στο προτεινόμενο άρθρο 84 του ν.4442/2016 περιλαμβάνεται ρητή πρόβλεψη κατάργησης κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, που αντίκειται ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας «συστημάτων περιβαλλοντικών υποδομών» ορίζεται η έναρξη ισχύος του προτεινόμενου κεφαλαίου.

Γίνεται αναρίθμηση του άρθρου 77 του ν.4442/2016.

ΤΜΗΜΑ Ι΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Ρυθμίσεις για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου

Ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη διαχείριση ρευστότητας τόσο σε επίπεδο Κράτους όσο και σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης. Σκοπός των διατάξεων είναι η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας ως προς τη χρήση της διαθέσιμης ρευστότητας, η επίτευξη αξιόπιστων προβλέψεων αναφορικά με τις ταμειακές ροές του συνόλου της Γενικής Κυβέρνησης και η βελτίωση της παρακολούθησης από το Υπουργείο Οικονομικών των ταμειακών διαθεσίμων που τηρούνται είτε στην Τράπεζα της Ελλάδος είτε σε πιστωτικά ιδρύματα. Η επίτευξη των ανωτέρω στόχων επιχειρείται μέσω της κωδικοποίησης και εναρμόνισης υφιστάμενων διατάξεων σχετικά με την υποχρέωση των φορέων περί μεταφοράς των πλεοναζόντων ταμειακών τους διαθεσίμων στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του ορισμού και της περιγραφής της λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, μέσω της θεσμοθέτησης ενός νέου συστήματος διενέργειας ενοποιημένων προβλέψεων ταμειακών ροών για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης και μέσω της αποσαφήνισης και της καταγραφής των αρμοδιοτήτων των διαφόρων εμπλεκόμενων φορέων.

Άρθρο 80

Τροποποίηση του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014 (Α΄143)

Τροποποιείται το άρθρο 69Α του ν.4270/2014 περί του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου αφενός διατηρώντας τις ήδη υφιστάμενες διατάξεις συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης μεταφοράς των διαθεσίμων των φορέων της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης στον Ενιαίο Λογαριασμό (παράγραφοι 1-8) και αφετέρου περιγράφοντας με σαφήνεια τις ισχύουσες ρυθμίσεις κατά τη μεταβατική περίοδο, μέχρι δηλαδή να καταστεί τεχνικά εφικτή η ανωτέρω μεταφορά. Σε σχέση με τη μεταβατική αυτή περίοδο, ορίζεται η έννοια του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (παράγραφος 9), στο οποίο περιλαμβάνονται πέραν του Ενιαίου Λογαριασμού το Κοινό Κεφάλαιο και η Ταμειακή Διαχείριση που τηρούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, θεσπίζεται η υποχρέωση τήρησης της ταμειακής διαχείρισης των φορέων στην Τράπεζα της Ελλάδος και η δυνατότητα μεταφοράς των προς επένδυση διαθεσίμων στο Κοινό Κεφάλαιο (παράγραφοι 10-11) και παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης λογαριασμών σε πιστωτικά ιδρύματα με σκοπό τη διευκόλυνση των συναλλαγών των φορέων (παράγραφος 13).

Μέσω της παραγράφου 14 ορίζεται το μέγιστο ύψος της ρευστότητας που οι φορείς επιτρέπεται να διατηρούν σε λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα, ενώ μέσω των παραγράφων 15-16 θεσπίζεται η αρμοδιότητα του Γενικού Λογιστηρίου για την τακτική παρακολούθηση των κινήσεων και των υπολοίπων των λογαριασμών αυτών, καθώς και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Με την παράγραφο 17 διασφαλίζεται η διαθεσιμότητα των ποσών που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος για τους αντίστοιχους φορείς, ενώ με την παράγραφο 19 ορίζεται ότι οι επιχορηγήσεις των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από τον Τακτικό Προϋπολογισμό καταβάλλονται σε πίστωση των λογαριασμών ταμειακής διαχείρισης που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Τέλος, με την παράγραφο 22 παρέχεται η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών για σύναψη ειδικών συμφωνιών παροχής υπηρεσιών με πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο των οποίων θα είναι δυνατή, κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ του φορέα και του Υπουργείου Οικονομικών, η αυτόματη μεταφορά ποσών μεταξύ λογαριασμών που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα και της ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 81

Τροποποίηση της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38)

Τροποποιείται η παράγραφος 11 του άρθρου 15 του ν.2469/1997, με σκοπό την ευθυγράμμιση των ορισμών που περιλαμβάνονται στον νόμο αυτόν και των αντίστοιχων ορισμών του ν.4270/2014, καθώς και την ταύτιση του πεδίου εφαρμογής των δύο νόμων.

Άρθρα 82– 84

Με τα άρθρα 82 -84 τροποποιούνται τα άρθρα του ν. 4270/2014 τα οποία αναφέρονται στις βασικές αρμοδιότητες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, των Γενικών Διευθυντών Οικονομικών Υπηρεσιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και των Προϊσταμένων Οικονομικών Υπηρεσιών των φορέων Γενικής Κυβέρνησης αντίστοιχα, ώστε να ενσωματωθούν στα εν λόγω άρθρα και οι νέες αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του παρόντος. Ομοίως, με το άρθρο 85 τροποποιείται κατάλληλα το άρθρο 30 του ν.4270/2014 το οποίο αναφέρεται στις βασικές αρμοδιότητες του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους.

Άρθρα 86– 88

Με τα άρθρα 86-88 τροποποιείται ο εν ισχύ Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών (π.δ. 142/2017) μέσω της δημιουργίας μίας νέας Διεύθυνσης (Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού), η οποία θα αναλάβει τις νέες αρμοδιότητες που σχετίζονται με την παρακολούθηση των λογαριασμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε πιστωτικά ιδρύματα και με τη διενέργεια των ταμειακών προβλέψεων τόσο για το Κράτος όσο και για τη Γενική Κυβέρνηση, καθώς και μέρος ήδη υφιστάμενων αρμοδιοτήτων οι οποίες ασκούνται επί του παρόντος από τη Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης.

Άρθρα 89 – 90

Σύσταση θέσεων και Μεταβατικές διατάξεις

Με το άρθρο 89 συνιστώνται νέες θέσεις μόνιμων υπαλλήλων στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της νεοσυσταθείσας Διεύθυνσης και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης των αρμοδιοτήτων της, ενώ το άρθρο 90 περιέχει μεταβατικές διατάξεις που καθορίζουν τον φορέα άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών κατά το μεταβατικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι την πλήρη λειτουργία της νέας Διεύθυνσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

«Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων, πιστώσεων και άλλες διατάξεις»

Η παροχή της κρατικής εγγύησης σε ημεδαπά και αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα προς εξασφάλιση δανείων, εγγυητικών επιστολών και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων που χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εντασσόμενα ή μη στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το κατά καιρούς επικαιροποιούμενο μητρώο της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που τα κράτη, σε διεθνές επίπεδο, έχουν στη διάθεσή τους  για την άσκηση οικονομικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Παρά το γεγονός ότι η δυνητική συμβολή του εν λόγω εργαλείου στην επίτευξη στόχων δημόσιας πολιτικής είναι αναντίρρητη, ταυτόχρονα συνεπάγεται ανάληψη κινδύνου για το κράτος και ενδεχόμενη δημοσιονομική επιβάρυνση, η ορθή διαχείριση των οποίων, τόσο σε προληπτικό επίπεδο, ήτοι πριν την παροχή της εγγύησης του Κράτους, όσο και κατασταλτικά, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την επέλευση των επιδιωκόμενων θετικών αποτελεσμάτων.

Με το ν. 2322/1995 (Α΄143) «Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις», έγινε αξιόλογη προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού πλαισίου και τη θέση αυστηρότερων, σε σχέση με το παρελθόν, προϋποθέσεων για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.

Έκτοτε έχει παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα, ενώ έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και ο ρόλος του σύγχρονου κράτους, το  οποίο, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς καλείται να επιτελέσει περισσότερο επιτελικό, παρά παρεμβατικό ρόλο, διακρατώντας, σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα παρεμβάσεων σε περίπτωση αστοχιών της αγοράς. 

Έχει καταστεί σαφές, πολλώ δε μάλλον στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, ότι είναι απαραίτητη η λελογισμένη παροχή κρατικών εγγυήσεων, σύμφωνα με εκ των προτέρων τιθέμενα, διαφανή, και αντικειμενικά κριτήρια, κατόπιν συνεπούς αξιολόγησης των ειδικότερων χαρακτηριστικών κάθε περίπτωσης, και σε συμμόρφωση με το υπέρτερης τυπικής ισχύος νομικό πλαίσιο.

Προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού και χάριν ασφάλειας δικαίου, επιβάλλεται, να προσδιορισθούν σαφώς, στο μέτρο του δυνατού, οι «δυνητικοί δικαιούχοι» και οι ειδικότερες προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ θα πρέπει να καταστεί σαφές πως η παροχή της, είναι απλώς εργαλείο για την εξασφάλιση ρευστότητας των «δικαιούχων», στο πλαίσιο της ασκούμενης κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής και όχι εναλλακτικός τρόπος χρηματοδότησής τους. Η θέση αυστηρότερων προϋποθέσεων και κριτηρίων είναι απαραίτητη προκειμένου η κατάπτωση των κρατικών εγγυήσεων να αποτελεί την εξαίρεση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα προκειμένου να δημιουργηθεί ένα απόθεμα ασφαλείας προς αντιμετώπιση τυχόν δημοσιονομικού κόστους, λόγω καταπτώσεων παρασχεθεισών εγγυήσεων.

Από την άλλη πλευρά, η παροχή της εγγύησης, αποτελεί ένα κρατικό μέτρο, το οποίο, πληρουμένων και των λοιπών τιθέμενων προϋποθέσεων, είναι δυνατόν να αποτελεί κρατική ενίσχυση, με την έννοια του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ). Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αποκτηθείσα έως σήμερα εμπειρία, κατέστησαν αφενός δυνατό τον εντοπισμό των αστοχιών του υφιστάμενου πλαισίου και αφετέρου αναγκαία την αναδιαμόρφωση του, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας και κοινωνίας και να είναι σύμφωνο με τις επιταγές του ευρωπαϊκού δικαίου.

Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με τις συστάσεις της Έκθεσης του Εσωτερικού Ελέγχου που διενεργήθηκε στην Υπηρεσία μας, ελήφθησαν υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος σχεδίου νόμου, με τις διατάξεις του οποίου, σκοπείται η αντιμετώπιση, των εγγυήσεων, από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ως αναπτυξιακού εργαλείου ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου και όχι ως μέθοδος υποκατάστασης του Δημοσίου στις δανειακές υποχρεώσεις των πρωτοφειλετών.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 91

Αρμόδιο όργανο

Β. Επί των άρθρων:

Με το άρθρο 91 και δεδομένης της ενδεχόμενης δημοσιονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, διατηρείται η πρόβλεψη της αποκλειστικής προς τούτο αρμοδιότητας του Υπουργού Οικονομικών, ως καθ’ ύλη αρμόδιου, καταρχήν, για την ασκούμενη οικονομική και δημοσιονομική πολιτική της χώρας, αρμοδιότητα η οποία οριοθετείται αυστηρά, καθότι ασκείται, σύμφωνα με τη ρητά περιγραφόμενη στα άρθρα του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος άρθρου διαδικασία. Παράλληλα, προσδιορίζονται τα μέσα διασφάλισης ρευστότητας που δυνητικά καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κυρίως, δάνεια, πιστώσεις, εγγυητικές επιστολές, οι φορείς, φυσικά και νομικά πρόσωπα, προερχόμενα από το δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, τα οποία δυνητικά επωφελούνται της παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που συνιστούν τον  αναγκαίο όρο ανά κατηγορία δικαιούχων για την παροχή της εγγύησης.

Ειδικότερα, προβλέπονται  οι ακόλουθες κατηγορίες «δικαιούχων»:

α) φυσικά πρόσωπα και ομάδες φυσικών προσώπων για λόγους κοινωνικούς, ή αποκλειστικά προς αποκατάσταση ζημίας, επελθούσας συνεπεία έκτακτων φυσικών φαινόμενων, σύμφωνα  με τις υποπαραγράφους α) και β) της παραγράφου 2 του άρθρου  107 της ΣΛΕΕ.

Η παροχή της εγγύησης υπέρ των δικαιούχων αυτής της κατηγορίας ανταποκρίνεται στο αίτημα ικανοποίησης αναγκών κοινωνικής φύσεως, μη συναρτώμενων με οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, ο δυναμικός χαρακτήρας της έννοιας των κοινωνικών αναγκών επιτάσσει την αποφυγή αποκλειστικής απαρίθμησης τους, προκειμένου το κράτος, ανά πάσα στιγμή, να δύναται να επιτελέσει αποτελεσματικά το ρόλο του ως κοινωνικό κράτος δικαίου και μέσω της παροχής της εγγύησής του.

β) φορείς εντασσόμενοι στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, κρατικά νομικά πρόσωπα και δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, ασφαλιστικοί οργανισμοί και ταμεία.

Ως εκ της φύσης της δραστηριότητάς τους, είναι σαφές, ότι οι προαναφερόμενες στην περ. α) ίδιες  ανάγκες υπαγορεύουν την παροχή της εγγύησης και σε φορείς ανήκοντες στο στενότερο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα ή/και δεν λειτουργούν σε περιβάλλον ανοιχτό στον ανταγωνισμό.

γ) φυσικά και νομικά πρόσωπα, δραστηριοποιούμενα στον ιδιωτικό τομέα, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή συγκεκριμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.

Τέλος, καθίσταται αναγκαία προς το σκοπό της λελογισμένης χορήγησής της, η ρητή απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, δεν δύναται να επωφεληθούν αυτής, επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί σε πτωχευτική ή προπτωχευτική διαδικασία, καθότι στερούμενες φερεγγυότητας δεν πληρούν τα στοιχειώδη εχέγγυα περί της δυνατότητάς τους να ανταποκριθούν στις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική επιβάρυνση του Δημοσίου να καθίσταται βέβαιη. Πολύ δε περισσότερο, δεδομένου ότι μια εκ των τιθέμενων με την Ανακοίνωση 2008/C 155/02 της  Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων, προϋποθέσεων προκειμένου να

μη συνιστά ενίσχυση ένα κρατικό μέτρο εγγύησης, είναι η μη αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών εκ μέρους του δανειολήπτη. Όμοια απαγόρευση καταλαμβάνει και τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης επιχειρήσεις, οι οποίες ως επί το πλείστον ισχυρές και μεγάλες επιχειρήσεις δύνανται να αναζητήσουν ρευστότητα στην κεφαλαιαγορά. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ετίθεντο σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με μη εισηγμένες επιχειρήσεις, μικρές και μεσαίες κατά κύριο λόγο, για τις οποίες η μόνη δυνατότητα αναζήτησης ρευστότητας  είναι η προσφυγή στον τραπεζικό  δανεισμό.

δ) προβληματικές επιχειρήσεις.

Εν προκειμένω, καθορίζονται οι προϋποθέσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις οικείες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να διασφαλισθεί ο περιορισμός των περιπτώσεων εφαρμογής του μέτρου. Οι προκαλούμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού θα πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως απαραίτητο και αναγκαίο μέτρο.

Προς το σκοπό αυτό ορίζεται ότι η ενίσχυση διάσωσης περιορίζεται στο ποσό που απαιτείται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης για μια βραχυπρόθεσμη περίοδο εξαμηνιαίας διάρκειας κατ’ ανώτατο όριο, έχοντας ως κύριο σκοπό την προσωρινή υποστήριξη της επιχείρησης λόγω της σημαντικής επιδείνωσης της οικονομικής της κατάστασης.

Περαιτέρω και  προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της τεχνητής διατήρησης επιχειρήσεων σε λειτουργία, προβλέπεται ότι το ποσό και η ένταση της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης περιορίζονται στο απολύτως ελάχιστο των εξόδων που απαιτούνται για την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης με βάση τους διαθέσιμους χρηματοοικονομικούς πόρους της επιχείρησης, των μετόχων της ή του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκει, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε προηγουμένως χορηγηθείσα ενίσχυση διάσωσης.

ε) πιστωτικά ιδρύματα.

Στο πλαίσιο της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης αναδείχθηκε η αναγκαιότητα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων και με τη μορφή μεταξύ άλλων της κρατικής εγγύησης. Πρόκειται για μια κατηγορία δικαιούχων, για τους  οποίους καθίσταται αναγκαία η πρόβλεψη ειδικών διατάξεων για την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, εξαιτίας τόσο του ειδικού ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία τους, όσο και του  εγγενούς συστημικού κινδύνου που χαρακτηρίζει τη δραστηριότητά τους. Ήδη, με το ν. 3723/2008 (Α΄ 250), ο οποίος έχει κριθεί συμβιβάσιμος από τα αρμόδια Ευρωπαϊκά όργανα, και με βάση την υποπαράγραφο β) της παραγράφου 3 του άρθρου της ΣΛΕΕ, προβλέπονται οι ειδικότεροι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη δανεισμού των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, επιτελεί το ρόλο του τελικού αναχρηματοδοτικού δανειστή υπέρ φερέγγυων, αλλά προσωρινά στερούμενων ρευστότητας πιστωτικών ιδρυμάτων. Για την παροχή των οικείων πιστωτικών διευκολύνσεων, στο πλαίσιο του επονομαζόμενου μηχανισμού έκτακτης παροχής ρευστότητας (ELA) προβλέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Τέλος, η τρέχουσα οικονομική συγκυρία, έπληξε σημαντικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποστερώντας τους την ευχερή πρόσβαση σε ρευστότητα και κατέστησε επιτακτική τη στήριξή τους. Μια από της αναληφθείσες προς την κατεύθυνση αυτή ενέργειες, υπήρξε το αποτέλεσμα κοινής πρωτοβουλίας της ελληνικής πλευράς και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Συνίσταται στη διαμεσολάβηση των ημεδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων για τη διάχυση ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (εφεξής ΕΤΕπ), σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μέσω δανείων χορηγούμενων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Πρακτικά, προβλέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΤΕπ προς κάλυψη δανείων που αυτή χορηγεί στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου αυτά με τη σειρά τους να χορηγήσουν δάνεια σε ΜΜΕ. Προϋπόθεση για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι τα χορηγούμενα στις ΜΜΕ δάνεια να επιβαρύνονται με το ελάχιστο δυνατό επιτόκιο, καλύπτοντας αποκλειστικά το κόστος δανεισμού τους, το κόστος που συνεπάγεται η παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, το διαχειριστικό κόστος και το κόστος διαχείρισης κινδύνου του δανειζόμενου. Η συμμόρφωση με τα ανωτέρω εξασφαλίζεται με την υπογραφή  του Συμφώνου Συνεργασίας  μεταξύ των δανειζόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων και του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι ανωτέρω δεσμεύσεις. Η τήρηση του ισχύοντος περί κρατικών ενισχύσεων νομικού πλαισίου καταλαμβάνει τυχόν πλεονέκτημα των τελικών αποδεκτών των δανείων.

στ) Επιπλέον, λαμβάνεται μέριμνα, έτσι ώστε σε περίπτωση που επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος, όπως το τελευταίο προσδιορίζεται εννοιολογικά από τη νομολογία και τη θεωρία και εξειδικεύεται ad hoc, να υπάρχει η νομική βάση παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ ενός φορέα, μη δυνάμενου να υπαχθεί ευθέως σε μια από τις ανωτέρω κατηγορίες, υπό τον αυτονόητο όρο τήρησης της υπέρτερης τυπικής ισχύος νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων, και της περιγραφόμενης στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου διαδικασίας.

ζ) Τέλος, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ αλλοδαπών κυβερνήσεων, στο πλαίσιο ευρωπαϊκών ή διεθνών συνθηκών, μέσω των οποίων σκοπείται η στήριξη αναπτυσσόμενων κυρίως οικονομιών, όπως ενδεικτικά οι Συμβάσεις Λομέ και Κοτονού, υπογραφείσες κατά το παρελθόν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναπτυσσόμενων κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού.

Άρθρο 92

Εφαρμοστέο δίκαιο

Με το άρθρο 92 περιγράφονται οι γενικότερες αρχές που διέπουν την παροχή της κρατικής  εγγύησης. Η παροχή εγγυήσεων του Δημοσίου συνεπάγεται τη δέσμευση πόρων του κρατικού προϋπολογισμού και ως εκ τούτου, πληρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ, ήτοι της επιλεκτικότητας, της παροχής πλεονεκτήματος στο δικαιούχο αυτής, της επίδρασης στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νόθευσης του ανταγωνισμού, συνιστούν κρατική ενίσχυση. Για το λόγο αυτό, με το άρθρο αυτό προβλέπεται πως, εκτός από τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου κατά την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι αρμόδιες αρχές τηρούν και την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων, όπως αποτυπώνεται στα άρθρα 107 -108 της ΣΛΕΕ,  στο παράγωγο  και στο επικουρικό ενωσιακό  δίκαιο.

Συμπληρωματικά δε τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για όσα θέματα ρυθμίζονται ειδικότερα από αυτόν.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Ασφάλειες και έσοδα

Άρθρο 93

Καθορισμός και καταβολή προμήθειας ασφαλείας

Με το άρθρο 93 διευκρινίζεται ο χαρακτήρας της επιβαλλόμενης προμήθειας ασφαλείας ως δημοσίου εσόδου, μέσω του οποίου, εν είδη ανταποδοτικού ανταλλάγματος, διακρινόμενου από φόρους, εισφορές ή κάθε είδους επιβαρύνσεις που επιβάλλονται υπέρ Δημοσίου, σκοπείται η αντιστάθμιση του κινδύνου που το αυτό αναλαμβάνει, παρέχοντας την εγγύησή του.

Το ύψος της προμήθειας αυτής, θα πρέπει να συνδέεται κατά τρόπο αντίστροφο με την πιστοληπτική ικανότητα του φορέα. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται μάλλον αναχρονιστικό και εν δυνάμει αντικείμενο με το ενωσιακό δίκαιο, το μέχρι σήμερα ισχύον ανώτατο όριο προμήθειας που δικαιούται το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 2% επί του εκάστοτε εγγυημένου κεφαλαίου.

Για το λόγο αυτό, προσδιορίζεται ειδικά ο τρόπος υπολογισμού της προμήθειας ασφαλείας με διάκριση αναλόγως εάν πρόκειται για Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις, όπως αυτές προσδιορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο (ΕΚ 70/2001 – EEL 10/13.1.2001, όπως τροποποιήθηκε από τον ΕΚ 1976/2006 – EE L 368/23.1.2006) ή Μεγάλες Επιχειρήσεις.

Ως προς την πρώτη κατηγορία υιοθετείται ο υποδεικνυόμενος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τρόπος υπολογισμού, βάσει του περιλαμβανόμενου στην προαναφερθείσα Ανακοίνωση 2008/C 155/02, πίνακα. Για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις, η μεθοδολογία υπολογισμού της ενδεικνυόμενης προμήθειας θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, προκειμένου να αντικατοπτρίζει την εγγενή διαφοροποίησή τους σε σχέση με τις ΜΜΕ.

Σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία που θα διαμορφωθεί ενδείκνυται να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά της σχετικής οικονομικής συναλλαγής (ποσό και διάρκεια), την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης, όπως αυτή  προκύπτει με συνεκτίμηση των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών της, το προκαλούμενο από την παροχή της εγγύησης διοικητικό κόστος και την ανάγκη δημιουργίας ενός αποθεματικού κεφαλαίου προς απομείωση της δυνητικής δημοσιονομικής  επιβάρυνσης του Δημοσίου.

Επιπλέον ρυθμίζονται διαδικαστικά ζητήματα αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού και την περιοδικότητα καταβολής της προμήθειας ασφαλείας, η οποία, ελλείψει αντίθετης ρύθμισης με την απόφαση παροχής της εγγύησης, πραγματοποιείται στην έναρξη κάθε εκτοκιστικής περιόδου. Ειδικά κατά την εκταμίευση του δανείου, καταβάλλεται η αναλογούσα για την εκτοκιστική περίοδο που ακολουθεί προμήθεια ασφαλείας. Ελλείψει εκτοκιστικών περιόδων σε περίπτωση κάλυψης εγγυητικών επιστολών, περιλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη για τον ανά εξάμηνο υπολογισμό και καταβολή της προμήθειας ασφαλείας.

Στο ίδιο άρθρο παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών για τη ρύθμιση συναφών ειδικότερων και λεπτομερειακών ζητημάτων που τυχόν ανακύψουν.

Άρθρο 94

Ασφάλειες

Με το άρθρο 94 προβλέπεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ένεκα της παρεχόμενης εγγύησής του, δύναται να ζητήσει επαρκείς, κατά την κρίση του ασφάλειες, όπως ενδεικτικά εγγραφή υποθήκης ή προσημείωση υποθήκης, σύσταση ενεχύρου, εκχώρηση πόρων και δικαιωμάτων. Σκοπός της λήψης ασφαλειών υπέρ του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου είναι να αντισταθμιστεί ο κίνδυνος τον οποίο αναλαμβάνει με την παροχή της εγγύησής του, ώστε σε, περίπτωση που επέλθει η κατάπτωση αυτής, το Δημόσιο να μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του μέσω της ρευστοποίησης των ληφθεισών ασφαλειών.

Στην περίπτωση που επιλεγεί η εγγραφή υποθήκης υπέρ Ελληνικού Δημοσίου τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.δ. 4242/1962, σύμφωνα με τις οποίες η εγγραφή υποθήκης ενεργούμενη επιμελεία του Δημοσίου προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτού απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου και παντός δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου και οποιοδήποτε τρίτου, εξαιρουμένων των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων. Με τον τρόπο αυτό ο δανειολήπτης απαλλάσσεται των πρόσθετων εξόδων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής υποθήκης με ιδιωτική βούληση.

Με τις διατάξεις της τρίτης  παραγράφου παρέχεται η δυνατότητα στον εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο να εξουσιοδοτεί εγγράφως τα πιστωτικά ιδρύματα, υπέρ των οποίων παρέχει την εγγύησή του, να ενεργούν για λογαριασμό του τις απαιτούμενες ενέργειες προς ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής των ασφαλειών, καθώς και να εκχωρεί τα δικαιώματά του που απορρέουν από τις ληφθείσες ασφάλειες, σε περίπτωση που επίκειται ρευστοποίησή τους. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη και ταχύτερη ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας προς όφελος του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.

Οι διατάξεις τις παραγράφου 4 αποσκοπούν στη σύμμετρη ικανοποίηση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου και του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο ή την πίστωση κατά το λόγο του εγγυημένου και μη ποσοστού του δανείου. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση ρευστοποίησης των ληφθεισών ασφαλειών, το προϊόν αυτής ικανοποιεί το εγγυημένο και το μη εγγυημένο τμήμα εκ του χορηγηθέντος δανείου ή πίστωσης, κατά τον ανωτέρω λόγο.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 καθορίζεται η ακολουθητέα διαδικασία για την εξάλειψη των ασφαλειών που έχουν ληφθεί προς εξασφάλιση δανείων ή πιστώσεων που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και απαριθμούνται οι περιπτώσεις με τη συνδρομή των οποίων δύναται να αποφασισθεί η εξάλειψη των εν λόγω ασφαλειών, όπως η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση της οφειλής ή η αντικατάσταση της ασφάλειας που εξαλείφεται με άλλες, ίσης τουλάχιστον αξίας, κατά τρόπο ώστε να μην απομειώνεται επί της ουσίας το ύψος των ασφαλειών που έχουν τελικώς ληφθεί και ισχύουν. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα εξάλειψης μιας ασφάλειας εφόσον καθίσταται ευχερέστερη η ρευστοποίηση του περιουσιακού στοιχείου που βαρύνεται, με απώτερο σκοπό όπως το προϊόν αυτής αποδοθεί, κατά προτεραιότητα, προς εξόφληση τυχόν βεβαιωμένων στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία οφειλών, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, και ακολούθως του ανεξόφλητου υπολοίπου του εγγυημένου δανείου ή τμήματος αυτού, εφόσον αποδεδειγμένα η ρευστοποίηση της ληφθείσας ασφάλειας είναι περισσότερο συμφέρουσα από οικονομικής πλευράς από τη διατήρησή της.

Άρθρο 95

Απόδοση τόκων υπέρ του Δημοσίου και εισφορά του ν. 128/1975

Με τις διατάξεις του άρθρου 95 ορίζεται έσοδο υπέρ του Δημοσίου, πέρα από την οφειλόμενη εκ μέρους έκαστου δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας, το οποίο περιέρχεται σε πίστωση του οικείου λογαριασμού του, προκειμένου να μειωθεί η επιβάρυνση που προκαλείται λόγω των παρεχόμενων εγγυήσεών του. Το εν λόγω έσοδο συνίσταται στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ των οφειλόμενων συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας και προκύπτει όταν οι οφειλέτες που δανειοδοτήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καταστούν υπερήμεροι, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υπερημερία καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Σκοπός της ρύθμισης είναι να αντισταθμιστεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση του Δημοσίου, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος της εγγύησης περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας. Για το λόγο αυτό προβλέπεται υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενημερώνουν την αρμόδια Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικά, σε κεντρικό επίπεδο και σε ετήσια βάση για τα ποσά τα οποία αποδίδουν υπέρ του Δημοσίου από τη συγκεκριμένη αιτία. Με σχετική απόφαση εκδιδόμενη από τον Υπουργό Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία απόδοσης των σχετικών ποσών σε λογαριασμό του Δημοσίου ή η πρόβλεψη περί βεβαίωσής τους ως εσόδων, σε περίπτωση μη είσπραξής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία.

Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί, πως η επιβαλλόμενη σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975, σε κάθε περίπτωση, δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Σύσταση και αρμοδιότητες οργάνων

Άρθρα 96 -97

Με τα άρθρα 96-97 συνιστώνται τα όργανα (Επιτροπές, Συμβούλιο) που συμμετέχουν στη διαδικασία για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου εξετάζοντας τα αιτήματα των ενδιαφερόμενων φορέων και παρέχοντας τη γνώμη τους για την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και για σχετικά με αυτήν θέματα.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 97 συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους πενταμελής Επιτροπή για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 8, 13 και 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), η οποία εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου – αλλά και άλλα θέματα και προβλήματα που ανακύπτουν και συνδέονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως τυχόν ρυθμίσεις δανείων, τροποποιήσεις αποφάσεων παροχής εγγύησης κλπ. – και εισηγείται εγγράφως,  υποβάλλοντας τη σύμφωνη γνώμη της για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στη Τριμελή Διυπουργική Επιτροπή του άρθρου 96 του Σχεδίου Νόμου.  Στην εισήγησή της προς τη Διυπουργική Επιτροπή η Επιτροπή προτείνει τις ειδικότερες προϋποθέσεις, τους όρους για την παροχή της εγγύησης καθώς και τις ασφάλειες που πρέπει να παραχωρηθούν από τους φορείς που έχουν αιτηθεί την παροχή της εγγύησης.  Η Διυπουργική Επιτροπή εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και, λαμβάνοντας υπόψη την εισήγηση της Επιτροπής, αποφασίζει ομόφωνα για την παροχή της σύμφωνης γνώμης της προς τον Υπουργό Οικονομικών για τη χορήγηση ή μη της εγγύησης. 

Άρθρο 98

Σύσταση και αρμοδιότητες του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου

Με τις διατάξεις του άρθρου 98 καθορίζονται ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και τη συγκρότηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είναι αρμόδιο πλέον να εισηγείται επί αιτημάτων παροχής εγγύησης υποβαλλόμενων αποκλειστικά και μόνο από επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και αποκτούν εισόδημα από την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας. Επιπλέον, οριοθετούνται οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου με σκοπό την αποφυγή της χρονοβόρου διαδικασίας εισαγωγής προς εξέταση από το Συμβούλιο αιτημάτων για τα οποία δεν απαιτείται νέα ουσιαστική κρίση και αξιολόγηση, και ειδικότερα οι περιπτώσεις χορήγησης αναστολής καταβολής δόσεων χωρίς επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας του δανείου ή επαύξησης της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου με τις οποίες δεν αλλοιώνονται οι όροι και προϋποθέσεις υπό τις οποίες έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ συγκεκριμένου δικαιούχου.

Η τελευταία αυτή ρύθμιση ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4151/2013 (Α΄ 103). Στις περιπτώσεις αυτές η ειδικότερη διαδικασία και το αρμόδιο όργανο θα καθορίζονται με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία τροποποιείται το καθεστώς ενίσχυσης ως προς το ζήτημα αυτό.

Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 καθορίζεται η εξαμελής σύνθεση του Συμβουλίου κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 8, 13 και 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), με συμμετοχή των Υπηρεσιών οι οποίες εμπλέκονται σε θέματα παροχής και διαχείρισης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός το οποίο καθιστά δυνατή την εκτενή παρουσίαση των δυνατοτήτων, των ορίων και των περιορισμών που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση αιτημάτων παροχής εγγύησης. Η εν λόγω σύνθεση υπαγορεύεται πρωτίστως και από λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας, προκειμένου να διασφαλίζει ότι για κάθε εισήγησή του έχει προηγηθεί αξιολόγηση των ενδεχόμενων δημοσιονομικών επιπτώσεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ρητά ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα έκδοσης της απόφασης παροχής εγγύησης, ανάλογα με το ύψος αυτής. Περαιτέρω, και για λόγους ενίσχυσης της διαφάνειας, η απόφαση για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού υπέρ έκαστου δανειολήπτη αναρτάται στο Πρόγραμμα Διαύγεια.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

Διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 99

Συμβατότητα αιτήματος παροχής εγγύησης με το Ενωσιακό Δίκαιο

Με το άρθρο 99 του Κεφαλαίου Δ΄ του Σχεδίου Νόμου καθορίζεται το πρώτο βήμα για την έναρξη της διαδικασίας παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, που είναι η υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο φορέα στην  Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και η εν συνεχεία διαβίβασή του στη συσταθείσα με τις διατάξεις του ν. 4152/2013 (Α΄107) Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών για  εξέταση περί της  ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης και πιθανή έγκρισή του.

Άρθρο 100

Διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

Με τις διατάξεις του άρθρου 100 καθορίζεται η διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ανά κατηγορία «δικαιούχων». 

Με την παράγραφο 1 καλύπτονται οι περιπτώσεις δανείων που χορηγούνται σε φυσικά πρόσωπα και ομάδες φυσικών προσώπων των οποίων το βιοτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα χαμηλό (αθίγγανοι, παλιννοστούντες κ.λπ.) ή που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα  (σεισμοπαθείς, πλημμυροπαθείς κ.λπ.) προς αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί- περίπτωση α) του άρθρου 1 του παρόντος σχεδίου νόμου. Προϋπόθεση για την παροχή της εγγύησης στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί το γεγονός ότι η εν λόγω εγγύηση δεν πρέπει να  αποσκοπεί στην αγορά συγκεκριμένου προϊόντος, δηλαδή θα πρέπει να χορηγείται άνευ διακρίσεως συνδεόμενης με την καταγωγή του προϊόντος και να μην  συνεπάγεται έμμεσο πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες. Η προϋπόθεση αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση απουσίας κρατικής ενίσχυσης μέσω της παρεχόμενης εγγύησης για δανεισμό των δικαιούχων της κατηγορίας αυτής.

Με την παράγραφο 2 καθορίζεται η διαδικασία παροχής της εγγύησης για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περιπτ. β΄ του άρθρου 91, δηλαδή σε  ιδιωτικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και συνεταιριστικές οργανώσεις, ενώ με τις παραγράφους 3 και 4 καθορίζεται η διαδικασία για όλες τις λοιπές κατηγορίες «δικαιούχων» του άρθρου 91 του νομοσχεδίου.

Τέλος, με την παράγραφο 5 του παρόντος  παρέχεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό της  έκτασης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης, αλλά και των περαιτέρω λεπτομερειών που σχετίζονται με τη  διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, το δάνειο μπορεί να καλύπτεται εξ’ ολοκλήρου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ή μπορεί η εγγύηση να καλύψει ένα μέρος αυτού, εκφραζόμενου συνήθως ως ποσοστό επί τοις εκατό (%). Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί πως, προκειμένου περί παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και σε περίπτωση που δεν ορίζεται άλλως στη σχετική απόφαση παροχής της εγγύησης, ισχύει η γενική αρχή του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 851 του Αστικού Κώδικα και έχει θεωρητικά και νομολογιακά ερμηνευθεί, σύμφωνα με την οποία η ευθύνη του εγγυητή παρακολουθεί την εξέλιξη της κύριας οφειλής, υπό τον αυτονόητο όρο ότι το ύψος της δεν αυξάνεται με μεταγενέστερη της εγγύησης συμφωνία μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη, οπότε, προφανώς το υπερβάλλον δεν καλύπτεται με την εγγύηση. Καθίσταται λοιπόν σαφές, πως σε περίπτωση μείωσης, για οποιοδήποτε λόγο, της κύριας οφειλής, μειώνεται αντίστοιχα και η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου.

Σημειωτέον, πως, σε αντίθετη περίπτωση, θα ακυρωνόταν εν τοις πράγμασι η ελάφρυνση του πρωτοφειλέτη, διότι προϋπόθεση, κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρο 126 του ν. 4270/2014 και κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, είναι η προηγούμενη βεβαίωση σε βάρος του πρωτοφειλέτη και τυχόν συνυπόχρεων του ποσού της κατάπτωσης. Το ποσοστό κάλυψης του δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να μεταβληθεί παρά μόνο με τροποποίηση της αρχικής απόφασης παροχής εγγύησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος Υποκεφαλαίου Δ΄, ανάλογα με την κατηγορία του δικαιούχου. 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

Διαχείριση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 101

Κατάπτωση της εγγύησης

Με το άρθρο 101 του Υποκεφαλαίου Ε΄ του παρόντος ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα που συνδέονται με τη διαδικασία κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθώντας  το πνεύμα της διαδικασίας βεβαίωσης και πληρωμής που ίσχυε και με το μέχρι σήμερα νομικό πλαίσιο των εγγυήσεων. Ύστερα από το σχετικό αίτημα του οικείου πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε κάθε απόφαση παροχής εγγύησης, το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει στη βεβαίωση προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ως εσόδων του, των καταπιπτόμενων, αλλά και όλων των συνδεόμενων άμεσα ή έμμεσα με την παροχή της εγγύησής του, ποσών και ύστερα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσης από τη Δ.Ο.Υ., πραγματοποιεί τη σχετική πληρωμή στη δανειοδότρια τράπεζα. 

Περαιτέρω, ρυθμίζονται θέματα που προκύπτουν από τη βεβαίωση των εν λόγω ποσών όπως η λειτουργία των ασφαλειών που χορηγούνται για την εξασφάλιση των δανείων κ.λπ., προκειμένου να  επιλυθούν θέματα που έχουν προκύψει μέχρι σήμερα κατά τη διαδικασία των βεβαιώσεων. 

Ειδικότερα, με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, αποσαφηνίζεται η έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 126 του ν. 4270/14, όπως ισχύει, η οποία κρίνεται απαραίτητη για λόγους ασφάλειας δικαίου, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι στη δεκαετή παραγραφή της εν λόγω παραγράφου υπόκεινται οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή εν γένει, είτε αφορούν απαιτήσεις του έναντι του δανειολήπτη, που προέκυψαν λόγω υποκατάστασής του στα δικαιώματα του πιστωτή ή δανειστή με την ολική ή τμηματική κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγύησής του, είτε αφορούν την προμήθεια ασφαλείας και τυχόν άλλο παρεπόμενο έσοδο που το Δημόσιο δικαιούται, δυνάμει του εκάστοτε ισχύοντος νομικού πλαισίου και ανεξαρτήτως κατάπτωσης ή μη.

Τέλος, με την παράγραφο 4 παρέχεται η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών με αποφάσεις του να καθορίζει τη διαδικασία βεβαίωσης και πλήρους υποκατάστασης του Δημοσίου στα δικαιώματα των πιστωτικών ιδρυμάτων και να διευθετεί κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, αλλά και την διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών και την επιστροφή τυχόν ποσών που καταβλήθηκαν σε περίπτωση επέλευσης η διαπίστωσης συνδρομής λόγου απαλλαγής του Δημοσίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο.

Άρθρο 102

Απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου και διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών

Στις διατάξεις του άρθρου 102 αναφέρονται ενδεικτικά οι περιπτώσεις που οδηγούν σε απελευθέρωση του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, με συνέπεια να επέρχεται η απαλλαγή του τελευταίου από την υποχρέωση του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος-δανειστή στην περίπτωση κατά την οποία ο δανειολήπτης υπέρ του οποίου παρασχέθηκε η εγγύηση δεν εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Οι λόγοι απαλλαγής αφορούν πρωτίστως στη μη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων παροχής της εγγύησης, στη μεταβολή αυτών ή στη μεταγενέστερη τροποποίησή τους, κατά τρόπο ώστε να αναιρείται ο σκοπός χορήγησης της εγγύησης. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι ο σκοπός έκδοσης των αποφάσεων παροχής εγγύησης είναι η στήριξη ορισμένης κατηγορίας δικαιούχων που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις. Συνεπεία αυτού, οι εγγυήσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά υπέρ του εγγυητή. Επίσης, δεδομένου του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης αλλά και της επέκτασης του δεδικασμένου επί αγωγής μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη υπέρ του εγγυητή, αποσαφηνίζεται πως σε περίπτωση περιορισμού του ποσού της κύριας οφειλής με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, περιορίζεται αντίστοιχα και η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου.

Πέρα από τους προαναφερόμενους λόγους, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εγγυήσεως, στο μέτρο που συνάδουν με το χαρακτήρα της εγγύησης ως μέσου άσκησης οικονομικής πολιτικής εκ μέρους του Κράτους, καθώς η ιδιότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή δεν αναιρεί τον συμβατικό χαρακτήρα της εγγύησης. Τέλος, αποσαφηνίζεται η δυνατότητα, σε περίπτωση ακύρωσης για λόγους τυπικούς του  νομίμου τίτλου βεβαίωσης, της επαναβεβαίωσης με διόρθωση των σφαλμάτων αοριστίας. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να συνδράμουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο κριθεί αναγκαίο το Δημόσιο, επί ποινή επιστροφής τυχόν καταβληθέντων ποσών, όπως άλλωστε συνάγεται και εκ των γενικών διατάξεων του άρθρου 862 του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 103

Ρυθμίσεις δανείων

Με τη διάταξη του άρθρου 103 παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης της ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε περιπτώσεις ρυθμίσεων εγγυημένων δανείων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αυξάνεται η εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, ορίζεται ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθεί τις απαιτήσεις για τις οποίες χορηγήθηκε, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη συμφωνία ρύθμισης του δανείου. Ορίζεται επιπλέον ότι αναλυτικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

Ειδικά θέματα

Άρθρο 104

Ετήσιο όριο εγγυήσεων

Στο άρθρο 104 του παρόντος ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ανώτατο ποσό των νέων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου που δύνανται να παρασχεθούν μέσα σε ένα έτος, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενάμιση τοις εκατό (1,5%) των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου έτους.  Εξαιρούνται α) τα δάνεια από ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που χορηγούνται σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς και κοινωνικούς σκοπούς, β) τα δάνεια που παρέχονται στο πλαίσιο του ν. 3723/2008 (Α΄ 250) για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών, γ) τα δάνεια που παρέχονται στα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα στο πλαίσιο του Μηχανισμού Έκτακτης Βοήθειας Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance – ELA) από την Τράπεζα της Ελλάδος και δ) τα δάνεια που αφορούν φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα.

Η επιβολή ανώτατου ετήσιου ορίου εγγυήσεων είναι αναγκαία προκειμένου να υπάρχει ένας έλεγχος και περιορισμός στα ποσά των παρεχομένων εγγυήσεων κατ’ έτος και κατ’ επέκταση ενδεχόμενων καταπτώσεων εγγυήσεων. 

Σημειώνεται ότι το όριο του ενάμιση τοις εκατό (1,5%) ετησίως που καθορίζεται με το παρόν Σχέδιο Νόμου είναι μειωμένο σε σχέση με αυτό που ίσχυε με το καταργούμενο νομικό πλαίσιο εγγυήσεων που ήταν ίσο με το 3% των δαπανών  του Τακτικού Προϋπολογισμού, σε μία προσπάθεια μείωσης του δημοσιονομικού κόστους των εγγυήσεων.

Άρθρο 105

Ενημέρωση του Ελληνικού Δημοσίου

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 105, το Ελληνικό Δημόσιο ενημερώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τις εκάστοτε διαπιστούμενες από την τελευταία, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της, παραβάσεις των δανειστριών τραπεζών, οι οποίες αφορούν σε δάνεια ή πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η εν λόγω ενημέρωση κρίνεται απαραίτητη, καθόσον ορισμένες περιπτώσεις παραβάσεων, ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, μπορεί να στοιχειοθετούν λόγους άρσης της παρασχεθείσας εγγύησης και να οδηγούν σε απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη.

Επιπλέον, θεσπίζεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να αποστέλλουν στην αρμόδια  Διεύθυνση  Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων  ενημέρωση, σε ηλεκτρονική μορφή και σε κεντρικό επίπεδο, για έκαστη υπουργική απόφαση παροχής εγγύησης, αναφορικά με τις νέες χορηγήσεις δανείων, πιστώσεων ή εγγυητικών επιστολών, καθώς και αναφορικά με τα ανεξόφλητα κάθε φορά υπόλοιπα αυτών.

Η εν λόγω ενημέρωση είναι απολύτως απαραίτητη για την παρακολούθηση από πλευράς του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου της εξέλιξης των χορηγηθεισών εγγυήσεών του, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, πρέπει να έχει σαφή εικόνα αναφορικά με τις αποφάσεις του περί παροχής της εγγύησης οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τα πιστωτικά ιδρύματα και υλοποιήθηκαν, καθώς και αναφορικά με τα χορηγηθέντα δάνεια ή τις πιστώσεις που εξυπηρετούνται κανονικά ή εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται ανά πάσα στιγμή δυνατή η ποσοτική αποτίμηση των αναληφθεισών υποχρεώσεων του Δημοσίου, λόγω των παρεχόμενων εγγυήσεών του, και συνακόλουθα του ποσού των καταπτώσεων με το οποίο δύναται να επιβαρυνθεί σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

Άρθρα 106 – 107

Καταργούμενες διατάξεις και

Τροποποιήσεις των νόμων 3429/2005 και 3775/2009

Στα άρθρα 106 και 107 του σχεδίου νόμου περιλαμβάνονται οι κατηγορίες των τροποποιούμενων διατάξεων νόμου, καθώς και των καταργούμενων, για κάθε μια εκ των οποίων προσδιορίζεται και το ακριβές χρονικό σημείο, με την παρέλευση του οποίου καταργούνται.

Για το λόγο αυτό προκρίνεται η κατάργησή του συνόλου των διατάξεων του ν. 2322/1995 που αφορούν τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι των άρθρων 1 έως 12 και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθεισών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας παροχής και κατάπτωσης της εγγύησης και ως εκ τούτου δεν έχουν δημιουργήσει δικαιώματα τρίτων.

Ειδικής ωστόσο  μνείας χρήζουν  ορισμένες από τις καταργούμενες διατάξεις, όπως της υπ’ αριθ. 2/35554/0025/27.4.2012 (Β΄1392) υπουργικής απόφασης, η οποία ούτως ή άλλως είχε καταργηθεί σιωπηρά από την έναρξη ισχύος του αρ. 20 του ν. 4151/2013 (Α΄ 103) σχετικά με το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου. Χάριν ωστόσο πληρότητας και ασφάλειας δικαίου, περιλαμβάνεται ρητή διάταξη σχετικά με το ακριβές χρονικό σημείο κατάργησης της προαναφερθείσας διάταξης νόμου.

Επίσης, εξαιτίας του ότι, μέσω των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόμου, προβλέπεται μεταξύ άλλων, για λόγους ασφάλειας δικαίου, η ενοποίηση της ακολουθητέας, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, διαδικασίας και η κατάργηση της μέχρι σήμερα ισχύουσας διαφοροποίησής της, ανάλογα με το εάν πρόκειται για φορέα υπαγόμενο ή μη στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2004, της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθ. 16736/ΕΓΔΕΚ0 2579/30.3.2009 (Β΄ 588). Για την ταυτότητα του λόγου και προς αποφυγή του ενδεχόμενου αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων, κατά τη διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε δημόσια επιχείρηση ή οργανισμό υπαγόμενο στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), προβλέπεται η απάλειψη της φράσης «…. και η παροχή εγγυήσεων του Δημοσίου» από την υποπαράγραφο α) της παρ. 3 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, σχετικά με τις αρμοδιότητες της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.

Ειδικά σε ό,τι αφορά στις διατάξεις των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών υπ’ αριθ. 2/478/0025/2006 (ΦΕΚ Β΄16) «Διαδικασία Βεβαίωσης και Διαγραφής Οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου», όπως ισχύει τροποποιημένη και οικ. 2/9441/0025/2012 (Β΄1588) «Τρόπος υπολογισμού και απόδοσης της προμήθειας που δικαιούται το Ελληνικό Δημόσιο για τις παρεχόμενες εγγυήσεις του», λόγοι πρακτικής αποτελεσματικότητας και ομαλής λειτουργίας της αρμόδιας Υπηρεσίας επιβάλλουν τη διατήρησή τους σε ισχύ, όπως ισχύουν ή έχουν αντικατασταθεί, μέχρι την αντικατάστασή τους, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 107/17 του σχεδίου νόμου.

Επίσης, προβλέπεται η τροποποίηση της παραγράφου 5 του άρθρου 23 του ν. 3723/2009 (Α΄ 122) και των αντίστοιχων διατάξεων της κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του ανωτέρω άρθρου, υπ’ αριθ. οικ. 2/54544/0025/2009 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1645). Η τροποποίηση αυτή κρίνεται σκόπιμη προκειμένου να αποφευχθεί η διάσπαση της ακολουθούμενης διαδικασίας, κατά την εκπλήρωση υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου που απορρέουν από κατάπτωση παρασχεθείσας εγγύησής του, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 126 του ν. 4270/2014 και 11 του ν. 2322/1995, τα οποία προβλέπουν την καταβολή από το Ελληνικό Δημόσιο των καλυπτόμενων με την εγγύησή του ποσών, κατόπιν της προηγούμενης εν στενή εννοία βεβαίωσής τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται το Ελληνικό Δημόσιο κατά την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων, καθώς κάθε εκροή ποσού αντισταθμίζεται από ισόποση βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αποτέλεσμα των ανωτέρω η είσπραξη των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, καθ’ υποκατάστασή του, κατά το καταβληθέν εγγυημένο ποσό, στη θέση του πιστωτικού ιδρύματος, να πραγματοποιείται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες των Δ.Ο.Υ., οι οποίες  θα έχουν στη διάθεσή τους τα προβλεπόμενα από τον ΚΕΔΕ, όπως εκάστοτε ισχύει, μέσα είσπραξης, τηρουμένων των προϋποθέσεων που τίθενται από τις επιμέρους διατάξεις του.

Τέλος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται η περαιτέρω επιβάρυνση με τυχόν δαπάνες, στις οποίες θα προέβαιναν τα πιστωτικά ιδρύματα, που, ως εντολοδόχοι του Ελληνικού Δημοσίου, θα αναλάμβαναν για λογαριασμό του την είσπραξη των καταβληθέντων εγγυημένων ποσών και τις οποίες πιθανόν να αναζητούσαν από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της έννομης σχέσεως εντολής.

Άρθρο 108

Μεταβατικές και λοιπές διατάξεις

Περιλαμβάνονται μεταβατικές διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας των καθ’ ύλη αρμόδιων Υπηρεσιών κατά την επιτέλεση του έργου τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

Εξουσιοδοτήσεις

Άρθρο 109

Παροχή εξουσιοδοτήσεων και έγκριση σχεδίου τροποποιητικής σύμβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 4336/2015

Την 14η Αυγούστου 2015, η Βουλή των Ελλήνων με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (A’ 94) κύρωσε το σχέδιο της Σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (F.F.A.) που πρόκειτο να υπογραφεί μεταξύ αφενός  του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ΕΜΣ) και αφετέρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης ανώτατου ύψους 86 δις ευρώ, παρέχοντας τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις για την υπογραφή της.  Στο εν λόγω σχέδιο (και την υπογραφείσα σύμβαση) περιλαμβάνεται η δέσμευση των συμβαλλομένων μερών, να προβούν σε τροποποιήσεις της Σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και σε κάθε αναγκαία ενέργεια προκειμένου, κατόπιν αιτήματος του ΕΜΣ, να προσχωρήσει στη Σύμβαση αυτή ως μέρος, δεσμευόμενη από τους όρους της, η οντότητα που προβλεπόταν να συσταθεί στο μέλλον με σκοπό τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, σύμφωνα με τη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωομάδας της 12ης  Ιουλίου 2015.

Με το ν. 4389/2016 (Α’ 94) συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας» (ΕΕΣΥΠ), που λειτουργεί  χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό, δηλαδή να διαχειρίζεται και αξιοποιεί τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να: α) συνεισφέρει πόρους για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και β) συμβάλει στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ν. 4336/2015.

Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι το Φεβρουάριο 2017 συγκροτήθηκε σε σώμα το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΕΣΥΠ  και έχει ήδη ξεκινήσει η ουσιαστική λειτουργία της, ο ΕΜΣ κάλεσε τα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόσουν τη δέσμευση της ρήτρας 3.4.f της ως άνω σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και να υπογράψουν την τροποποίησή της προκειμένου η ΕΕΣΥΠ να προσχωρήσει στη Σύμβαση και να αναλάβει τις δεσμεύσεις που ήδη προβλέπονται στην αρχική συμφωνία των μερών.

Με το παρόν άρθρο δίνονται οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις στον Υπουργό Οικονομικών, το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το Διευθύνοντα και τον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, καθώς και στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και το Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΕΣΥΠ να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, και κυρώνεται το σχέδιο της τροποποιητικής σύμβασης.

 Η τροποποιητική σύμβαση περιέχει τις αναγκαίες αλλαγές στους υφιστάμενους όρους και ρήτρες ώστε να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος η ΕΕΣΥΠ και εξειδικεύει τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που αυτή αναλαμβάνει έναντι του ΕΜΣ, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων σχετικά με τις επιστροφές που πρέπει να καταβάλει η Ελλάδα σε ποσά ισοδύναμα με τα  μερίσματα που θα λαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχος της ΕΕΣΥΠ, όποτε αυτό συμβαίνει, για τη μείωση του χρέους.

Ειδικότερα, με την εν λόγω τροποποίηση η ΕΕΣΥΠ προσχωρεί ως συμβαλλόμενο μέρος της FFA,  καθορίζεται το περιεχόμενο των  πληροφοριών που πρέπει να παρέχει προς τον ΕΜΣ, και, όπως έχει συμβεί και με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται η παροχή εγγύησης από την ΕΕΣΥΠ προς τον ΕΜΣ για τα δάνεια που χορηγεί ο τελευταίος στην Ελλάδα, η οποία όμως περιορίζεται στο ποσό των εικοσιπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ. Τέλος, καθορίζεται ο μηχανισμός αποπληρωμής του δανείου σε σχέση με τα τυχόν ετήσια μερίσματα που προέρχονται από την ΕΕΣΥΠ και καταβάλλονται στο Ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχο, με τρόπο που βελτιώνει το προφίλ χρέους της χώρας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110

Τροποποίηση ν. 2960/2001

Εισάγεται νέο άρθρο 119Β στον ν. 2960/2001 («Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας») με σκοπό τη θέσπιση υποχρεωτικών πληρωμών προς το ελληνικό Δημόσιο εξαρτώμενων από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα βιομηχανοποιημένων καπνών. Το νέο άρθρο 119 Β εισάγεται κατ’ ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στα συμβαλλόμενα κράτη το άρθρο 17 του Πρωτοκόλλου για την Καταπολέμηση της Παράνομης Εμπορίας Προϊόντων Καπνού  και προκειμένου να ενισχυθεί το νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων στη χώρα μας που έχει προσλάβει μεγάλες διαστάσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 119 Β οι επιχειρήσεις υποχρεούνται σε πληρωμές αποζημιωτικής φύσης προς το ελληνικό Δημόσιο οφειλόμενες εξ αντικειμενικής ευθύνης σε κάθε περίπτωση που κατάσχονται γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά τους, 50.000 τεμαχίων και άνω.

Στο άρθρο 119 Β προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εντός δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του άρθρου και ότι η παραβίαση αυτής της υποχρέωσης τιμωρείται με πρόστιμο.

Επίσης, στο άρθρο 119 Β περιγράφεται γενικά η διαδικασία της δειγματοληψίας για τα κατασχεμένα βιομηχανοποιημένα καπνά και παράλληλα παρέχεται εξουσιοδότηση στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για την έκδοση κανονιστικής πράξης που θα ορίζει τα ειδικότερα θέματα της δειγματοληψίας και της χημικής εξέτασης.

Η πληρωμή θα επιβάλλεται με καταλογιστική πράξη που θα εκδίδει  ο Προϊστάμενος του Τελωνείου στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης. Προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση πληρωμής στις περιπτώσεις κλοπής των βιομηχανοποιημένων καπνών ή διαφυγής τους από την επιχείρηση από λόγους ανωτέρας βίας.

Τα ποσά των πληρωμών θα διατίθενται αποκλειστικά για την χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων. 

Άρθρο 111

Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 19 του Κώδικα ΦΠΑ. Ειδικότερα, προστίθεται νέα περίπτωση δ΄, προκειμένου να προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις πράξεων (παραδόσεων αγαθών ή/και παροχών υπηρεσιών) μεταξύ συγγενικών ή/και συνδεδεμένων προσώπων κατά τη Φορολογία Εισοδήματος, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται πλέον η κανονική αξία, για τις περιπτώσεις που η αντιπαροχή – τίμημα είναι κατώτερη από αυτήν.

Η διάταξη αυτή στόχο έχει να αντιμετωπίσει τις περιπτώσεις υποτιμολογήσεων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος, οι οποίες επηρέαζαν και τα έσοδα του ΦΠΑ. Πρόκειται για διάταξη που ενσωματώνει δυνατότητα που παρέχεται από την οδηγία ΦΠΑ, εξορθολογίζοντας το σύστημα ΦΠΑ, για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την ορθή απόδοση του φόρου στις περιπτώσεις συγγενικών ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων.

Για την εφαρμογή της κανονικής αξίας, η διάταξη προϋποθέτει ο προμηθευτής ή ο λήπτης να μην έχουν πλήρες δικαίωμα έκπτωσης, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, το αποτέλεσμα (έσοδο για το κράτος) θα ήταν ουδέτερο.Αναλόγως η διάταξη προβλέπει ότι και στην περίπτωση που η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο στο εσωτερικό της χώρας, και ο προμηθευτής δεν έχει πλήρες δικαίωμα έκπτωσης, εφαρμόζεται η κανονική αξία.

Επιπλέον, προστίθεται νέα περίπτωση ε΄, σύμφωνα με την οποία στις περιπτώσεις πλειστηριασμού ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το εκπλειστηρίασμα, προκειμένου να μην υφίσταται αμφισβήτηση για τη φορολογητέα βάση σε περίπτωση πλειστηριασμού.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται το άρθρο 39 του Κώδικα ΦΠΑ, προκειμένου να επιλυθούν διάφορα προβλήματα που προέκυψαν κατά την εφαρμογή του άρθρου, καθώς και να καλυφθούν νομοθετικά κενά που είχαν εντοπιστεί. Έτσι, επιτρέπεται πλέον να υπάγονται στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων και όσοι για πρώτη φορά κάνουν έναρξη εργασιών, ενώ παύει να είναι υποχρεωτική η διετής παραμονή στο καθεστώς των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων και οι υποκείμενοι μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς από το επόμενο έτος. Επίσης, για λόγους εναρμόνισης με την οδηγία ΦΠΑ, ορίζεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν για τον προσδιορισμό του ορίου υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς οι μεταβιβάσεις παγίων και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επιπλέον, καλύπτεται νομοθετικό κενό και πλέον με την υπέρβαση του ορίου των 10.000 ευρώ, ο υποκείμενος υποχρεούται άμεσα να επιβάλει ΦΠΑ και να εφαρμόσει το κανονικό καθεστώς από την πρώτη πράξη παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών, ώστε να μην υπάρχει έδαφος καταστρατήγησης της διάταξης.

Άρθρο 112

Τροποποίηση των άρθρων 10 και 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

(ν. 4174/2013)

Με τις προτεινόμενες διατάξεις τροποποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) για την παροχή εγγύησης για την έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου ως μέτρου πρόληψης της φοροδιαφυγής. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις καλύπτονται νομοθετικά κενά, όπως η εφαρμογή των διατάξεων και για τα φυσικά πρόσωπα που προβαίνουν σε έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου, επέρχεται εξορθολογισμός του υφιστάμενου σχετικού πλαισίου ως προς το ύψος, το είδος των οφειλών και τις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται εγγύηση, καθώς και αναγκαίες νομοτεχνικές βελτιώσεις. Τέλος, με τις νέες διατάξεις, απαίτηση εγγύησης προβλέπεται μόνον για την έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου και όχι για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών, ως εκ τούτου η δήλωση για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών δεν υποβάλλεται πλέον υποχρεωτικά μόνον με δήλωση μεταβολών.

Άρθρο 113

Τροποποίηση Παραρτήματος ν. 4389/2016

Για λόγους λειτουργικούς και προς το σκοπό της βέλτιστης αξιοποίησης της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, η εταιρεία ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. εντάσσεται στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές μεταβιβάζονται στην Ε.Ε.ΣΥ.Π. Α.Ε. Όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες εταιρείες, η μεταβίβαση των μετοχών της ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. δεν επηρεάζει και δεν τροποποιεί το υφιστάμενο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο καθορίζει τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες της εταιρείας, όπως αυτό αποτυπώνεται στο ν. 3891/2010 (Α’ 188). Η ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. μέσω του Επιχειρησιακού της Σχεδίου, όπως αυτό θα διαμορφώνεται με βάση τον εσωτερικό κανονισμό (“Coordination Mechanism”) της Ε.Ε.ΣΥ.Π. Α.Ε., θα μεριμνά για την ενσωμάτωση και την υλοποίηση των προτεραιοτήτων του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού στον τομέα των Μεταφορών, όπως αυτό θα επικαιροποιείται, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία που διαχειρίζεται η ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. σύμφωνα με το ν. 3891/2010 (Α’ 188). Επίσης, ορίζεται ότι η ισχύς της παρούσας διάταξης άρχεται την 01-07-2018.

Άρθρο 114

Τροποποίηση ν. 4172/2013 και 3864/2010

Με την παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013 (Α’ 167), σύμφωνα με το οποίο οι κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες σε πιστωτικά ιδρύματα που αποκτώνται από την άσκηση του δικαιώματος μετατροπής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, μεταβιβάζονται κατά κυριότητα αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Με το παρόν άρθρο τροποποιείται επίσης ο ν.3864/2010 (Α’ 119). Ειδικότερα, με την παρ. 2 προστίθεται νέα περίπτωση η’ στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, προκειμένου να προστεθεί στο σκοπό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η άσκηση των δικαιωμάτων του μετόχου από τη μεταβίβαση σε αυτό των κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων της παρ. 6 του άρθρου 27Α  του ν. 4172/2013 (Α’ 167), όπως αυτή τροποποιείται με το προηγούμενο άρθρο. Με την παρ. 3 παρατείνεται η διάρκεια του Ταμείου έως και την 31 Δεκεμβρίου 2022. Με την παρ. 4 ορίζεται ότι για τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες που περιέρχονται στο Ταμείο, δυνάμει των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 27 Α του ν. 4172/2013,  το Ταμείο σχηματίζει ειδικό αποθεματικό ισόποσο με την αξία αποτίμησής τους κατά την μεταβίβασή τους σε αυτό. Με την παρ. 5 ορίζεται ο αποκλειστικός τρόπος με τον οποίον δύναται να επενδύονται τα κάθε είδους έσοδα που συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες του παρόντος άρθρου. Με την παρ. 6 τροποποιείται η παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3864/2010, προκειμένου η τιμή διάθεσης από το Ταμείο των μετοχών που κατέχει αυτό σε πιστωτικά ιδρύματα και η ελάχιστη τιμή κάλυψης των μετοχών από τους ιδιώτες επενδυτές, κατά περίπτωση, να ορίζονται με τον ίδιο τρόπο για κάθε περίπτωση, ήτοι με βάση τις δύο εκθέσεις αποτίμησης που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο και σύμφωνα με την έκθεση που αναφέρεται στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου.  Τέλος, με την παρ. 7 προστίθεται παρ. 7 στο άρθρο 12 του ν. 3864/2010, με την οποία ορίζεται ότι τα ως άνω κάθε είδους έσοδα που συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες του παρόντος άρθρου, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 6 του ως άνω άρθρου, καταχωρούνται σε ειδικό λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος και μεταφέρονται στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν τόκων ή λοιπών αποδόσεων, στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται διανεμητέο κέρδος, μετά από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών. Το Ταμείο οφείλει να ενημερώνει αμελλητί τον Υπουργό Οικονομικών κάθε φορά που πραγματοποιείται πίστωση ποσών στον ως άνω ειδικό λογαριασμό.

Άρθρο 115

Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167)

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 αναδιατυπώνεται η έννοια του κέντρου των ζωτικών συμφερόντων, έτσι ώστε να ευθυγραμμίζεται τόσο με τα ερμηνευτικά σχόλια της Πρότυπης Σύμβασης του ΟΟΣΑ για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, όσο και με την Απόφαση ΣτΕ 1445/2016.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 η υφιστάμενη όμοια ρύθμιση των ετών 2014 έως και 2017, που ισχύει ως μεταβατική διάταξη με το άρθρο 72 παρ. 35 και 35Α ΚΦΕ, αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, με την προσθήκη της στο άρθρο 15 του ΚΦΕ, σύμφωνα με την οποία για τα εισοδήματα που αποκτούν οι περιστασιακά ή ευκαιριακά απασχολούμενοι (άνεργοι, νοικοκυρές, φοιτητές, συμμετέχοντες σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας κ.λπ.) και εφόσον αυτοί δεν είναι επιτηδευματίες, δηλαδή δεν έχουν κάνει έναρξη εργασιών, έχει εφαρμογή, για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης, η ενιαία κλίμακα των μισθωτών/συνταξιούχων/επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπολογιζόμενου του ποσού της μείωσης φόρου των 1.900 έως 2.100 ευρώ, εφόσον το πραγματικό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ. Όταν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ, το υπερβάλλον ποσό φορολογείται με την προαναφερθείσα ενιαία κλίμακα ή εφαρμοζόμενων των μειώσεων του άρθρου 16 του ν. 4172/2013. Περαιτέρω, κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 πολλοί φορολογούμενοι δήλωσαν μόνο μικρά ποσά εισοδημάτων από μισθωτή εργασία (π.χ. 60 ευρώ) καθώς και μικρά εισοδήματα από κεφάλαιο (π.χ. 62 ευρώ τόκοι). Επειδή, οι περιπτώσεις αυτές δεν εντάχθηκαν στη διάταξη της παρ.35Α του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, με συνέπεια η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων σε αυτές τις περιπτώσεις να φορολογηθεί με την κλίμακα της επιχειρηματικής δραστηριότητας προτείνεται η τροποποίηση της διάταξης προς άρση των αδικιών αυτών δηλαδή, φορολογούμενοι με πολύ μικρότερα εισοδήματα να φορολογούνται δυσμενέστερα από άλλους με πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του ν.4172/2013, προκειμένου να εναρμονιστούν οι σχετικές διατάξειςτου Κ.Φ.Ε. με τα λογιστικά πρότυπα μετά την κατάργηση του ΚΦΑΣ. Επίσης, με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης β’ εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί αιτία κληρονομιάς ή με χαριστική αιτία από συγγενείς μέχρι δευτέρου βαθμού ή έχουν διακρατηθεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης γ’ προστίθεται νέα παράγραφος 5 στο άρθρο 21, προκειμένου ως μεμονωμένη πράξη να μην νοείται η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου η οποία εμπίπτει στο άρθρο 42.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 4 γίνεται νομοτεχνική διόρθωση στην περίπτωση στ’ του άρθρου 23 του ΚΦΕ, καθόσον ηφράση «λήψη αμοιβών» δεν στοιχειοθετεί δαπάνη που αποτελεί και το περιεχόμενο των διατάξεων (μη εκπιπτόμενες δαπάνες).

Με τις προτεινόμενες διατάξεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 και προκειμένου για την αντιμετώπιση πληθώρας πρακτικών και ερμηνευτικών ζητημάτων που έχουν προκύψει κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24 (προσδιορισμός παρούσας αξίας μισθωμάτων, επιτοκίου, ωφέλιμης ζωής, σύγκριση με αγοραία αξία) καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ΚΦΕ και η έννοια της χρηματοδοτικής μίσθωσης εναρμονίζεται με τα ΕΛΠ. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης γ’, o πίνακας της παρ. 4 του άρθρου 24 τροποποιείται και ορίζεται ότι αφενός αποσβένονται τόσο οι εσωτερικές όσο και οι διασυνοριακές εμπορευματικές μεταφορές με συντελεστή 12% και, αφετέρου, προκειμένου για την αντιμετώπιση πληθώρας πρακτικών και ερμηνευτικών ζητημάτων που έχουν προκύψει από την ερμηνεία των μέσων μαζικής μεταφοράς (ΚΤΕΛ) και των μέσων μεταφοράς ατόμων, όλα τα μέσα μεταφοράς ατόμων εξαιρουμένων των τρένων, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών αντιμετωπίζονται ενιαία και αποσβένονται με συντελεστή 16%.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 6 τροποποιείται ο ειδικός αντικαταχρηστικός κανόνας του άρθρου 27 παρ. 5 για τη μεταφορά των ζημιών, στο πλαίσιο της πρότασης Οδηγίας για την Κοινή Βάση Φορολογίας Εταιρειών, και περαιτέρω διαγράφονται οι λέξεις «μετοχικού κεφαλαίου» προκειμένου οι διατάξεις αυτές να καταλαμβάνουν όλα τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες του άρθρου 45 και όχι μόνο τις ανώνυμες εταιρείες. Επισημαίνεται ότι, ως προς τους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις του ν. 4172/2013, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 27 αποτελούν ειδικότερο κανόνα που εφαρμόζεται για την μεταφορά των ζημιών, σε σχέση με τον αντικαταχρηστικό κανόνα του άρθρου 56 ν. 4172/2013, ο οποίος εφαρμόζεται συμπληρωματικά για τα λοιπά παρεχόμενα ευεργετήματα στους μετασχηματισμούς κατά τον ν. 4172/2013. Δεδομένων των ερμηνευτικών προβλημάτων της υφιστάμενης ρύθμισης της παραγράφου 5 του άρθρου 27 και για λόγους ασφάλειας δικαίου, τίθεται έναρξη ισχύος της προτεινόμενης ρύθμισης η 1.1.2014.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 7 θα υπάγεται πλέον στο τεκμήριο της απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και η δαπάνη για ασφαλιστικά συμβόλαια επενδυτικού χαρακτήρα, καθόσον αυτά προσιδιάζουν στην αγορά και επένδυση χρεογράφων τα οποία ήδη αποτελούν τεκμήριο.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 8 αντικαθίσταται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 39 και προβλέπεται ότι απαλλάσσεται από τον φόρο το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει από τη δωρεάν παραχώρηση ακινήτων στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι πράξεις αυτές καθόσον αποτελούν όφελος για το Δημόσιο.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 9 ορίζεται ότι ως τιμή κτήσης τίτλων, που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 10 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 43Α του ΚΦΕ και ορίζεται ότι απαλλάσσεται της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης το τεκμαρτό εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση κύριας κατοικίας έως 200 τ.μ. προς ανιόντες ή κατιόντες και παραχώρηση χρήσης ακινήτων στο Ελληνικό Δημόσιο η ΝΠΔΔ, ως μη πραγματικό εισόδημα.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 11 ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τον τρόπο προσδιορισμού των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισμών που εκμεταλλεύονται αεροσκάφη ή πλοία υπό ξένη σημαία η διαχείριση των οποίων δεν γίνεται από την Ελλάδα, κατόπιν έκδοσης των ΣτΕ 153, 154/2018.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 12 εισάγεται συντελεστής παρακράτησης φόρου στις αμοιβές από μισθωτή εργασία των αμειβόμενων με ημερομίσθιο και των ξεναγών, καθόσον η αναγωγή του ημερομισθίου σε ετήσιο δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό ετήσιο εισόδημα των προσώπων αυτών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 13 γίνονται νομοτεχνικές διορθώσεις προκειμένου να συμφωνούν οι σχετικές διατάξεις με το περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2011 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών και της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 14 ρυθμίζεται η υποχρέωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου σε περίπτωση μετάβασης από το διπλογραφικό σύστημα στο απλογραφικό, καθόσον ελλείψει τέτοιας διάταξης τα εν λόγω κέρδη διαφεύγουν της φορολόγησης.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 15 αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 65 τουν.4172/2013, αφενός προκειμένου οι διατάξεις του ΚΦΕ περί μη συνεργάσιμων κρατών να ανταποκρίνονται στις διεθνείς εξελίξεις, αναφορικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών και αφετέρου να ευθυγραμμίζονται με τα κριτήρια συμμόρφωσης σχετικά με τη φορολογική διαφάνεια του Παραρτήματος V των Συμπερασμάτων του Συμβουλίου ECOFIN στις 5.12.2017 (15429/17) FISC 345 ECOFIN 1088, σχετικά με τον Ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων φορολογικών δικαιοδοσιών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 16 γίνεται νομοτεχνική διόρθωση στο άρθρο 67 ΚΦΕ, καθόσον οι διατάξεις του άρθρου 31 «Άμεσος προσδιορισμός φόρου» του ν.4174/2013 δεν έχουν εφαρμογή στα φυσικάπρόσωπα. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης β’ ρυθμίζεται η καταβολή των δόσεων φόρου εισοδήματος των δηλώσεων φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 17 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 68 προκειμένου για τα εισπραττόμενα μερίσματα που δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48 να εκπίπτει το ποσό του φόρου που αναλογεί και όχι το ποσό του καταβληθέντος φόρου καθόσον στην πράξη αντιμετωπίζονται πρακτικά προβλήματα, δεδομένου ότι είναι δύσκολο να δοθεί ως πληροφορία ο καταβληθείς φόρος που αναλογεί στον μέτοχο νομικό πρόσωπο (απαιτεί υπολογισμούς φορολογικών αναμορφώσεων) σε αντίθεση με τον αναλογούντα φόρο. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης β’ ρυθμίζεται ο τρόπος απόδοσης φόρου για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις της παρ. 8 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 που εκμεταλλεύονται αεροσκάφη ή πλοία υπό ξένη σημαία.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 18 η μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στο μισό συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την απόκτηση για πρώτη φορά εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως υποχρέωσης έναρξης εργασιών και όχι σε άλλες κατηγορίες εισοδημάτων.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 19 τίθεται η έναρξη ισχύος συγκεκριμένων παραγράφων του άρθρου.

Άρθρο 116

Προσθήκη άρθρων 71Δ και 71Ε στο ν. 4172/2013

Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 71Δ επιχειρεί να συμπληρώσει το πλαίσιο καταπολέμησης της ανεργίας, συνεισφέροντας παράλληλα στην επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της φορολογικής διευκόλυνσης των επιχειρήσεων. Παράλληλα δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στο μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, αυτό της ανεργίας των νέων, αλλά και της μακροχρόνιας ανεργίας.

Η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας επέφερε βαρύ πλήγμα στο εργατικό δυναμικό της χώρας και κατά συνέπεια και στην ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας. Τα τελευταία δύο χρόνια τα θετικά δείγματα της οικονομίας και της αγοράς εργασίας ενισχύονται με στόχο την επιστροφή στην κανονικότητα, με την παραδοχή πως για να  υπάρξει οικονομική ανάπτυξη προς όφελος και των επιχειρήσεων, αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται με την αποκατάσταση της εργασιακής ασφάλειας, της φορολογικής ανταποδοτικότητας και της ενίσχυσης των υγειών επιχειρήσεων. Η παρούσα διάταξη ενισχύει, συνεπώς, το πλαίσιο αυτής της θεώρησης. Ειδικότερα, προβλέπεται η προσαύξηση κατά 50% του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών (εισφορές υπέρ σύνταξης, εισφορές υπέρ υγείας κ.λπ.) και μέχρι το 14πλάσιο του κατώτατου μισθού ανά θέση εργασίας. Επιπλέον, λαμβάνεται μέριμνα ώστε σε περίπτωση πρόσληψης ενός εργαζόμενου από μια εταιρεία που είναι συνδεδεμένη κατά την έννοια του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, το κίνητρο να χορηγείται μια και μόνο φορά, οπότε τυχόν μετακίνησή του σε άλλη συνδεδεμένη εταιρεία να μην θεωρείται νέα θέση απασχόλησης για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης.

Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 71Ε επικεντρώνεται σε δυνητικούς επενδυτές σε οπτικοακουστικές παραγωγές στην Ελλάδα και προβλέπει την παροχή φορολογικών κινήτρων για την παραγωγή στην Ελλάδα κινηματογραφικών και τηλεοπτικών έργων, καθώς και συναφών οπτικοακουστικών έργων, κατά το πρότυπο λοιπών Ευρωπαϊκών χωρών. Στόχος η προσέλκυση κινηματογραφικών παραγωγών και λοιπών οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα.

Το κίνητρο συνίσταται σε μια έκπτωση 30% των επιλέξιμων δαπανών από το φορολογητέο εισόδημα του φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που χρηματοδοτεί το έργο και είναι υποκείμενο φόρου στην Ελλάδα, για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα.

Ωστόσο, το ποσοστό της αφαίρεσης των δαπανών από το φορολογητέο εισόδημα του επενδυτή μαζί με τυχόν άλλες ενισχύσεις που έχει λάβει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για το ίδιο οπτικοακουστικό έργο, δεν μπορούν να ξεπερνούν το 50% του κόστους παραγωγής του έργου αυτού.

Με απόφαση, τέλος, των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού θα καθορισθούν οι επιλέξιμες δαπάνες, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου.

Άρθρο 117

Τροποποίηση ν. 4172/2013 και 3842/2010

Κρίνεται αναγκαία η θέσπιση οικονομικών κινήτρων για την εξοικονόμηση νερού και τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης. Τα κίνητρα αυτά θα ενισχύσουν τις επενδύσεις στα ανωτέρω πεδία προωθώντας ουσιαστικά την κυκλική οικονομία και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται ο διπλασιασμός των συντελεστών απόσβεσης για επενδυτικές δαπάνες που σχετίζονται με την εξοικονόμηση νερού και την επίτευξη υψηλότερου επιπέδου ενεργειακής απόδοσης (σε συμφωνία με τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 651/2014).

Οι προϋποθέσεις, οι όροι, οι διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θα καθορισθούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Άρθρο 118

Ερμηνευτική διάταξη

Με την παρούσα διάταξη αποσαφηνίζεται ότι το π.δ. 315/1999 (Α΄ 302) «Περί του ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Δήμων και Κοινοτήτων (Ο.Τ.Α. Α` Βαθμού)» παραμένει εν ισχύ έως την εφαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος το οποίο προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 156 του ν. 4270/2014 (Α΄143). 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

Άρθρο 119

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

«ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2019-2022»

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε την αιτιολογική έκθεση του άρθρου σε μορφή αρχείου PDF.

ΤΜΗΜΑ ΙΑ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης

 Άρθρο 119

Τροποποίηση άρθρων 15 και 19 ν. 4440/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών, για λόγους απλοποίησης και ταχύτερης ολοκλήρωσης των διαδικασιών, ευελιξία  στον τρόπο κάλυψης των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων που μετατάσσονται ή αποσπώνται από φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης, η μισθοδοσία των οποίων είτε βαρύνει άμεσα τους φορείς του τακτικού προϋπολογισμού είτε τους προϋπολογισμούς των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Με την προτεινόμενη διαδικασία για την ανακατανομή και διάθεση των πιστώσεων διασφαλίζεται η δημοσιονομική ουδετερότητα στον προϋπολογισμό της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον, οι σχετικές μεταβολές γίνονται εντός των ανώτατων ορίων δαπανών, όπως έχουν περιληφθεί στο εκάστοτε ισχύον Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής.

Άρθρο 120

Ρυθμίσεις για την αξιολόγηση

Με τις διατάξεις της παρ. 1 ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην τήρηση της υποχρέωσης αξιολόγησης από τους υποψηφίους-προϊσταμένους για την επιλογή τους σε θέση ευθύνης. Ειδικότερα, δεδομένου ότι για την αξιολογική περίοδο 2017 η διαδικασία της αξιολόγησης δεν έχει ολοκληρωθεί, κατόπιν αλλαγής στον τρόπο σύνταξης των εκθέσεων αξιολόγησης μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 4533/2018 και της αριθ. ΔΑΠΔΕΠ/Φ.2/35/ οικ.18485/22-05-2018 (Β’ 1882) υπουργικής απόφασης, κρίνεται αναγκαία η χρονική επανα-οριοθέτηση του χρόνου συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής, προκειμένου να μην αποτελέσει αυτή εμπόδιο για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα των υπαλλήλων κατά την κρίση του παραδεκτού των αιτήσεών τους. Για λόγους ισότιμης μεταχείρισης, οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για όσες προκηρύξεις δεν έχει λήξει η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων.

Με τις διατάξεις της παρ. 3 ρυθμίζονται τα θέματα των αναπληρωτή του τακτικού μέλους που προβλέπεται να μετέχει στη συγκρότηση των Συμβουλίων Επιλογής Προϊσταμένων (Σ.Ε.Π.), ήτοι του Γενικού Γραμματέα ή Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα του οικείου Υπουργείου ή του προϊσταμένου της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του Γενικού Γραμματέα του εποπτεύοντος το Ν.Π.Δ.Δ. Υπουργείου, δεδομένου ότι σε ορισμένους φορείς δεν υπάρχει αναπληρωτής με την ίδια ιδιότητα, όπως απαιτούν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 85 του Υπαλληλικού Κώδικα.

ΤΜΗΜΑ ΙΒ΄

Άρθρο 121

Έναρξη ισχύος

Προβλέπεται η έναρξη ισχύος του νόμου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!