Νομολογία

ΣτΕ 3540/2003

Αριθμός 3540/2003

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2003 με την εξής σύνθεση: Χ. Γεραρής, Πρόεδρος, Α. Τσαμπάση, Π.Ζ. Φλώρος, Γ. Παναγιωτόπουλος, Σ. Καραλής, Ε. Γαλανού, Σ. Ρίζος, Φ. Αρναούτογλου, Π. Πικραμμένος, Α. Θεοφιλοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Α. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Α. Γκότσης, Α. Ράντος, Ε. Σαρπ, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Σ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνης, Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Κ. Βιολάρης, Μ. Κωνσταντινίδου, Σύμβουλοι, Σ. Μαρκάτης, Μ. Πικραμένος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Μ. Καλαντζής.

Για να δικάσει την από 18 Οκτωβρίου 2002 αίτηση : του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τους

1) Π. Κ., Ν. Σύμβουλο του Κράτους και

2) Σ. Δ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του Σ. Ε. Λ., συνταξιούχου δικαστή, κατοίκου Αθηνών (οδός Κ. **Α, Π. ), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 430 Δ.Σ. Καλαμάτας).

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ο. του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 28.1.2003 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Ε., λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α΄ του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 5519/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Α. Γκότση.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους αντιπροσώπους του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αναιρεσίβλητο ως δικηγόρο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο χωρίς την καταβολή τελών και παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 5519/2002 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της αποφάσεως 590/2001 του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, συνταξιούχου δικαστικού λειτουργού, κατά της, εκδηλωθείσης με το από 28.9.2000 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000 του Προϊσταμένου της ΙΖ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, σιωπηρής απορρίψεως επιφυλάξεως του αναιρεσιβλήτου, που είχε διατυπωθεί στη δήλωσή του φορολογίας εισοδήματος του εν λόγω οικονομικού έτους, με την οποία ζητούσε να φορολογηθεί αυτοτελώς η σύνταξη που του καταβλήθηκε από το Δημόσιο Ταμείο (8.603.436 δρχ.) σε σχέση με τα υπόλοιπα εισοδήματά του από μισθωτές υπηρεσίες (από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων 21.590.692 δρχ. και από το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Δημοσίων Υπαλλήλων 402.540 δρχ.) και από ακίνητα (45.000 δρχ.).

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια με την από 28.1.2003 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου λόγω σπουδαιότητος.

3. Επειδή, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, υπό τον τίτλο "Ψήφιση, δημοσίευση και θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος" (Φ.Ε.Κ. Α΄ 87/17.4.2001), αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος ως εξής:

"2. Oι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός επιπλέον δικηγόρου, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συνέχιση τυχόν εκκρεμών δικών".

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διατάξεως δημοσιεύθηκε ο Ν. 3038/2002 "Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α΄ 180/7.8.2002), στο Κεφάλαιο Α΄ του οποίου (άρθρα 1-13) ρυθμίζονται τα θέματα της συγκροτήσεως και της δικαιοδοσίας του ανωτέρω ειδικού δικαστηρίου, της διαδικασίας ενώπιον αυτού και της ισχύος και των συνεπειών των αποφάσεών του.

Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 4 ορίζεται ότι "Στο Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπεται με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος υπάγονται οι διαφορές που αναφέρονται σε κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων", στην δε παρ. 2 του άρθρου 5 ότι

"2. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, εάν κρίνει ότι στη διαφορά που έχει εισαχθεί απευθείας σε αυτό ανακύπτουν νομικά ζητήματα η επίλυση των οποίων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, παραπέμπει τη διαφορά αυτή στο Ειδικό Δικαστήριο. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει το ζήτημα της παραπομπής σε κάθε στάση της δίκης και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν καταστεί αμετάκλητη, είναι δεσμευτική για το ειδικό δικαστήριο".

Εξ άλλου, στο άρθρο 13, υπό τον τίτλο "Μεταβατική διάταξη", ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του νόμου αυτού εφαρμόζονται στα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ειδικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών που αναφύονται από ένδικα βοηθήματα τα οποία ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3038/2002, δηλαδή, μετά την 7.8.2002 (άρθρο 16 Ν. 3038/2002). Επομένως, εκκρεμείς, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, υποθέσεις, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οιουδήποτε βαθμού ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του Α΄ Κεφαλαίου του Ν. 3038/2002 και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραπομπής των υποθέσεων αυτών στο ειδικό δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Ενόψει των ανωτέρω, νομίμως, εν πάση περιπτώσει, χωρεί η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εφ' όσον η προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, διά της οποίας εισήχθη η διαφορά ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ασκήθηκε στις 30.10.2000.

4. Επειδή, όπως κρίθηκε με την απόφαση 3670/1994 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, το Σύνταγμα (άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2), προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, και μέσω αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας την χορήγηση σ’ αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, δηλαδή προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και, συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατώτερων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Επομένως, χορήγηση στα τελευταία αυτά όργανα αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στους δικαστές παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. Η παραβίαση αυτή έχει ως συνέπεια την κατ’ ευθείαν εφαρμογή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 87 παρ. 1 αυτού, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών, με τη χορήγηση και σ’ αυτούς, με τον ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών που χορηγούνται στα όργανα των άλλων λειτουργιών. Ως αποδοχές νοούνται οι χορηγούμενες με οποιοδήποτε τρόπο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η θέσπιση ιδιαίτερης φορολογικής μεταχείρισής τους. Ενόψει αυτών καθώς και της εξίσωσης, με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής [διατηρηθείσα σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του Συντάγματος, εξακολουθεί να ισχύει εωσότου τροποποιηθεί ή καταργηθεί με νόμο], της βουλευτικής αποζημίωσης με τις αποδοχές των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης με την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος του μισού ποσού της, που θεωρήθηκε ότι καλύπτει δαπάνες παράστασης, κίνησης και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται, με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 2 και 3 του ίδιου Ψηφίσματος απαλλαγές και ατέλειες, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστών προς διαφύλαξη των συνταγματικών αρχών της διάκρισης των λειτουργιών, της ισοτιμίας και ισοδυναμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Η εφαρμογή δε αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, η οποία δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή των ως άνω διατάξεων του Ζ/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος, και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων.

Περαιτέρω, ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, που επιβάλλει την εφαρμογή των αναφερόμενων στην φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης των βουλευτών διατάξεων του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής και στις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, συντρέχει για την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων και στις συντάξεις των αποχωρησάντων από την υπηρεσία δικαστών. Τούτο δε διότι αποτελεί ουσιώδη, αναγκαία και αυτονόητη εγγύηση για την εξασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού να γνωρίζει, κατά το χρόνο που είναι εν ενεργεία και ασκεί τα δικαστικά καθήκοντά του, ότι, και μετά την έξοδό του από την υπηρεσία (που είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί και για την διαφύλαξη της προσωπικής και λειτουργικής δικαστικής του ανεξαρτησίας), θα εξακολουθήσει να έχει την αυτή ως προς τις αποδοχές του μεταχείριση και πάντως όχι δυσμενέστερη από τους εν ενεργεία συναδέλφους του.

5. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 2459/1997 "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλων διατάξεων" (ΦΕΚ Α΄ 17) αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής ως εξής:

"1. Το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση από τη βουλευτική αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος οικογενειακών βαρών του άρθρου 11 του ν. 1505/1984, των ποσών των κρατήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά με νόμους, καθώς και της κράτησης για ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο σύνταξης, που βαρύνουν αυτό το εισόδημα, θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 του Ν. 2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης για το εισόδημα αυτό. Αν ο βουλευτής, εκτός από τη βουλευτική αποζημίωση αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε οι εκπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Ν. 2238/1994 ενεργούνται κατ’ επιλογή του δικαιούχου, μετά από σχετική δήλωσή του, που συνυποβάλλει στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία με την ετήσια δήλωσή του φορολογίας εισοδήματος, είτε κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί στο ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, είτε από τα άλλα εισοδήματά του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις του Ν. 2238/1994...

2. Το ποσό του φόρου εισοδήματος, που παρακρατείται από το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που υπόκειται σε αυτοτελή φορολογία, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον προσδιορισμό του φόρου που παρακρατείται από το εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών. Η παρακράτηση του φόρου ενεργείται κατά την καταβολή της βουλευτικής αποζημίωσης στους δικαιούχους.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 5 του άρθρου 83 του Ν. 2238/1994 εφαρμόζονται ανάλογα.

4. Στην περίπτωση που, από δύο ή περισσότερες αιτίες καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο, μέσα στο οικείο έτος, χρηματικά ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο άθροισμα αυτών των χρηματικών ποσών.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων".

Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 1489/1984 (ΦΕΚ Α΄ 170), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 10 του ίδιου Ν. 2459/1997 "Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 . . . εφαρμόζονται και στις συντάξεις (των βουλευτών) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ/τος 99/1974 (ΦΕΚ 295 Α΄)". Στην τελευταία δε αυτή διάταξη ορίζεται ότι : "Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφεξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως . . .". Συνεπώς, από 1.1.1997, οπότε άρχισαν, σύμφωνα με το άρθρο 40 περ. β΄ του Ν. 2459/1997, να εφαρμόζονται οι πιο πάνω διατάξεις, καταργήθηκε η φορολογική απαλλαγή του μισού του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και προβλέφθηκε η αυτοτελής φορολόγησή της σε σχέση με άλλα εισοδήματα που αποκτά ο βουλευτής, η κατάργηση δε αυτή συνεπάγεται και την κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής του μισού ποσού των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που προέρχονται από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους και αποκτώνται από 1.1.1997 και την αυτοτελή, έκτοτε, φορολόγησή τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην επόμενη σκέψη.

6. Επειδή, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2459/1997), φορολογείται αυτοτελώς σε σχέση με άλλα εισοδήματα που αποκτά ο βουλευτής, κατ' αρχήν, η καταβαλλόμενη από το Δημόσιο Ταμείο στους βουλευτές για την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων αποζημίωση, αθροίζονται δε με τη βουλευτική αποζημίωση και φορολογούνται ως σύνολο αυτοτελώς και άλλα συναφή χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους βουλευτές κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και υποβάλλονται στην ίδια φορολογική μεταχείριση με τη βουλευτική αποζημίωση. Τέτοια ποσά είναι, κατά βάση, η καταβαλλόμενη ειδική αποζημίωση, οριζόμενη στο 1/20 της βουλευτικής αποζημιώσεως, για τη συμμετοχή των βουλευτών στις συνεδριάσεις των διαρκών επιτροπών και στο Τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής (άρθρα 37 παρ. 2 και 145 του Κανονισμού της Βουλής - όπως το τελευταίο άρθρο τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2449/28.5.1999 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής - Α΄ 82), καθώς και τα κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 του πιο πάνω Ψηφίσματος έξοδα παραστάσεως των βουλευτών που είναι και μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι διατάξεις αυτές του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος εφαρμόζονται, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του Ν. 1489/1984, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2459/1997, και στη σύνταξη που λαμβάνουν οι διατελέσαντες βουλευτές από το Δημόσιο Ταμείο λόγω της ασκήσεως των βουλευτικών τους καθηκόντων επί ορισμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 99/1974 και, συνεπώς, η βουλευτική σύνταξη φορολογείται αυτοτελώς σε σχέση με άλλα εισοδήματα του συνταξιούχου βουλευτή (όπως από ακίνητα, κινητές αξίες, αλλά και, τυχόν, συντάξεις που του καταβάλλονται από ασφαλιστικά ταμεία με την ιδιότητα του ασφαλισμένου στα ταμεία αυτά, π.χ. δικηγόρου, γιατρού, μηχανικού κλπ.). Οι πιο πάνω διατάξεις του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος εφαρμόζονται, κατά τα προεκτεθέντα, και στους δικαστικούς λειτουργούς, εν ενεργεία και συνταξιούχους, με συνέπεια, κατ' αρχάς, να υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση οι, καταβαλλόμενες από το Δημόσιο, αποδοχές των δικαστικών λειτουργών που προέρχονται από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους, οι οποίες, κατά το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους, προς το σκοπό της εξασφαλίσεως της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Περαιτέρω και κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, υπόκειται σε αυτοτελή φορολόγηση η, αντιστοιχούσα προς τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών (και αποτελούσα "συνέχεια" των αποδοχών αυτών), σύνταξη των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστών, η οποία, όπως και η σύνταξη των συνταξιούχων βουλευτών, καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο και αποβλέπει στην εξασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών και τελικά, όπως προαναφέρθηκε, στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Επομένως, τα λοιπά εισοδήματα που αποκτούν οι συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί δεν αθροίζονται με τη, φορολογούμενη αυτοτελώς, σύνταξή τους από το Δημόσιο Ταμείο, αλλά φορολογούνται με βάση τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Ειδικότερα, οι ασφαλιστικές παροχές (κύριες και επικουρικές συντάξεις, μερίσματα κλπ.) που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι δικαστές λόγω της ασφαλίσεώς τους κατά τη διάρκεια της δικαστικής τους υπηρεσίας σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία (Ταμείο Νομικών κ.ά.) δεν υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση μαζί με τη σύνταξή τους από το Δημόσιο Ταμείο, αλλά φορολογούνται κατά τις γενικές διατάξεις, αθροιζόμενες με τυχόν άλλα εισοδήματά τους (π.χ. από ακίνητα, κινητές αξίες κλπ.).

Τούτο δε, ενόψει και της διαφορετικής φύσεως και δικαιολογητικής βάσεως των δύο αυτών κατηγοριών εισοδημάτων. Πράγματι, η συνταξιοδότηση των δικαστικών λειτουργών, διεπόμενη από ιδιαίτερες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 73 παρ. 2, 80 παρ. 1 και 98 παρ. 1 στ), καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο και εξυπηρετεί τελικά, όπως ελέχθη, τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ενώ η καταβολή των ως άνω ασφαλιστικών παροχών, εμπίπτουσα στην έννοια της κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κοινωνικής ασφαλίσεως, γίνεται από τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς που καλύπτουν τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο διακοπής της συγκεκριμένης απασχόλησης. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Ε. Γαλανού, Φ. Αρναούτογλου, Δ. Πετρούλια και Α. Συγγούνα και των Παρέδρων Σ. Μαρκάτη και Μ. Πικραμένου, στις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄/ 1975 Ψηφίσματος, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 2459/1997, ορίζεται (παρ. 1) ποιο εισόδημα του βουλευτή θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (η βουλευτική αποζημίωση μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων στη διάταξη αυτή κρατήσεων), περαιτέρω δε προβλέπεται ότι το εισόδημα αυτό φορολογείται αυτοτελώς. Αν ο βουλευτής μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος αποκτά εισοδήματα από διάφορες αιτίες, καθένα δε από τα εισοδήματα αυτά φορολογείται με βάση τις (ειδικές) διατάξεις της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, προβλέπεται (στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου) ότι τα εισοδήματα αυτά αθροίζονται και φορολογούνται ως σύνολο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1, δηλαδή αυτοτελώς σε σχέση με άλλα εισοδήματα που αποκτά ο βουλευτής και τα οποία φορολογούνται κατά κανόνα με βάση τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2238/1994). Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στις συντάξεις των συνταξιούχων βουλευτών (με βάση την παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 1489/1984, όπως αντικαταστάθηκε με τη παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2459/1997), εφαρμόζονται και στους δικαστικούς λειτουργούς (εν ενεργεία ή συνταξιούχους). Από τα πιο πάνω παρέπεται, κατά τη γνώμη αυτή, ότι, αν ο συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός αποκτά εισοδήματα από συντάξεις διάφορων ταμείων, τις οποίες λαμβάνει με την ιδιότητά του ως (συνταξιούχου) δικαστικού λειτουργού, τα εισοδήματα αυτά αθροίζονται μαζί με το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει από το Δημόσιο ως (συνταξιούχος) δικαστικός λειτουργός και το σύνολο των εισοδημάτων αυτών, εισοδημάτων που προέρχονται από την ίδια αιτία (τη δικαστική υπηρεσία του δικαιούχου), φορολογείται αυτοτελώς, με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται πιο πάνω. Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εισοδήματα που αποκτά ο συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός από άλλες αιτίες, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την ιδιότητά του ως (συνταξιούχου) δικαστικού λειτουργού (όπως από ακίνητα, κινητές αξίες κ.λπ.), δεν αθροίζονται με τα αναφερόμενα πιο πάνω εισοδήματά του και φορολογούνται με βάση τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

7. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, νόμιμα, αν και με διαφορετική αιτιολογία, κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να φορολογηθεί αυτοτελώς μόνο η σύνταξη που καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό, κατά το ένδικο οικονομικό έτος, από το Δημόσιο Ταμείο και, συνεπώς, να μην αθροισθούν με το ποσό της σύνταξης αυτής τα λοιπά εισοδήματα που απέκτησε κατά το ως άνω έτος και, ειδικότερα, τα μερίσματα και οι επικουρικές συντάξεις από τα προαναφερθέντα ασφαλιστικά ταμεία. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, περαιτέρω δε πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων ογδόντα (380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2003

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2003.

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Χρ. Γεραρής Μ. Καλαντζής

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!