Νομολογία

ΣτΕ 496/2011

Αριθμός 496/2011

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 5 του ν. 3886/2010 και άρθρο 52 του π.δ.τος 18/1989, όπως ισχύει) ___________________ Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 6 Ιουλίου 2011 με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Π. Καρλή, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Για να αποφασίσει σχετικά με την από 20 Μαΐου 2011 αίτηση: του ..., κατοίκου Νέων Επιβατών Θεσσαλονίκης, κατά του Υπουργού Οικονομικών.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση των :

α) υπ’ αριθ. 73/7.4.2011 (Α/Α – Έτος 1666-2001) Ατομικής Ειδοποίησης Ληξιπρόθεσμων Χρεών του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών,

β) μίας ή περισσότερων ταμειακών βεβαιώσεων επί των οποίων ερείδεται η ως άνω υπ’ αριθ. 73/7.4.2011 (Α/Α – Έτος 1666-2001) Ατομική Ειδοποίηση Ληξιπρόθεσμων Χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, καθώς και κάθε άλλης σχετικής πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως.

Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον Εισηγητή, Σύμβουλο Ηρ. Τσακόπουλο.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της ατομικής ειδοποιήσεως ληξιπρόθεσμων χρεών 1666-2011 (α/α 73/7.4.2011) της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Φορολογίας Ανωνύμων Εμπορικών Εταιρειών Αθηνών (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών), καθώς και «της μίας ή περισσότερων ταμειακών βεβαιώσεων επί των οποίων ερείδεται η ως άνω» ειδοποίηση.

2. Επειδή, ο αιτών άσκησε κατά των παραπάνω πράξεων αφ’ ενός μεν ανακοπή, αφ’ ετέρου δε την κρινόμενη αίτηση αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, ο αιτών υπέβαλε προς την Επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2011 (Α. 213) το από 23.5.2011 αίτημα να εισαχθεί η κρινόμενη αίτηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ισχυριζόμενος ότι με αυτήν τίθεται ζήτημα συμφωνίας προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 202 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2719/1999, Α. 97) περί των προϋποθέσεων της αναστολής, (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3900/2011), το οποίο είναι γενικότερου ενδιαφέροντος και έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η ως άνω Επιτροπή, με την υπ’ αριθ. ΠΑ 10/7.6.2011 πράξη της, αποφάσισε να δεχθεί το εν λόγω αίτημα και να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας η κρινόμενη αίτηση αναστολής.

3. Επειδή, κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 24.6.2011 πράξη του, εισήγαγε την κρινόμενη αίτηση στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄8) (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999, Α. 112, και συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3900/2011) και 6 του Κανονισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση 9/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, Β΄ 2323).

4. Επειδή, για την αίτηση αυτή έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο.

5. Επειδή, από τα υπάρχοντα στον φάκελο στοιχεία προκύπτουν τα εξής : O αιτών ορίσθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «ALCEM – Ανώνυμος Εταιρεία Ειδών Οικιακής Χρήσεως» στις 4.3.2002 . υπέβαλε δε την παραίτησή του στις 25.9.2007, η οποία έγινε δεκτή στις 7.11.2007. Εξάλλου, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, με την υπ’ αριθ. 202/2009 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ, επέβαλε στην εταιρεία αυτή φόρο ύψους 307.524,74 ευρώ και συναφή προσαύξηση ύψους 312.739,02 ευρώ, ήτοι συνολικά 620.263,76 ευρώ, το ποσό δε αυτό βεβαιώθηκε στο σύνολό του με την ταμειακή βεβαίωση ΑΤΒ 16500/11.12.2009 (αριθμός χρηματικού καταλόγου 2390). Ο ίδιος Προϊστάμενος υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μηνυτήρια αναφορά κατά του αιτούντος και δύο άλλων προσώπων, που διετέλεσαν διευθύνοντες σύμβουλοι της ως άνω εταιρείας μετά την παραίτηση του αιτούντος, για μη απόδοση παρακρατουμένων φόρων, σχετιζομένων και με την ως άνω πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. Η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση προσδιορίζει το ληξιπρόθεσμο χρέος του αιτούντος προς το Δημόσιο στο ποσό των 713.303,32 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε κεφάλαιο 620.263,76 (ήτοι στο ποσό που αναφέρεται στην προαναφερθείσα πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ) και τόκους 93.039,56 ευρώ. Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του, ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ατομικής ειδοποιήσεως και της συναφούς βεβαιωτικής πράξεως ισχυριζόμενος αφ’ ενός μεν ότι η άμεση εκτέλεσή τους θα του προκαλέσει βλάβη ανεπανόρθωτη ή, πάντως, δυσχερώς επανορθώσιμη, αφ’ ετέρου δε ότι η συναφής ανακοπή που έχει ασκήσει κατά των πράξεων αυτών είναι προδήλως βάσιμη.

6. Επειδή, όπως προεκτέθηκε, ο αιτών άσκησε κατά των προσβαλλομένων πράξεων ανακοπή και παράλληλα, με την κρινόμενη αίτηση εζήτησε την αναστολή εκτελέσεως των πράξεων αυτών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 228 του ΚΔΔ, επί διαφορών διοικητικής εκτελέσεως, η προσωρινή δικαστική προστασία διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 200 έως 209 του ΚΔΔ, αναλόγως εφαρμοζόμενες. Το άρθρο 202 του ΚΔΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 19 του ν. 3659/2008 (Α. 77), όριζε τα εξής :

«1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.

2. Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί, ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. …».

Ήδη με το άρθρο 34 του ν. 3900/2010, το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε ως εξής :

«1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο.

2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη, την οποία επικαλείται, προέρχεται από τα μέτρα αυτά.

3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται :

α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη,

β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.

4. …».

Όπως δε προκύπτει από την αντιπαραβολή των παλαιών προς τις νέες ρυθμίσεις, το άρθρο 34 του ν. 3900/2010, επέφερε, ως προς τις προϋποθέσεις αναστολής, δύο βασικές τροποποιήσεις. Πρώτον, απαλείφθηκε η δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη ως λόγος αναστολής. Δεύτερον, καταστρώθηκε ειδική ρύθμιση στον τομέα των διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, με τον καθορισμό των τρόπων παροχής προσωρινής προστασίας στο πλαίσιο των διαφορών αυτών. Ως προς το παραπάνω άρθρο 34 η εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010 αναφέρει ότι η εν λόγω νομοθετική μεταβολή κρίθηκε αναγκαία, μεταξύ άλλων, «για την απάλειψη ρυθμίσεων που παρουσιάζουν προβλήματα στην εφαρμογή τους». Ειδικότερα, η έκθεση αυτή ως προς μεν την παράγραφο 1 του 202 του ΚΔΔ αναφέρει ότι «με τη νέα …ρύθμιση δεν αρκούν για να θεμελιώσουν λόγο αναστολής τυχόν δυσχέρειες επανόρθωσης της βλάβης σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής», ως προς δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι «καταστρώνεται ειδική ρύθμιση …με σκοπό …να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες των διαφορών [με χρηματικό αντικείμενο] η βασική στάθμιση μεταξύ αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας και … της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος», επισημαίνεται δε ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία είναι δυσχερής για τον διοικούμενο στο στάδιο της διοικητικής εκτελέσεως και «κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο να διατηρηθεί και πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης της πράξης η δυνατότητα του αιτούντος για προσωρινή δικαστική προστασία …» οριοθετημένη κατά τις ειδικότερες προβλέψεις της παραγράφου 2 του άρθρου 202 του ΚΔΔ.

7. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία αυτή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή την λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (πρβλ. Ε.Α. 718/1993, 57/2009κ.ά.). Ως «ανεπανόρθωτη» δε βλάβη, η αποσόβηση της οποίας καθιστά, κατά τα προεκτεθέντα, συνταγματικά επιβεβλημένη την παροχή προσωρινής προστασίας, νοείται όχι μόνον η κατά κυριολεξίαν μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει. Υπό την έννοια αυτή, άλλωστε, χρησιμοποιήθηκε στον νόμο (άρθρο 52 του π.δ. 18/1989, Α. 8, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999, Α 112 και άρθρο 202 του ΚΔΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3900/2010) και στην νομολογία της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως ισοδύναμη της «ανεπανόρθωτης», η έννοια της «δυσχερώς επανορθώσιμης» βλάβης. Με το δεδομένο αυτό, η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 202 παρ. 1 του ΚΔΔ, απαλείφοντας την «δυσχερώς επανορθώσιμη» βλάβη από τους λόγους αναστολής, δεν επεδίωξε, κατ’ ουσίαν, περιορισμό των λόγων που, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλουν την παροχή προσωρινής προστασίας, αλλά απέβλεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παρατεθείσα ανωτέρω αιτιολογική έκθεση του νόμου, στην αντιμετώπιση των προβλημάτων «εφαρμογής» που είχαν ανακύψει λόγω της έως τότε διατυπώσεως της επίμαχης διατάξεως, με την εφαρμογή της, δηλαδή, και σε περιπτώσεις «δυσχερώς επανορθώσιμης» βλάβης, οι οποίες δεν ισοδυναμούσαν με «ανεπανόρθωτη» κατά τ’ ανωτέρω βλάβη και δεν δικαιολογούσαν, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα την χορήγηση αναστολής. Υπό την έννοια, αυτή, συνεπώς, η συγκεκριμένη νέα ρύθμιση του άρθρου 202 παρ. 1 του ΚΔΔ, μη θίγουσα τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, δεν αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένoυ μάλιστα υπόψη ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί παραπάνω, η συνδρομή της βλάβης στην συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει πάντοτε στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

8. Επειδή, εξ άλλου, όπως προεκτέθηκε, η νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 202 του ΚΔΔ εισάγει, προκειμένου περί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, περιορισμούς στην εξουσία του δικαστηρίου της αναστολής ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό μπορεί να χορηγήσει προσωρινή δικαστική προστασία στον αιτούντα. Πράγματι, στις κατηγορίες αυτές, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης καθ’ εαυτήν, αλλά απαγορεύεται η λήψη από την Διοίκηση των αναφερομένων στην παράγραφο 1 μέτρων. Τούτο δε ισχύει όταν ο αιτών επικαλείται ως λόγο αναστολής ανεπανόρθωτη βλάβη από την λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Στην περίπτωση, επομένως, αυτή είναι δυνατή η αναστολή μόνον ως προς τα συγκεκριμένα αυτά μέτρα. Αντιθέτως, από τον συνδυασμό των διατάξεων της παραγράφου αυτής και της παραγράφου 1, προκύπτει ότι και επί διαφορών με χρηματικό αντικείμενο είναι δυνατή η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως καθ’ εαυτήν, δηλαδή η καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αιτήσεως αναστολής, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. Τούτο δε εξυπηρετεί και την οικονομία διοικητικών ενεργειών αποτρέπει δηλαδή από ρίζης την λήψη διοικητικών μέτρων, συχνά δαπανηρών, όταν είναι σφρόδρα πιθανό ότι το Δημόσιο θα ηττηθεί κατά την κύρια δίκη. Περίπτωση δε πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του. Υπό το περιεχόμενο αυτό, η νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 202 του ΚΔΔ δεν περιορίζει δυσαναλόγως το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας και, ως εκ τούτου, δεν είναι αντίθετη στα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι, εφ’ όσον τα μέτρα, τα οποία μπορεί να λάβει το Δημόσιο σε περίπτωση μη πληρωμής χρηματικής αξιώσεώς του, προβλέπονται στον νόμο (ιδίως δε στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ν.δ. 356/1974, Α. 90) και είναι συγκεκριμένα, η απαγόρευση, μετά από επίκληση συγκεκριμένων ισχυρισμών, λήψεως κάποιου ή κάποιων από τα μέτρα αυτά αποτελεί, πάντως, επαρκή προσωρινή προστασία για τον αιτούντα.

9. Επειδή, μετά την κατά τ’ ανωτέρω επίλυση του ζητήματος της εννοίας και της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 202 του ΚΔΔ, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την κρινόμενη αίτηση αναστολής. 10. Επειδή, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α. 151) ορίζει, στο άρθρο 115παρ. 3 (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998, Α. 238), ότι οι διευθυντές, διαχειριστές και διευθύνοντες σύμβουλοι ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών «ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους», που οφείλουν οι εταιρείες αυτές (βλ. ενδεικτικά ως προς την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ΣτΕ 884/2011). Η διάταξη αυτή αποτελεί, προφανώς, την νομική βάση των προσβαλλομένων πράξεων (ατομικής ειδοποιήσεως και ταμειακής βεβαιώσεως). Ο αιτών, με την ανακοπή του, προβάλλει ότι δεν ευθύνεται για τα φορολογικά χρέη της εταιρείας «ALCEM A.E.», διότι η συμμετοχή του «στη διοίκηση [αυτής] υπήρξε όλως τυπική, χωρίς … αποφασιστική αρμοδιότητα, ανάμιξη … γνώση για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων … συναλλαγών και υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας». Ο λόγος αυτός δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη, κατά το γράμμα της, καθιερώνει ως αντικειμενική την προσωπική και αλληλέγγυο ευθύνη των διοικούντων τις ανώνυμες εταιρείες, επί του ζητήματος δε αυτού δεν υπάρχει σχετική παγιωμένη νομολογία ή νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στοιχούσα με την άποψη του αιτούντος. Ο τελευταίος, εξ άλλου, προβάλλει, συναφώς, με την ανακοπή του ότι, πάντως, δεν ευθύνεται για οφειλές της ως άνω εταιρείας προς το Δημόσιο «οι οποίες εκτείνονται στο χρονικό διάστημα μετά την παραίτησή [του] από την εν λόγω εταιρεία, στις 25.9.2007». Ο λόγος αυτός δεν παρίσταται επίσης ως προδήλως βάσιμος, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου πιθανολογείται ότι το σύνολο του ποσού, το οποίο καταλογίσθηκε στην εταιρεία αυτή με την προαναφερθείσα πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ, αφορά το προ της παραιτήσεως του αιτούντος χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα την περίοδο από 1.7.2006 έως 30.6.2007. Περαιτέρω, εν όψει του κατά τ’ ανωτέρω αντικειμενικού χαρακτήρα της ευθύνης που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 115 παρ. 3 του ΚΦΕ, ο προβαλλόμενος με την ανακοπή του αιτούντος λόγος περί μη τηρήσεως του διαδικαστικού τύπου της προηγούμενης ακροάσεως, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν παρίσταται ως προδήλως βάσιμος. 11. Επειδή, τέλος, με την ανακοπή του αιτούντος προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση είναι μη νόμιμη, διότι δεν περιέχει τα στοιχεία που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 4 παρ. 1 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ν.δ. 356/1974, Α. 90), ήτοι διότι δεν περιέχει το είδος του χρέους του αιτούντος προς το Δημόσιο, το αντίστοιχο οικονομικό έτος, τον αριθμό και την χρονολογία της αντίστοιχης ταμειακής βεβαιώσεως. Τα στοιχεία, όμως, αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα, τα οποία ο ίδιος ο αιτών προσκόμισε στο Δικαστήριο (πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ και συναφής έκθεση ελέγχου), εν όψει δε του εκτεθέντος ιστορικού της υποθέσεως, ιδίως δε της αναφερθείσης στην πέμπτη σκέψη μηνυτήριας αναφοράς, πιθανολογείται ότι ήσαν γνωστά στον αιτούντα πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων. Υπό τα δεδομένα αυτά και ο εξεταζόμενος λόγος ανακοπής δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος. 12. Επειδή, ο αιτών, ηλικίας 75 ετών, ισχυρίζεται (προκύπτει δε και από τα στοιχεία που έχει προσκομίσει) ότι είναι συνταξιούχος και κατοικεί σε διόροφη μονοκατοικία, συνολικού εμβαδού 210 τετραγωνικών μέτρων, στην θέση Ελβετία Νέων Επιβατών του Δήμου Θεσσαλονίκης, μαζί με την σύζυγό του, επίσης συνταξιούχο, ηλικίας 69 ετών. Διατηρεί την επικαρπία της μονοκατοικίας αυτής, έχοντας παραχωρήσει την ψιλή κυριότητα στα δύο τέκνα του.

Το φορολογητέο εισόδημά του κατά τα οικονομικά έτη 2008, 2009 και 2010 ανήλθε σε 12.994, 13.461 και 13.652 ευρώ αντιστοίχως, ενώ το αντίστοιχο της συζύγου του σε 14.372, 15.309 και 16.192 ευρώ. Ο αιτών έχει, επίσης την πλήρη κυριότητα αποθήκης εμβαδού 170τ.μ. στην Θεσσαλονίκη. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι συγκατοικεί και με το ένα από τα τέκνα του, και συγκεκριμένα την θυγατέρα του, η οποία είναι διαζευγμένη, καθώς και με το ανήλικο τέκνο της, των οποίων τα έξοδα διαβιώσεως τον βαρύνουν κατά κύριο λόγο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν εξειδικεύεται, δεν προσδιορίζονται δηλαδή με την κρινόμενη αίτηση τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία της θυγατέρας του αιτούντος και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός προβάλλεται αναποδείκτως. Ο αιτών, ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η λήψη οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου ή άλλου μέτρου διοικητικής εκτελέσεως (π.χ. κατάσχεση ή πλειστηριασμός) σε σχέση με τα δύο παραπάνω ακίνητα θα προκαλέσει σε αυτόν βλάβη ανεπανόρθωτη ή, πάντως, δυσχερώς επανορθώσιμη. 13. Επειδή, η Επιτροπή, εκτιμώντας τα δεδομένα της κρινομένης υποθέσεως, ιδίως δε την ηλικία του αιτούντος, καθώς και την περιουσία και τα εισοδήματά του, κρίνει ότι η βλάβη, η οποία θα προκληθεί σε αυτόν από την λήψη κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 202 παρ. 2 του ΚΔΔ μέτρα, σε σχέση με το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας του επί του ακινήτου, στο οποίο κατοικεί, παρίσταται ανεπανόρθωτη. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή, σταθμίζοντας περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 202 παρ. 3 περ. β του ΚΔΔ, την βλάβη αυτή προς το δημόσιο συμφέρον και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η αξία της εν λόγω επικαρπίας φαίνεται να ανέρχεται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ποσό, δηλαδή, πολύ μικρότερο της ένδικης οφειλής, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 713.000 περίπου ευρώ, κρίνει ότι η κρινόμενη αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που αφορά το παραπάνω εμπράγματο δικαίωμα και να απαγορευθεί η λήψη διοικητικών, καταναγκαστικώνκ.λπ. μέτρων σε σχέση με το δικαίωμα αυτό μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής. Περαιτέρω, ως προς το άλλο ακίνητο του αιτούντος (αποθήκη), η Επιτροπή κρίνει ότι δεν συντρέχει κατά τούτο περίπτωση αποδοχής της κρινομένης αιτήσεως. Τούτο δε διότι, ο αιτών επικαλείται αορίστως ότι η λήψη κάποιου από τα παραπάνω μέτρα σε σχέση με το ακίνητο αυτό θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, χωρίς να εξειδικεύει, περαιτέρω, τον ισχυρισμό του και, πάντως, χωρίς να τον αποδεικνύει. 14. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που συνεπάγεται την λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων εισπράξεως ή διοικητικών μέτρων εξαναγκασμού ή διασφαλίσεως της εισπράξεως της προαναφερθείσης οφειλής του αιτούντος προς το Δημόσιο, σχετικών με το αναφερθέν στην δέκατη τέταρτη σκέψη ακίνητο στην θέση Ελβετία Νέων Επιβατών του Δήμου Θεσσαλονίκης, του οποίου ο αιτών έχει την επικαρπία, και να απορριφθεί (η κρινόμενη αίτηση) κατά τα λοιπά.

Διά ταύτα

Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

Αναστέλλει την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, δηλαδή της ατομικής ειδοποίησης 1666-2011, α/α 73/7.4.2011 και ταμειακής βεβαίωσης ΑΤΒ 16500/11.12.2009, κατά το μέρος που συνεπάγεται την λήψη των αναφερόμενων στο σκεπτικό μέτρων.

Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 και στις 13 Ιουλίου 2011

και εκδόθηκε στις 21 του ιδίου μήνα και έτους.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Π. Πικραμμένος Μ. Παπασαράντη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!