Οδηγία του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2011 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες

ΟΔΗΓΙΑ 2011/96/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 30ής Νοεμβρίου 2011 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών

(αναδιατύπωση)

από τη Συνθήκη. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμη η αναπροσαρμογή των παραρτημάτων της εν λόγω οδηγίας.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 115,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών (3), έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (4) και ουσιωδώς. Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2) Υπό το πρίσμα της απόφασης του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 2008 στην υπόθεση C-133/06 (5), θεωρήθηκε αναγκαία η ανασύνταξη του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 90/43 5/ΕΟΚ, προκειμένου να διευκρινισθεί ότι οι κανόνες των οποίων γίνεται μνεία θεσπίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται

(3) Ο στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να απαλλάσσει τα μερίσματα και τις άλλες διανομές κερδών που καταβάλλονται από τις θυγατρικές εταιρείες στις μητρικές τους εταιρείες από την παρακράτηση του φόρου στην πηγή και να καταργήσει τη διπλή φορολογία αυτών των εισοδημάτων σε επίπεδο μητρικής εταιρείας.

(4) Οι συνενώσεις εταιρειών που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη μπορεί να είναι αναγκαίες για να δημιουργηθούν στην Ένωση συνθήκες ανάλογες με τις επικρατούσες σε μια εσωτερική αγορά και να εξασφαλισθεί έτσι η ομαλή λειτουργία μιας τέτοιας εσωτερικής αγοράς. Οι πράξεις αυτές δεν θα πρέπει να εμποδίζονται από ειδικούς περιορισμούς, μειονεκτήματα ή στρεβλώσεις που να απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, γι’ αυτές τις συνενώσεις εταιρειών επιβάλλεται να προβλέπονται φορολογικοί κανόνες ουδέτεροι ως προς τον ανταγωνισμό, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να ενισχύσουν την ανταγωνιστική τους θέση διεθνώς.

(5) Συνενώσεις τέτοιου είδους μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία ομίλων μητρικών και θυγατρικών εταιρειών.

(6) Πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 90/43 5/ΕΟΚ, οι ισχύουσες φορολογικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ μητρικών και θυγατρικών εταιρειών σε διαφορετικά κράτη μέλη διέφεραν αισθητά από ένα κράτος μέλος σε άλλο και ήταν, γενικά, λιγότερο ευνοϊκές από τις εφαρμοζόμενες στις σχέσεις μεταξύ μητρικών και θυγατρικών εταιρειών ευρισκομένων στο ίδιο κράτος μέλος. Συνεπεία του γεγονότος αυτού, η συνεργασία μεταξύ εταιρειών που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη τίθετο σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τη συνεργασία εταιρειών ευρισκομένων στο ίδιο κράτος μέλος. Ήταν αναγκαίο να εξαλειφθεί αυτό το μειονέκτημα με τη θέσπιση ενός κοινού καθεστώτος και να διευκολυνθούν έτσι οι συνενώσεις εταιρειών σε κλίμακα Ένωσης.

(7) Όταν μια μητρική εταιρεία, ως εταίρος της θυγατρικής της, λαμβάνει διανεμηθέντα κέρδη, το κράτος μέλος της μητρικής εταιρείας πρέπει: ή να μην φορολογήσει τα κέρδη αυτά, ή να τα φορολογήσει, επιτρέποντας όμως παράλληλα στη μητρική εταιρεία να εκπέσει, από το ποσό του οφειλόμενου φόρου της, το τμήμα του εταιρικού φόρου που κατέβαλε η θυγατρική εταιρεία το οποίο αναλογεί στα κέρδη αυτά.

(8) Πρέπει επίσης, προκειμένου να εξασφαλισθεί η φορολογική ουδετερότητα, να απαλλάσσονται από παρακράτηση στην πηγή τα κέρδη που διανέμονται από μία θυγατρική εταιρεία προς τη μητρική της, εκτός από ορισμένες ειδικές περιπτώσεις.

(9) Η καταβολή διανεμόμενων κερδών προς, και η είσπραξη από, μια μόνιμη εγκατάσταση μιας μητρικής εταιρείας, θα πρέπει να συνεπάγεται την ίδια μεταχείριση όπως αυτή που εφαρμόζεται μεταξύ μιας θυγατρικής και της μητρικής της. Αυτό θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία μια μητρική εταιρεία και η θυγατρική της βρίσκονται στο ίδια κράτος μέλος και η μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η μόνιμη εγκατάσταση και η θυγατρική βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος μπορούν, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των αρχών της Συνθήκης, να αντιμετωπίζονται βάσει του εθνικού δικαίου του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

(10) Όσον αφορά τη μεταχείριση των μόνιμων εγκαταστάσεων, τα κράτη μέλη ενδέχεται να πρέπει να καθορίσουν τους όρους και τα νομικά μέσα που απαιτούνται για την προστασία των εθνικών φορολογικών εσόδων και την αποφυγή της καταστρατήγησης των εθνικών νομοθεσιών, σύμφωνα με τις αρχές της Συνθήκης και λαμβανομένων υπόψη των διεθνώς αποδεκτών φορολογικών κανόνων.

(11) Όταν οι όμιλοι επιχειρήσεων είναι οργανωμένοι σε αλυσίδες εταιρειών και τα κέρδη διανέμονται στη μητρική εταιρεία μέσω της αλυσίδας των θυγατρικών, η διπλή φορολογία θα πρέπει να αποφεύγεται είτε με φορολογικές απαλλαγές είτε με πίστωση του φόρου. Στην περίπτωση των εκπτώσεων φόρου, η μητρική εταιρεία θα πρέπει να μπορεί να προβαίνει σε πίστωση κάθε φόρου που καταβάλλεται από οποιαδήποτε θυγατρική της αλυσίδας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η παρούσα οδηγία.

(12) Με την παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα II μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:


 

(1) Γνώμη που δόθηκε στις 4 Μαΐου 2011 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2) ΕΕ C 107 της 6.4.2011, σ. 73.

(3) ΕΕ L 225 της 20.8.1990, σ. 6.

(4) Βλέπε παράρτημα II μέρος Α.

(5) Συλλογή 2008, σ. Ι-03189.

Βρυξέλλες, 30 Νοεμβρίου 2011.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. VINCENT-ROSTOWSKI