Νομολογία

ΣτΕ 650/2005

Αριθμός 650/2005

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2004 με την εξής σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Αικ. Συγγούνα, Α.-Γ. Βώρος, Σύμβουλοι, Σπ. Μαρκάτης, Μ. Τσακάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.

Για να δικάσει την από 8 Ιανουαρίου 2002 αίτηση: του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τον Αθανάσιο Τσιοκάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. & Η. & Α. ΜΕΤΑΞΑ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά (Γούναρη 21-23), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 1390/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Τσακάλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1390/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 1168/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά του υπ’ αριθμ. 6/11-9-1996 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 1996, του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών Πειραιά.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 408Β/14.1.2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Αγγελικής Σφήκα, στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, κοινοποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως και της από 13.5.2002 πράξεως του Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος και εισηγητής. Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση, η δε κρινόμενη αίτηση, η οποία και κατά τα λοιπά ασκείται παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και εξεταστέα περαιτέρω.

4. Επειδή, το άρθρο 31 παρ. 1 περ. α΄ του ν.δ. 2238/1994 «Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» (Α΄ 151) ορίζει ότι

«το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (. . .) εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα (. . .) των ακόλουθων εξόδων:

α) των γενικών εξόδων διαχείρισης . . . ».

Ως τέτοια δε έξοδα νοούνται, κατά τη διάταξη αυτή, οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της επιχειρήσεως, δηλαδή οι δαπάνες εκείνες, οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν στη διεύρυνση των εργασιών και στην εν γένει βελτίωση της αποδόσεως της επιχειρήσεως. Εξάλλου, στην έννοια των γενικών εξόδων διαχειρίσεως εμπίπτουν, κατά τη διάταξη αυτή, όχι μόνο οι δαπάνες που καταβάλλονται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά και οι καταβαλλόμενες οικειοθελώς, εφόσον είναι, κατά τα ανωτέρω, παραγωγικές.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία εδρεύει στον Πειραιά, με αντικείμενο εργασιών τη βιομηχανική παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, ετήρησε, κατά την κρινομενη διαχειριστική περίοδο (1.10.1994 – 30.9.1995), βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992). Κατόπιν ελέγχου, η φορολογική αρχή έκρινε τα εν λόγω βιβλία και στοιχεία επαρκή και ακριβή, προέβη δε σε λογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών της με την προσθήκη λογιστικών διαφορών στα προκύπτοντα από τα βιβλία της οικονομικά μεγέθη, όπως αυτά αναμορφώθηκαν με την οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Μεταξύ άλλων, προσετέθη ως λογιστική διαφορά συνολικό ποσό 50.000.000 δρχ., το οποίο αφορούσε αποζημίωση διανομέα της εταιρείας λόγω λύσεως της συμβάσεως διανομής, και το οποίο δεν αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή με την αιτιολογία ότι η χρηματική αυτή παροχή δεν αποσκοπούσε σε μεγαλύτερη οικονομική απόδοση της επιχειρήσεως και, επιπλέον, ότι καταβλήθηκε οικειοθελώς, χωρίς να υπάρχει νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση της επιχειρήσεως, αφού η διανομέας αυτή ήταν πελάτης της, αγόραζε δε τα προϊόντα της με έκπτωση και τα μεταπωλούσε χωρίς να έχει κάποιο δικαίωμα αποκλειστικότητας στην περιοχή και χωρίς, συνεπώς, κατά τη λύση της συνεργασίας να εκχωρεί κάποιο τέτοιο δικαίωμα προς την αναιρεσίβλητη ή να παραιτείται απ’ αυτό. Το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι, το ένδικο ποσό, το οποίο η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αποκλειστική διανομέα των προϊόντων της ως αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως διανομής, για την οποία λύση συντάχθηκε σχετικό συμβόλαιο που υποβλήθηκε νομίμως στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και εκδόθηκε το οικείο παραστατικό με αναγραφή σε αυτό της αιτίας καταβολής της αποζημιώσεως, ήταν παραγωγική δαπάνη, έστω και αν καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση αλλά οικειοθελώς. Και τούτο διότι η εν λόγω δαπάνη, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης, απέβλεψε στην αρμονική περαίωση των σχέσεων συνεργασίας αυτής με την ως άνω διανομέα της, στην αποφυγή πιθανών δικαστικών διενέξεων και δυσφήμησης της και στην εδραίωση του κύρους, της αξιοπιστίας και της καλής της φήμης και συνέβαλε έτσι εμμέσως στην προαγωγή των εργασιών της.

6. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως η δαπάνη αυτή εκρίθη ως παραγωγική, εφόσον η αποζημίωση καταβλήθηκε στη διανομέα μετά τη λύση της συμβάσεως διανομής, συνεπώς, εκτός του χρονικού διαστήματος συνεργασίας της διανομέως με την αναιρεσίβλητη, κατά το οποίο θα ήταν νοητή η συμβολή της δαπάνης στην καλύτερη απόδοση και αύξηση των κερδών της επιχειρήσεως. Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η λύση της συμβάσεως διανομής δεν απέκλειε τη συμβολή της εν λόγω δαπάνης στην προαγωγή των εργασιών της επιχειρήσεως και, συνεπώς, την έκπτωσή της ως παραγωγικής. Περαιτέρω, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη διότι, υπό τα βεβαιούμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, η εν λόγω δαπάνη ήταν πράγματι παραγωγική κατά το νόμο, δεν υπεχρεούτο δε το δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικότερα την κρίση του αυτή και, επομένως, ο περί αναιτιολογήτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, το αναιρεσείον Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε ειδικότερους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν έτυχαν απαντήσεως από το δικάσαν δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2004

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Φ. Στεργιόπουλος Π. Μερτζανάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Μαρτίου 2005. Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Φ. Στεργιόπουλος Π. Στεργιοπούλου

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!