Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

Νομολογία

ΣτΕ 264/2011

Αριθμός 264/2011

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006, με την εξής σύνθεση: Α. Τσαμπάση, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Α. Μ. Παπαδημητρίου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 11 Απριλίου 2001 αίτηση: της Α. Γ. Τ., κατοίκου Α. Α. (Α. Κ. 21 - Εργατικές Κ.), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Διον. Πρωτοπαπά (Α.Μ. 16505), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος παρέστη με τον Παναγ. Σπανό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 2/2001 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλύσεως Αθλητικών Διαφορών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Α. Χριστοφορίδου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (2316895/2001 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 2/12.1.2001 απόφασης του Α΄ Τμήματος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλύσεως Αθλητικών Διαφορών (Α.Σ.Ε.Α.Δ.), με την οποία απορρίφθηκε η από 13.11.2000 προσφυγή της αιτούσης κατά της υπ΄ αριθμ. 10/18.10.2000 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Ελληνικών Γ. και Αθλητικών Σωματείων (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.). Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 17.10.2000 εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής του Σ. για την εξέταση θεμάτων ελέγχου ντόπιγκ αθλητών και είχε επιβληθεί στην αιτούσα, αθλήτρια του στίβου, η ποινή του διετούς αποκλεισμού από επίσημες διοργανώσεις και αγώνες, λόγω παραβιάσεως των κανόνων περί φαρμακοδιέγερσης.

3. Επειδή, ειδικότερα, το ιστορικό της υποθέσεως έχει ως εξής:

Η αιτούσα αθλήτρια του αγωνίσματος βάδην και από το έτος 1998 ανήκε στο αθλητικό σωματείο με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ».

Αρχικώς είχε συμπεριληφθεί στην Ολυμπιακή Ομάδα βάδην γυναικών, που θα ελάμβανε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνευ του έτους 2000. Την 10.07.2000 ελήφθη από την αιτούσα δείγμα ούρων από τις υγειονομικές υπηρεσίες του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών (Ο.Α.Κ.Α.), στα πλαίσια ελέγχου ντόπιγκ που διενήργησε η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (Ε.Ο.Ε.). Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στο δείγμα αυτό την 27.7.2000 και 3.8.2000 αντιστοίχως, από το Εργαστήριο Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α., ανιχνεύθηκε η ύπαρξη στον οργανισμό της εν λόγω μεταβολιτών της Ν. 19 NORANDROSTERONF σε συγκέντρωση 60.61 NG/ML και 19 NORETIOCHOLANOLONE, που είναι αναβολικό στεροειδές και περιλαμβάνεται τόσο στο Παράρτημα του ν. 2371/1996, με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα η «Ευρωπαϊκή Σ. κατά του D.», όσο και στην από 10.12.1999 Ε. απαγορευμένων ουσιών της Διεθνούς Ολυμπιακούς Επιτροπής (Δ.Ο.Ε.). Το ανωτέρω δείγμα αναφέρεται με τους κωδικούς των δύο εξετάσεων, της μεν πρώτης με τον Κωδικό Α 026305, της δε δεύτερης με τον Κωδικό Β 026455.

Στη συνέχεια, την 29.7.2000 και κατά τη διάρκεια της τελικής φάσης του Δ. Πρωταθλήματος Στίβου Α-Γ, ελήφθη νέο δείγμα ούρων από την αιτούσα. Κατά τον έλεγχο και του δείγματος αυτού, με τον Κωδικό Α 065043, που έγινε την 14.8.2000 από το Εργαστήριο Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α., ανιχνεύθηκαν και πάλι μεταβολίτες της Ν. 19 σε συγκέντρωση 734.6 NG/ML και 19 NORETIOCHOLANOLONE.

Στη συνέχεια, σε απάντηση της από 8.9.2000 αίτησης της ενδιαφερομένης ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, δόθηκε παραγγελία για τη διενέργεια νέας εξέτασης από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξέταση η οποία πράγματι διενεργήθηκε την 11.9.2000, με αρνητικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, το Διοικητικό Συμβούλιο του Σ., με την υπ΄ αριθμ. 10/18.10.2000 απόφασή του, έκανε ομόφωνα δεκτή την από 17.10.2000 εισήγηση της ειδικώς συσταθείσης με απόφαση του Δ.Σ. του Σ. Επιτροπής για εξέταση θεμάτων ελέγχου D. και επέβαλε στην αιτούσα την επίδικη πειθαρχική ποινή του διετούς αποκλεισμού από κάθε επίσημη διοργάνωση, καθώς και της μη αναγνώρισης της επιτευχθείσας επίδοσης αυτής στο δρόμο των 10.000 βάδην Γυναικών, κατ΄ άρθρ. 8 παρ. 2 ν. 1646/86, με την αιτιολογία ότι, με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου και των δύο δειγμάτων που ελήφθησαν από την αιτούσα αφενός κατά τη διαδικασία D. Control του Δ. Πρωταθλήματος, την 29.07.2000, αφετέρου κατά τον έλεγχο D. που διενήργησε η E.O.E., την 10.07.2000, η ύπαρξη της απαγορευμένης αναβολικής ουσίας Μεταβολίτες Ν. στον οργανισμό της αιτούσης ήταν αδιαμφισβήτητη. Σύμφωνα με το υπ΄ αριθμ. πρωτ. 79 DC/13.11.2000 έγγραφο του Σ. προς την αιτούσα, ο αποκλεισμός της ίσχυε από 22.8.2000 μέχρι 22.8.2002.

Κατόπιν τούτου, η αιτούσα προσέβαλε την παραπάνω απόφαση του Δ.Σ. του Σ. ενώπιον του ΑΣΕΑΔ με την από 13.11.2000, προσφυγή σύμφωνα με τα άρθρα 124 και 126 του ν. 2725/1999, ζητώντας την ακύρωση της άνω αποφάσεως του Δ.Σ. του Σ., για το λόγο ότι το αποτέλεσμα της εξετάσεως από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών δημιουργούσε αμφιβολίες για την ορθότητα των αρχικών αποτελεσμάτων των αναλύσεων που είχε διεξαγάγει το Εργαστήριο Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α., ότι η ίδια δεν είχε κάνει ποτέ εν γνώσει της χρήση απαγορευμένων ουσιών, ότι τα μοναδικά σκευάσματα ή ουσίες που ελάμβανε, εν γνώσει της, ήταν κάποια συμπληρώματα διατροφής και ορισμένα ιδιοσκευάσματα σιδήρου και φωσφοκρεατίνης, σε ενέσιμη μορφή, που της χορηγούσε, από τις αρχές του έτους 2000, κάποιος ειδικός γιατρός με το όνομα Κ. Τ., για την αντιμετώπιση συγκεκριμένου προβλήματος αναιμίας, η ύπαρξη του οποίου διαπιστώθηκε κατόπιν διενέργειας αιματολογικών εξετάσεων, επίσης δε ζήτησε να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη στα δείγματα ούρων που ελήφθησαν την 10.7.2000 και την 29.7.2000, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα ούρα των θετικών δειγμάτων ήταν όντως δικά της.

Το Α΄ Τμήμα του ΑΣΕΑΔ, με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξέτασε την υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία, απέρριψε την προσφυγή της αιτούσης, επικυρώνοντας την επιβληθείσα σε αυτήν πειθαρχική ποινή του διετούς αποκλεισμού από κάθε επίσημη διοργάνωση και της μη αναγνώρισης της επιτευχθείσας επίδοσής της στο δρόμο των 10.000 μ. βάδην γυναικών.

3. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανωτάτη εποπτεία του Κράτους. Περαιτέρω, εν όψει του εντόνου κρατικού ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη ίσων όρων ανταγωνισμού στους χώρους του ερασιτεχνικού και του επαγγελματικού αθλητισμού, τη διατήρηση του αθλητικού πνεύματος (fair play), την εξασφάλιση της γνησιότητας των αποτελεσμάτων των ερασιτεχνικών ή επαγγελματικών αθλητικών αγώνων, καθώς και για την προστασία της ζωής και υγείας των αθλητών, η ως άνω, κατά το Σύνταγμα, κρατική μέριμνα και εποπτεία εκδηλούται, εκτός άλλων, και με τις ρυθμίσεις των άρθρων 7, 8 και 9 του ν. 1646/1986 (ΦΕΚ Α΄ 138/18.9.1986), με τις οποίες δίνεται ο ορισμός της φαρμακοδιέγερσης των αθλητών (ντόπιγκ), εντοπίζονται ποια φάρμακα έχουν σχέση με τη διέγερση των αθλητών, καθορίζονται οι ποινές που επιβάλλονται μετά από αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη για τις περιπτώσεις εκείνες που μετά από θετικό έλεγχο διαπιστώνεται η χρήση ή χορήγηση διεγερτικών ουσιών, όπως και οι πειθαρχικές ποινές και τα αρμόδια διοικητικά όργανα επιβολής αυτών, καθώς και η διαδικασία του εργαστηριακού ελέγχου φαρμακοδιέγερσης των αθλουμένων στον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό ποδόσφαιρο και στους αθλητικούς αγώνες μέχρι τη δημιουργία του Κέντρου Ελέγχου.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νομοθέτης θεώρησε ως βασικό και, ως εκ τούτου, ρύθμισε ειδικώς τα ζητήματα φαρμακοδιέγερσης των αθλητών, συμπεριλαμβανομένων και των πειθαρχικών ποινών που επιβάλλονται επί σχετικών παραβάσεων από τα αρμόδια προς τούτο όργανα. Συνεπώς, η σχετική διαγνωστική και πειθαρχική διαδικασία η οποία διαγράφεται από ειδικό διοικητικό νόμο, εκφράζει την κατά το Σύνταγμα κρατική μέριμνα στα ζητήματα της φαρμακοδιέγερσης αθλητών και έχει τεθεί για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού.

Συνακόλουθα, τα «δικαιοδοτικά» όργανα που ασκούν τις αρμοδιότητές τους με τις οποίες επιδιώκεται ο έλεγχος της τηρήσεως των διατάξεων του εν λόγω νόμου, επιβάλλοντας κατ΄ εφαρμογήν τούτου τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές αποτελούν διοικητικά όργανα, οι δε διαφορές που γεννώνται από πράξεις των οργάνων αυτών είναι διοικητικές διαφορές, οι οποίες, εφ΄ όσον δεν έχουν υπαχθεί, με ειδική διάταξη νόμου, στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ανήκουν, κατ΄ άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3450/96, 443/2004, 1596/2004 κ.ά). Συνεπώς, η προσβαλλομένη πράξη αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται παραδεκτώς με την κρινόμενη αίτηση.

4. Επειδή, η προσβαλλομένη πράξη, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα αθλήτρια η πειθαρχική ποινή διετούς αποκλεισμού από επίσημες διοργανώσεις, είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, είχε ήδη λήξει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αιτούσα, όμως, διατηρεί ηθικό έννομο συμφέρον που, δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 32 παρ. 2 του π.δ.τος 18/89 (Α΄ 8), το οποίο επικαλείται βασίμως με το από 11.4.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Συνεπώς η δίκη διατηρεί το αντικείμενό της και η κρινόμενη αίτηση πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσίαν.

5. Επειδή, ειδικώτερα, στον μνημονευθέντα σε προηγούμενη σκέψη ν. 1646/86 με τίτλο «Καταστολή της βίας στους αθλητικούς χώρους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 138/18.9.1986), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται στο άρθρο 7 τα εξής:

«1. Απαγορεύεται η αφαίρεση αίματος και επαναχορήγησή του πριν από τον αγώνα, καθώς και η χορήγηση σε αθλητή ή λήψη από αυτόν κάθε ουσίας που μπορεί να επιφέρει τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας (ντόπιγκ), καθώς και η χρήση κάθε μέσου σωματικής ή νευρικής διέγερσης.

2. Ουσίες που έχουν την ιδιότητα αυτή θεωρούνται ιδίως:

α) τα ψυχοκινητά και κοινά φάρμακα που διεγείρουν το κεντρικό νευρικό σύστημα,

β) οι συμπαθητικομιμητικές αμίνες,

γ) τα αναβολικά,

δ) τα αντιφλεγμονώδη ή αναλγητικά,

ε) τα αδρενοκορτικοστεροειδή,

στ) τα τοπικά αναισθητικά,

ζ) τα ναρκωτικά,

η) τα υπνωτικά ηρεμιστικά και κατασταλτικά γενικά του κεντρικού νευρικού συστήματος,

θ) τα ψυχοαναισθησιογόνα ή παραισθησιογόνα,

ι) οι οργανικοί διαλύτες αρωματικής και αλειφατικής σειράς και

ια) όσες άλλες ουσίες εντάσσονται κάθε φορά στο σχετικό κατάλογο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

3. Για το χαρακτηρισμό ουσιών ως απαγορευμένων κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 απαιτείται κοινή απόφαση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού και του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

4. Απαγορεύεται η χορήγηση σε αγωνιζόμενο ή η λήψη από αυτόν φαρμάκου με αποδεδειγμένη θεραπευτική ενέργεια για ορισμένη νόσο του, εκτός αν:

α) η συγκέντρωσή του στο αίμα και στα ούρα δεν υπερβαίνει τη μέγιστη επιτρεπτή συγκέντρωση, την οποία προσδιορίζει μια θεραπευτική λήψη και

β) γνωστοποιηθούν από το θεράποντα γιατρό ή τον υπεύθυνο γιατρό του αθλητικού σωματείου της Π.Α.Ε. ή τον υπεύθυνο γιατρό του αγώνα πριν από την τέλεσή του στην αρμόδια αρχή η νόσος από την οποία πάσχει ο αγωνιζόμενος, η δοσολογία, το είδος του φαρμάκου, ο χρόνος και η διάρκεια της λήψης, τα οποία αποδεικνύονται με επίσημα ιατρικά έγγραφα δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων»,

στο άρθρο 8 ότι

«1. Όποιος, κατά παράβαση των διατάξεων του προηγούμενου άρθρου, χορηγεί σε αθλητή απαγορευμένη ουσία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή καθώς και με ισόχρονη στέρηση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Αθλητής που χρησιμοποιεί εν γνώσει τέτοια ουσία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος.

2 Ανεξάρτητα από την ποινική δίωξη, αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί λήψη απαγορευμένων ουσιών από ερασιτέχνη αθλητή ή ποδοσφαιριστή ή επαγγελματία ποδοσφαιριστή, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου της οικείας ομοσπονδίας απαγορεύεται η συμμετοχή του σε αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες για δύο τουλάχιστον έτη και ταυτόχρονα διαγράφεται από το οικείο μητρώο και ανακαλείται το δελτίο αθλητικής ή επαγγελματικής ιδιότητάς του.

3. Οι αθλητές είναι υποχρεωμένοι να δέχονται τον έλεγχο οποτεδήποτε τους ζητηθεί αρμοδίως. Σε περίπτωση άρνησής τους, στερούνται από το αρμόδιο όργανο το δικαίωμα να μετέχουν σε αγώνες για ένα χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής για τρία χρόνια.

4. Αν μετά από θετικό έλεγχο φαρμακοδιέγερσης (ντόπιγκ) ο χορηγός ή αυτός που υποκινεί τη χορήγηση απαγορευμένων ουσιών καταδικαστεί αμετάκλητα, στερείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου τη φίλαθλη ιδιότητα από δύο έως πέντε έτη και αν είναι προπονητής, με απόφαση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού, στερείται την άδεια άσκησης του επαγγέλματος αυτού από τρία έως επτά έτη. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται ισόβια στέρηση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος του προπονητή. Καθηγητές της φυσικής αγωγής, που καταδικάστηκαν για συμμετοχή στις παραπάνω παραβάσεις, απαγορεύεται να ασκούν προπονητικό έργο και να προσλαμβάνονται από συλλόγους και ομοσπονδίες.

5. Σε φυσικά πρόσωπα που έχουν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αθλητική ιδιότητα και καταδικάστηκαν αμετάκλητα για τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται από το αρμόδιο όργανο στέρηση της ιδιότητας αυτής και του δικαιώματος εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους μέχρι δύο έτη. Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού μπορεί παράλληλα:

α) να ανακαλέσει άδειες άσκησης επαγγέλματος προπονητή, προνόμια αθλητών και χρηματικές επιχορηγήσεις και

β) να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του παραβάτη από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο»,

στο δε άρθρο 9 ότι

«Η προστασία της υγείας των αθλητών και η γνησιότητα των αποτελεσμάτων των ερασιτεχνικών ή επαγγελματικών αγώνων ποδοσφαίρου και των αθλητικών αγώνων διασφαλίζεται με εργαστηριακό έλεγχο φαρμακοδιέγερσης (ντόπιγκ) των αθλουμένων που γίνεται, μέχρι να δημιουργηθεί το Κέντρο Ελέγχου, στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ή σε αναγνωρισμένο κέντρο του εξωτερικού».

Εξάλλου, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Β΄, αριθμ. φύλλου 549/16.10.1987 δημοσιεύτηκε η από 14.10.1987 απόφαση του Υπουργών Πολιτισμού και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το χαρακτηρισμό και τις κατηγορίες των ουσιών που προκαλούν τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας ή σωματική και νευρική διέγερση και απαγορεύεται η χρήση και η λήψη τους από τους αθλητές. Με την εν λόγω απόφαση ουσιαστικά επικυρώθηκε ο «Ιατρικός Κώδικας» της Δ.Ο.Ε., ύστερα από σχετικό έγγραφό της προς το Υπουργείο Πολιτισμού με αριθμ. πρωτ. C/R IMLO/127/85/31.3.1986. Στην εν λόγω απόφαση, και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο Β΄ αυτής που φέρει τον τίτλο «Α. στεροειδή», εμφανίζεται και η επίδικη ουσία «νανδρολόνη».

Περαιτέρω, με το ν. 2371/1996 (ΦΕΚ Α΄ 2/9.1.1996) κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση κατά του ντόπιγκ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, η οποία υπεγράφη στο Στρασβούργο την 16.11.1989 (και τέθηκε σε ισχύ στη χώρα μας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 της εν λόγω Συμβάσεως, την 1η Μαΐου 1996, βλ. και σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Α΄, αριθμ. φύλλου 57/27.3.1996). Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής

«α. «ντόπιγκ στον αθλητισμό» εννοείται η χορήγηση στους αθλητές και αθλήτριες ή η χρήση από αυτούς ουσιών φαρμακολογικών κατηγοριών ή μεθόδων ντόπιγκ

β. «φαρμακολογικές κατηγορίες ουσιών ή μεθόδων ντόπιγκ» εννοούνται …. αυτές οι κατηγορίες των ουσιών ή των μεθόδων ντόπιγκ που απαγορεύονται από τους σχετικούς οργανισμούς και εμφανίζονται σε καταλόγους οι οποίοι έχουν εγκριθεί από την επιτροπή ελέγχου υπό τους όρους του άρθρου 11 παρ. 1 εδ. β΄».

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «έως ότου ο κατάλογος των απαγορευμένων φαρμακολογικών τάξεων ουσιών ή μεθόδων ντόπιγκ εγκριθεί από την Επιτροπή Ελέγχου υπό τους όρους του Άρθρου 11 παρ. 1 εδ. β΄, ισχύει ο ενδεικτικός κατάλογος που υπάρχει στο παράρτημα της παρούσας σύμβασης». Στον ενδεικτικό δε αυτό κατάλογο φαρμακολογικών τάξεων των ουσιών και μεθόδων ντόπιγκ, που περιέχεται στο Παράρτημα που επισυνάπτεται στην παραπάνω Σ. (και ο οποίος συμπίπτει με τον κατάλογο των κατηγοριών και μεθόδων ντόπιγκ που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων τον μήνα Απρίλιο του έτους 1989), περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η επίμαχη ουσία «ναντρολόνη» («nadrolone»), η οποία εντάσσεται στην κατηγορία ντόπιγκ των αναβολικών στερινοειδών.

Επίσης, στο ν. 2725/99 «Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (Α΄ 121), ορίζεται, στο άρθρο 19 ότι:

«1. Αθλητική ομοσπονδία είναι η ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων ή αθλητικών ενώσεων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, έχει σκοπό την καλλιέργεια και την ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα.

2. Για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης επιτρέπεται η σύσταση μίας (1) μόνο ομοσπονδίας για όλη τη χώρα…»,

στο άρθρο 26 παρ. 4 ότι

«Η αθλητική ομοσπονδία υποχρεούται να ενσωματώνει στον κανονισμό του άρθρου 27 του παρόντος νόμου τους κανονισμούς και τις αποφάσεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής για τη φαρμακοδιέγερση»,

στο άρθρο 27 ότι

«Με γενικούς ή ειδικούς κανονισμούς, που ψηφίζει η γενική συνέλευση των μελών κάθε αθλητικής ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος ή του οικείου κλάδου άθλησης, τίθενται οι κανόνες που ισχύουν για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση και τη διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σε αυτή, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Για την κατάρτιση των παραπάνω κανονισμών λαμβάνονται υπόψη οι ισχύοντες διεθνείς κανονισμοί. Η τήρηση των κανόνων αυτών είναι υποχρεωτική για τα αθλητικά σωματεία και τις αθλητικές ενώσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικείας ομοσπονδίας. Οι κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από τον αρμόδιο για τον αθλητισμό Υπουργό ή άλλο από αυτόν εξουσιοδοτημένο όργανο. Μετά την παρέλευση απράκτου διμήνου από την ημερομηνία υποβολής τους, οι κανονισμοί αυτοί θεωρούνται ότι έχουν νομίμως εκδοθεί…».

Στο άρθρο 33 του αυτού νόμου προβλέπεται ότι

«1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβόμενων αθλητών αθλητικού σωματείου ή σε αθλητική ανώνυμη εταιρεία.

2….Οι σχέσεις αθλητών και αθλητικών σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.

3.…

6. Ο αθλητής οφείλει να συμμορφώνεται με την ισχύουσα νομοθεσία και τους ισχύοντες εκάστοτε κανονισμούς της Δ.Ο.Ε. σχετικά με τη φαρμακοδιέγερση. Αθλητής που τιμωρείται από την οικεία αθλητική ομοσπονδία ή την αντίστοιχη παγκόσμια για παράβαση των κανονισμών περί φαρμακοδιέγερσης στερείται τις κάθε είδους παροχές της ομοσπονδίας του, όπως επίσης και τις κάθε είδους παροχές της Πολιτείας και τα ευεργετήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος και τις τυχόν φορολογικές απαλλαγές».

Στο άρθρο 123 παρ. 1 αναφέρεται ότι

«Στη Γ.Γ.Α. λειτουργεί, ως δευτεροβάθμιο όργανο της αθλητικής δικαιοσύνης, Ανώτατο Συμβούλιο Επίλυσης Αθλητικών Διαφορών (Α.Σ.Ε.Α.Δ.), που αποτελείται από εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και εισαγγελείς».

Στο άρθρο 124 ορίζεται ότι

«Το Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των προσφυγών:

α) Κατά αποφάσεων των Δ.Σ. των αθλητικών ενώσεων, επαγγελματικών συνδέσμων και ομοσπονδιών.

β) Κατά αποφάσεων των οργάνων των πιο πάνω ενώσεων, επαγγελματικών συνδέσμων ή ομοσπονδιών που προβλέπονται από το καταστατικό τους, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν χρήζουν επικύρωσης από τα διοικητικά τους συμβούλια. Οι παραπάνω αποφάσεις της περίπτωσης α΄ και της περίπτωσης αυτής του παρόντος άρθρου προσβάλλονται στο Α.Σ.Ε.Α.Δ., εφόσον αφορούν σε θέματα που έχουν σχέση με την επιβολή των κάθε είδους ποινών ή κυρώσεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με την εγγραφή ή τη μεταγραφή αθλητών, με τη βαθμολογική ή την αγωνιστική θέση των αθλητικών σωματείων ή με την εφαρμογή των νόμων και των κανονιστικών διατάξεων.

γ) Κατά αποφάσεων πειθαρχικών οργάνων αθλητικών σωματείων που επιβάλλουν κάθε είδους ποινές στους αθλητές τους, εφόσον ούτε από το καταστατικό τους ούτε από το καταστατικό της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας προβλέπεται επικύρωση των πιο πάνω ποινών από την οικεία αθλητική ομοσπονδία

δ)…».

Στο δε άρθρο 126 του αυτού νόμου αναφέρονται τα εξής:

«1. Η προσφυγή ενώπιον του Α.Σ.Ε.Α.Δ. ασκείται από εκείνον που ηττήθηκε ή από εκείνον που υφίσταται άμεση βλάβη από την πρωτοβάθμια απόφαση. Με την επιφύλαξη του άρθρου 121 παρ. 2, η προθεσμία άσκησης της προσφυγής είναι οκτώ (8) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κοινοποίησης ή γνώσης της προσβαλλόμενης απόφασης. … Η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προσφυγή ασκείται με έγγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Α.Σ.Ε.Α.Δ. ή αποστέλλεται σε αυτό με συστημένη επιστολή. Η ημέρα και ώρα συζήτησης της προσφυγής γνωστοποιούνται εγγράφως στους ενδιαφερόμενους, με φροντίδα του γραμματέα του Α.Σ.Ε.Α.Δ., οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο… Η συζήτηση των υποθέσεων γίνεται δημόσια και η ανάπτυξή τους προφορικώς ή εγγράφως… Τα μέρη μπορούν να παρίστανται αυτοπροσώπως ή με το νόμιμο εκπρόσωπό τους ή με δικηγόρο…

2. …Εάν δεν εμφανισθούν τα μέρη, η συζήτηση χωρεί σαν να ήταν παρόντα εφόσον κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. … Οι αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Α.Δ. εκτελούνται αμέσως μετά την κοινοποίησή τους…

4. Η προθεσμία για την προσβολή της απόφασης του Α.Σ.Ε.Α.Δ. στο αρμόδιο δικαστήριο δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της».

Τέλος, στο άρθρο 45 παρ. 5 του Καταστατικού του Σ., όπως αυτό εγκρίθηκε, μετά από τροποποιήσεις που έγιναν, από την ΄Εκτακτη Γενική Συνέλευση του Σ. της 17ης Ιουλίου 1999 και ισχύει, όπως τροποποιήθηκε, από την εγγραφή των τροποποιήσεων στα τηρούμενα βιβλία των σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίζονται τα εξής:

«Ο Σ. δικαιούται και υποχρεούται να διεξάγει ελέγχους anti-doping εκτός αγώνων και να αποστέλλει κάθε χρόνο σχετική έκθεση στην Ι.Α.Α.F. Ακόμη ο Σ. επιτρέπει στην Ι.Α.Α.F. να διεξάγει anti-doping ελέγχους κατά την διάρκεια των Εθνικών Πρωταθλημάτων ή άλλων συναφών Meetings, στους αθλητές είτε μετέχουν, είτε δεν μετέχουν στους παραπάνω αγώνες».

Επίσης, στο άρθρο 24 του εν λόγω Καταστατικού προβλέπεται ή συγκρότηση με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Σ., Ειδικών Επιτροπών στα διάφορα αθλήματα ή τους επί μέρους τομείς λειτουργίας του, από μέλη του Δ.Σ., Τεχνικούς, Επιστημονικό Προσωπικό, εκπροσώπους των αθλητικών φορέων κλπ.

6. Επειδή, προβάλλεται ότι παρανόμως και αναιτιολογήτως απέρριψε το ΑΣΕΑΔ το αίτημα που είχε υποβάλει η ενδιαφερομένη με την προσφυγή της για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των δειγμάτων ούρων που ελήφθησαν από τις υγειονομικές υπηρεσίες του Ο.Α.Κ.Α., προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα ούρα των θετικών δειγμάτων που ελήφθησαν την 10.7.2000 και την 29.7.2000 ήταν δικά της, ενόψει και του ότι η αιτούσα είχε προσκομίσει ενώπιον του ΑΣΕΑΔ αφενός την από 2.10.2000 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αρνητικό αποτέλεσμα όσον αφορά την ανίχνευση της απαγορευμένης ουσίας «ναδρολόνης» σε δείγμα ούρων της αιτούσας που ελήφθη από το παραπάνω Εργαστήριο την 11.9.2000 και αφετέρου την από 3.11.2000 βεβαίωση του φαρμακοποιού Ε. Ευσταθίου, εργαζόμενου στην εταιρεία με την επωνυμία «Ό. Ελλάς Α.Ε.Ε.», στην οποία βεβαίωση αναφέρεται ότι «σύμφωνα με τα επίσημα εγκεκριμένα στοιχεία από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΟΦ), η nadrolone decanoate, δραστική ουσία του ιδιοσκευάσματος Deca-Durabolin, μεταφέρεται με αργό ρυθμό από το σημείο της ένεσης στο πλάσμα (αίμα). Ο χρόνος μισής ζωής της διαδικασίας αυτής ανέρχεται σε 6 ημέρες. Αυτό παρατείνει την κυκλοφορία της συγκεκριμένης ουσίας επί μακρόν. Συνεπώς σε περίπτωση λήψης μεγάλης αρχικής ποσότητας, η ουσία δύναται να ανιχνευθεί στο πλάσμα και στα ούρα για διάστημα πολλών εβδομάδων».

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω αίτημα περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, που εμπεριείχε ισχυρισμό της αιτούσης με τον οποίο αμφισβητείτο η γνησιότητα των εργαστηριακών ελέγχων ντόπιγκ και των αποτελεσμάτων αυτών, απορρίφθηκε από το ΑΣΕΑΔ ως ουσία αβάσιμο με την αιτιολογία ότι «τα δείγματα των ούρων ελήφθησαν από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες του Ο.Α.Κ.Α., είχαν το καθένα Κωδικό Δείγματος, ο σχετικός έλεγχος έγινε από το Εργαστήριο Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α., με μεθόδους ανάλυσης που ακολουθούν τις προδιαγραφές της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και χωρίς εις το εργαστήριο ελέγχου να γνωρίζουν σε ποιόν ανήκαν. Ως εκ τούτου αποκλείεται τα δείγματα αυτά να ανήκαν σε άλλη αθλήτρια».

Η παραπάνω κρίση του ΑΣΕΑΔ είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, ευρίσκουσα έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτει ότι, την 10.7.2000 ακολουθήθηκε από τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες του Ο.Α.Κ.Α. ειδική διαδικασία λήψης δύο δειγμάτων ούρων της αιτούσας, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διπλής επαλήθευσης – εξακρίβωσης, με ειδικούς κωδικούς δείγματος – δοχείου, τα παραπάνω δε αποτυπώνονται στο ευρισκόμενο στο φάκελο αντίγραφο του εντύπου ελέγχου ντόπιγκ, στο οποίο αναγράφονται η ταυτότητα της αθλήτριας, από την οποία ελήφθη το δείγμα, οι κωδικοί αριθμοί των φιαλιδίων, το φύλο του αθλητή, οι απαντήσεις που έδωσε στο ερώτημα εάν έλαβε φαρμακευτικό παρασκεύασμα τις τελευταίες δύο ημέρες πριν τη διενέργεια της δειγματοληψίας, η ακρίβεια δε των πληροφοριών που αναγράφονται στο παραπάνω έντυπο επιβεβαιώνεται από την ίδια την αιτούσα με τη θέση της υπογραφής της επί του εν λόγω εντύπου.

Η ανάλυση δε τόσο του δείγματος που ελήφθη κατά την 10.7.2000 όσο και του δείγματος που ελήφθη κατά την 29.7.2000 έγινε από το διαπιστευμένο από τη Δ.Ο.Ε. Εργαστήριο Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α., το οποίο διαθέτει τις απαραίτητες εγγυήσεις που εξασφαλίζουν την ασφάλεια, την ακεραιότητα και την προσήκουσα μέθοδο ανάλυσης των δειγμάτων [πρβλ. το ευρισκόμενο στο φάκελο υπ΄ αριθμ. 729/18.7.2000 πιστοποιητικό ανάλυσης του Εργαστηρίου Ελέγχου D. του Ο.Α.Κ.Α. (που αφορά το δείγμα Α΄ που ελήφθη την 10.7.2000 κατά τη διάρκεια ελέγχου ντόπιγκ που διενήργησε η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή στην αθλήτρια), και το οποίο απεστάλη μαζί με το υπ΄ αριθμ. 113/0/3.8.2000 Πιστοποιητικό ανάλυσης του ίδιου ως άνω εργαστηρίου (που αφορά το δείγμα Β΄ που ελήφθη την 10.7.2000) στον Πρόεδρο του Σ. με το υπ΄ αριθμ. 11275/7.8.2000 έγγραφο του Α΄ Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και Αρχηγού της Ελληνικής Αποστολής στην Ολυμπιάδα του Σίδνευ, Γ. Π., καθώς και το υπ΄ αριθμ. 751/14.8.2000 πιστοποιητικό ανάλυσης που αφορά δείγμα ούρων που ελήφθη την 29.7.2000 κατά τη διαδικασία doping control του Δ. Πρωταθλήματος, όλα δε τα παραπάνω πιστοποιητικά ανάλυσης υπογράφονται από τον διευθυντή του Εργαστηρίου Ελέγχου doping του Ο.Α.Κ.Α. Δ. Κ. Γεωργακόπουλο].

Και στα δύο παραπάνω δείγματα ουροληψιών που ελήφθησαν την 10.7.2000 και την 29.7.2000 ανιχνεύθηκε η ύπαρξη στον οργανισμό της αιτούσας της αναβολικής ουσίας «μεταβολίτες της ναδρολόνης», η ουσία δε αυτή περιλαμβάνεται στην από 10.12.1999 Ε. απαγορευμένων ουσιών της Δ.Ο.Ε., στο Παράρτημα του ν. 2371/1996, με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα η «Ευρωπαϊκή Σ. κατά του doping» και στον κατάλογο απαγορευμένων ουσιών της από 14.10.1987 απόφασης των Υπουργών Πολιτισμού και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η αιτούσα επικαλέστηκε, είτε κατά την έγγραφη απολογία της ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής για Εξέταση Θεμάτων D. Control του Σ., είτε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ΑΣΕΑΔ, συγκεκριμένες αιτιάσεις όσον αφορά στη τηρηθείσα διαδικασία δειγματοληψίας και τον τρόπο ελέγχου και ανάλυσης των δειγμάτων ούρων για την ανίχνευση της ύπαρξης τυχόν απαγορευμένης ουσίας στον οργανισμό της. Εξάλλου, τα μοναδικά στοιχεία που προσκόμισε η αιτούσα, κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας προς αμφισβήτηση της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών ελέγχων ήταν τα εξής:

α) η προαναφερθείσα από 2.10.2000 έκθεση τοξικολογίας του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της οποίας ελήφθη υπόψη από το ΑΣΕΑΔ, ως στοιχείο του φακέλου, για τη διαμόρφωση της κρίσης αυτού περί της εγκυρότητας της διαδικασίας λήψης και ελέγχου των δειγμάτων ούρων.

Κατά τα ρητώς, όμως, διευκρινιζόμενα στην εν λόγω έκθεση τοξικολογίας, το αρνητικό αποτέλεσμα της ανάλυσης των ούρων της αιτούσας δεν απέκλειε το ενδεχόμενο της λήψης από αυτήν της απαγορευμένης ουσίας ναδρολόνης σε ανύποπτο προγενέστερο χρόνο, για το λόγο ότι η ανίχνευση οποιουδήποτε φαρμάκου στα διάφορα βιολογικά υγρά και ειδικότερα στα ούρα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η ληφθείσα δόση, ο χρόνος που μεσολάβησε από τη λήψη του φαρμάκου μέχρι τη στιγμή της δειγματοληψίας, ο χρόνος ημίσειας ζωής και η ταχύτητα μεταβολισμού του συγκεκριμένου φαρμάκου για το συγκεκριμένο άτομο, η ενδεχόμενη λήψη ή χορήγηση υγρών, καθώς επίσης και τα όρια ανίχνευσης της εφαρμοζόμενης αναλυτικής μεθοδολογίας και

β) η από 3.11.2000 βεβαίωση του φαρμακοποιού Ε. Ευσταθίου, εργαζόμενου στην εταιρεία «Ό. Ελλάς ΑΕΕ», η οποία εμπορεύεται στην Ελλάδα το φάρμακο με την ονομασία «Deca Durabolin», ως αντιπρόσωπος της εταιρείας «Ν.V. O. O. H.», στην οποία διατυπώνονται αορίστως ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την μακρά (χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς το σχετικό χρονικό διάστημα) διάρκεια ζωής στο αίμα του ασθενούς της ουσίας nadrolone decanoate, η οποία είναι δραστική ουσία του ιδιοσκευάσματος «Deca Durabolin» και χωρίς τα διατυπωθέντα στην εν λόγω βεβαίωση συμπεράσματα να στηρίζονται σε ειδικώς παρατιθέμενα επιστημονικά στοιχεία (αναφέρεται αορίστως ότι οι κρίσεις που διατυπώνονται στην εν λόγω βεβαίωση στηρίζονται σε «επίσημα εγκεκριμένα στοιχεία από το Ε.Ο.Φ.»).

Με το ανωτέρω όμως περιεχόμενό τους, τα ανωτέρω στοιχεία που προσεκόμισε η αιτούσα και τα οποία, πάντως, ελήφθησαν υπόψιν από το ΑΣΕΑΔ προς διαμόρφωση της κρίσεώς του, δεν ήσαν πρόσφορα και ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία των πορισμάτων των ελέγχων που διενεργήθηκαν από το επισήμως αναγνωρισμένο από τη Δ.Ο.Ε. Εργαστήριο Ελέγχου ντόπιγκ του Ο.Α.Κ.Α. Συνεπώς, νομίμως και αιτιολογημένως απερρίφθη το αίτημα της ενδιαφερομένης περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, εφ΄ όσον η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται επαρκώς σε πέραν κάθε αμφιβολίας διαπιστώσεις της ύπαρξης θετικού αποτελέσματος ως προς την ανίχνευση απαγορευμένης ουσίας στον οργανισμό της αιτούσης, κατόπιν τήρησης νόμιμης διαδικασίας δειγματοληψίας κατά τον κρίσιμο χρόνο και ανάλυσης των δειγμάτων, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμα.

7. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο τιμωρήθηκε η αιτούσα δεν ηδύνατο νομίμως να της καταλογισθεί, ελλείψει υπαιτιότητάς της ως προς τη λήψη της απαγορευμένης ουσίας «ναδρολόνη». Προβάλλεται ειδικώτερα ότι η ουσία αυτή της εχορηγείτο εν αγνοία της από τον ιατρό της Κ. Τ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, χορηγούσε σε αυτήν διάφορα σκευάσματα – ουσίες, είτε σε χάπια είτε σε ενέσεις, για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση της νόσου της αναιμίας, από την οποία εφέρετο να πάσχει από τις αρχές του έτους 2000, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τη σύνθεση των φαρμάκων που της χορηγήθηκαν και την επιτρεπόμενη δοσολογία.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του ΑΣΕΑΔ ο παραπάνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος με την αιτιολογία ότι η αιτούσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανήκε στο σωματείο με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», ήτοι σε μεγάλο και πανελληνίως γνωστό αθλητικό σύλλογο, με δυνατότητα πλήρους ιατρικής κάλυψης των αθλητών του και ότι, ως εκ τούτου, όφειλε να ενημερώσει κατ΄ αρχάς τον προπονητή της και τη διοίκηση του συλλόγου της για το πρόβλημα υγείας που παρουσίασε κατά τις αρχές του έτους 2000 και ότι, μόνο σε περίπτωση όπου ο σύλλογός της δεν της παρείχε την απαιτούμενη για την περίπτωσή της ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τότε θα εδικαιολογείτο να απευθυνθεί σε άλλο ιδιώτη γιατρό, ότι, επιπλέον, η αιτούσα είχε αρχικώς συμπεριληφθεί στην Ολυμπιακή Ομάδα βάδην γυναικών, που θα ελάμβανε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνευ του 2000, επομένως, θα μπορούσε να ενημερώσει για το πρόβλημά της τόσο τον Εθνικό Προπονητή στίβου, Π. Ο., όσο και τους υπεύθυνους της Ολυμπιακής Ομάδας και της Ολυμπιακής Αποστολής και να ζητήσει να της παρασχεθεί η απαραίτητη ιατροφαρμακευτική φροντίδα.

Επιπλέον, σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε η ίδια η αιτούσα ούτε ο φερόμενος ως ιατρός της ενημέρωσαν τον υπεύθυνο γιατρό του αθλητικού της σωματείου ή τον υπεύθυνο γιατρό των αγώνων, στους οποίους η αιτούσα κατά διαστήματα συμμετείχε, για τη νόσο από την οποία έπασχε, τη δοσολογία και το είδος του φαρμάκου που της εχορηγείτο και τη διάρκεια της λήψης του φαρμάκου αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 4 περ. β του ν. 1646/1986, επίσης δε σε κανένα «φύλλο ελέγχου» δεν είχε δηλώσει η αιτούσα ότι λαμβάνει οποιοδήποτε φάρμακο για οποιονδήποτε λόγο το πρώτον δε με την από 31.7.2000 επιστολή της προς τον Α΄ Αντιπρόεδρο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και Α. της Ελληνικής Αποστολής στο Σίδνευ, Ι. Π., ανέφερε ότι ακολουθούσε θεραπευτική αγωγή για οστεοπόρωση.

Η παραπάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με την οποία καταλογίζεται στην αιτούσα, όχι η εν γνώσει της λήψη απαγορευμένων ουσιών αλλά η παράλειψη της υποχρεώσεώς της να ενημερώσει για το γεγονός ότι ελάμβανε φάρμακα για συγκεκριμένη νόσο, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα αθλήτρια, η οποία είναι κατ΄ αρχήν υπεύθυνη να γνωρίζει τις ουσίες που λαμβάνει και οφείλει να εξασφαλίσει τον εαυτό της έναντι λήψεως απαγορευμένων ουσιών, όχι μόνο δεν ενημέρωσε ευθύς εξ αρχής, μετά τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων υγείας από τα οποία εφέρετο να ταλαιπωρείτο, τους αρμόδιους φορείς του σωματείου στο οποίο ανήκε ή τους αρμόδιους φορείς της Ολυμπιακής Ομάδας της Ολυμπιακής Αποστολής, στην οποία είχε αρχικώς συμπεριληφθεί, περί της νόσου της, αναζητώντας από αυτούς την παροχή συμβουλών περί της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης – δεδομένου μάλιστα του ότι η νόσος από την οποία εφέρετο να πάσχει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αποτελεί, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας κοινώς εμφανιζόμενη νόσο - αλλά ακόμη και μετά τις επισκέψεις της στον παραπάνω φερόμενο ως ιατρό της πρόσωπο και την έναρξη της ειδικής φαρμακευτικής αγωγής που της πρότεινε αυτός για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος υγείας που είχε παρουσιάσει, δεν ενημέρωσε προς τούτο εγκαίρως τους αρμόδιους φορείς, ούτε η ίδια ούτε ο φερόμενος ως θεράπων ιατρός της, όπως είχαν εκ του νόμου υποχρέωση, προσκομίζοντας συγχρόνως τα απαραίτητα ιατρικά έγγραφα δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων (βλ. άρθρο 7 παρ. 4 ν. 1646/1986), προκειμένου να επιτραπεί στην αιτούσα η χρήση φαρμακευτικών ουσιών για θεραπευτικούς λόγους.

Εξάλλου, η αιτούσα δεν δήλωσε την υποτιθέμενη νόσο από την οποία έπασχε, το είδος του φαρμάκου που ελάμβανε κ.λπ. ούτε κατά την ημέρα διενέργειας της πρώτης δειγματοληψίας για έλεγχο ντόπιγκ από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (10.7.2000), παρόλο που, όπως προκύπτει από το ευρισκόμενο στο φάκελο αντίγραφο του εντύπου ελέγχου ντόπιγκ, ερωτήθη ειδικώς από τους αρμόδιους υπαλλήλους της υγειονομικής υπηρεσίας του Ο.Α.Κ.Α. εάν είχε λάβει οποιοδήποτε φάρμακο κατά τις δύο τελευταίες ημέρες πριν τη λήψη του δείγματος.

Το πρώτον δε την 31.7.2000, ήτοι μετά τη διενέργεια των αναλύσεων στα δείγματα ούρων της αιτούσας από το Εργαστήριο Ελέγχου ντόπιγκ του Ο.Α.Κ.Α. και την ενημέρωσή της για τα πορίσματα των εργαστηριακών αναλύσεων (στη σελ. 2 του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, αναφέρει ότι την 28.7.2000 ενημερώθηκε προφορικά για την ανάλυση του δείγματος ούρων που ελήφθη κατά την 10.7.2000 και ότι περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2000 της ανακοινώθηκε επισήμως το αποτέλεσμα της εξέτασης του δείγματος που ελήφθη κατά την 29.7.2000), ενημέρωσε τους παραπάνω αρμόδιους φορείς για τη λήψη φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου της οστεοπόρωσης, ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με τους μεταγενεστέρως προβληθέντες ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του Σ. και ενώπιον του ΑΣΕΑΔ ισχυρισμούς της, από τις αρχές του έτους 2000 έπασχε από τη νόσο της αναιμίας, λόγω υπερκόπωσης του οργανισμού της.

Με τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλει η αιτούσα ότι παρανόμως της επιβλήθηκε η συγκεκριμένη πειθαρχική ποινή η οποία, σημειωτέον, είναι μάλιστα η ελαχίστη προβλεπόμενη από το νόμο, για το παράπτωμα της φαρμακοδιέγερσης, διότι η ίδια δεν είχε υπαιτιότητα ως προς τη λήψη απαγορευμένων ουσιών που της εχορηγούντο εν αγνοία της, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως της υπό την έννοια αυτήν υπάρξεως υπαιτιότητας ή μη της αιτούσης αθλήτριας, αυτή παραβίασε, πάντως, τη νόμιμη υποχρέωσή της να ενημερώσει επικαίρως του αρμόδιους για τη νόσο από την οποία έπασχε και τα φάρμακα τα οποία ελάμβανε. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τ΄ αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

8. Επειδή, τέλος, με το από 11.4.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, η αιτούσα επικαλείται και προσκομίζει την 35435/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και με την οποία ο μνημονευθείς Κ. Τ. κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση, φαρμακοδιέγερσης σε βάρος αθλητών εν αγνοία τους και αντιποίησης ιατρικού επαγγέλματος. Προβάλλει δε η αιτούσα ότι από τα γενόμενα δεκτά με την εν λόγω ποινική απόφαση κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί υπαιτιότητάς της στη λήψη απαγορευμένων ουσιών και επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της ότι ουδέποτε είχε λάβει εν γνώσει της απαγορευμένες ουσίες.

Εν όψει όμως όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ότι δηλαδή η επίδικη πειθαρχική ποινή της επεβλήθη για παράβαση της νόμιμης υποχρεώσεώς της προς ενημέρωση σχετικά με τη νόσο από την οποία έπασχε και τα φάρμακα τα οποία ελάμβανε, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, εφ΄ όσον, και επί τη εκδοχή ότι η προσκομισθείσα ποινική απόφαση, με το ανωτέρω περιεχόμενο μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο τούτο, πάντως, δεν δύναται να κλονίσει την εκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία στηρίχθηκε σε διαφορετική βάση από αυτήν που επικαλείται η αιτούσα. Συνεπώς, ο πρόσθετος τούτος λόγος είναι, επίσης, απορριπτέος.

9. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν΄ απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Μα ΐ ου 2007

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος

Αθ. Τσαμπάση Αργ. Τριάδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2011.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Αθ. Ράντος Αικ. Ρίπη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!