Οικονομικές Ειδήσεις

Έρευνα του Πανεπιστημίου Πειραιώς Υψηλό το κόστος συμμόρφωσης των επιχειρήσεων με τη φορολογική νομοθεσία

Το φορολογικό σύστημα αποτελεί ένα σύνολο νομοθετημάτων, υπουργικών αποφάσεων, επεξηγηματικών εγγράφων και διοικητικών διαδικασιών που ρυθμίζουν τη διαδικασία προσδιορισμού και επιβολής των διαφόρων φορολογιών σε μία χώρα.

Μία φορολογική ρύθμιση ή μία φορολογική διοικητική διαδικασία δημιουργεί κατά κανόνα κόστος για τις επιχειρήσεις. Το κόστος αυτό συναντάται συνήθως ως άμεσο χρηματικό κόστος λαμβάνοντας τη μορφή του φόρου, του τέλους ή της εισφοράς. Αποτελεί, ωστόσο, το άμεσο χρηματικό κόστος το μοναδικό κόστος που επωμίζονται οι επιχειρήσεις στα πλαίσια του φορολογικού συστήματος;

Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι βεβαίως αρνητική. Μορφές κόστους του φορολογικού συστήματος που υφίστανται και κατά κανόνα αγνοούνται κατά τη μελέτη των φορολογικών συστημάτων αποτελούν επίσης το έμμεσο διαρθρωτικό κόστος, τα κόστη από καθυστερήσεις της φορολογικής διοίκησης καθώς και το έμμεσο κόστος που επωμίζονται οι επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν με τη φορολογική νομοθεσία (κόστος συμμόρφωσης).

Το τελευταίο αυτό κόστος, το κόστος συμμόρφωσης με τη φορολογική νομοθεσία, αποτέλεσε το αντικείμενο διεξοδικής έρευνας που διενεργήθηκε στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς από το διδάκτορα του Παν. Πειραιώς, Ι. Σταματόπουλο, την Καθηγήτρια του Παν. Πειραιώς, Σ. Χατζηδήμα και τον Επίκουρο Καθηγητή του Παν. Πειραιώς, Κ. Ελευθερίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της σχετικής μελέτης, εξετάστηκε το έμμεσο κόστος συμμόρφωσης που επωμίζονται οι επιχειρήσεις για να διεκπεραιώσουν τη βασικότερη φορολογική τους υποχρέωση, την υποχρέωση υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Το κόστος αυτό χαρακτηρίζεται ως διοικητικό βάρος, καθώς υφίσταται λόγω της ύπαρξης της σχετικής νομοθεσίας και δεν θα υφίστατο εάν η νομοθεσία καταργούνταν ή δεν υπήρχε.

Η έρευνα που διενεργήθηκε αποσκοπούσε αφενός στην ποσοτικοποίηση του κόστους συμμόρφωσης με τη φορολογική νομοθεσία και αφετέρου στη διερεύνηση των παραγόντων που διαφοροποιούν το κόστος αυτό σε επίπεδο επιχείρησης. Η έρευνα αυτή αποτελεί τη μοναδική έως την πραγματοποίησή της εμπειρική μελέτη σε αντιπροσωπευτικό δείγμα ελληνικών επιχειρήσεων σχετικά με το κόστος συμμόρφωσης με τη φορολογική νομοθεσία στην Ελλάδα. Αποτελεί επίσης μία από τις ελάχιστες έρευνες διεθνώς οι οποίες διερευνούν επιπροσθέτως τους παράγοντες που επιδρούν στο κόστος αυτό. Η έρευνα αυτή υιοθετεί τα κυριότερα στοιχεία της ευρέως διαδεδομένης μεθοδολογίας του Τυποποιημένου Μοντέλου Κόστους (Standard Cost Model) εφαρμόζοντας, ωστόσο, μία αρτιότερη επιστημονικά προσέγγιση κατά το στάδιο της δειγματοληψίας και της συλλογής των αποτελεσμάτων, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό την ενίσχυση της αξιοπιστίας των παραγόμενων αποτελεσμάτων.

Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την έρευνα αυτή είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι το κόστος που επωμίζονται οι ανώνυμες εταιρείες και οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης στην Ελλάδα, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την υποχρέωση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ανέρχεται κατά την εξεταζόμενη περίοδο (φορολογικό έτος 2013) στο ποσό των 5.864,46 € κατά μέσο όρο. Στο κόστος αυτό περιλαμβάνεται το κόστος συμμόρφωσης που επωμίζεται η επιχείρηση στο εσωτερικό της κατά τη διαδικασία συμμόρφωσης, το κόστος των εξωτερικών συνεργατών της, το κόστος εκπαίδευσης καθώς και το κόστος απόκτησης αγαθών ή/και υπηρεσιών σχετικών με τη διαδικασία συμμόρφωσης. 

Το ποσό αυτό δε, εάν προβληθεί στο συνολικό πληθυσμό των υπό εξέταση επιχειρήσεων, ανέρχεται σε ένα συνολικό – για την οικονομία – κόστος της τάξης των 334.837.208,16 €, το οποίο, ως ποσοστό, μεταφράζεται στο 0,19% του Α.Ε.Π. της περιόδου ή στο 12,61% του εισπραχθέντος από το κράτος – κατά τη συγκεκριμένη περίοδο - φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.

Το ποσοστό αυτό φαντάζει και είναι σημαντικό, ιδιαιτέρως δε, αν συγκριθεί με τα αποτελέσματα αντίστοιχων ερευνών σε προηγμένες οικονομικά χώρες. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Sandford, Godwin και Hardwick (1989)(1) εκτίμησαν το κόστος συμμόρφωσης που επωμίζονται οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων στο επίπεδο του 2,2%του αντίστοιχου εσόδου που συλλέγεται. Στη Γερμανία, τα κόστη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων υπολογίστηκαν στο επίπεδο του 5% του αντίστοιχου εσόδου που συλλέγεται (Hörner, 2008)(2). Αυτή η -συγκριτικά- μη ικανοποιητική «επίδοση» του φορολογικού μας συστήματος αποτελεί μία ισχυρή ένδειξη ότι υφίστανται σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στη διαδικασία της φορολογικής συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, ιδιαιτέρως δε, αν κάποιος αναλογιστεί ότι οι πόροι των ελληνικών επιχειρήσεων στην περίοδο της χρηματοοικονομικής κρίσης είναι ανεπαρκείς και δεν μπορούν να σπαταλώνται προς μη παραγωγικές κατευθύνσεις. Αντιθέτως, το ελληνικό φορολογικό σύστημα φαίνεται ότι αποδίδει σε παρόμοιο επίπεδο (ή ακόμη και καλύτερα) σε σύγκριση με χώρες, όπως είναι η Κροατία και η Σλοβενία, όπου ο αντίστοιχος δείκτης κόστους συμμόρφωσης προς τα αντίστοιχα φορολογικά έσοδα που συλλέγονται έχει εκτιμηθεί στο επίπεδο του 11,7% και 16,2%, αντίστοιχα (Klun & Blažić, 2005)(3). Επισημαίνεται ότι δεν υφίστανται αξιόπιστες ποσοτικές μελέτες για τις υπόλοιπες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος κ.λπ.).

Όσον αφορά δε, τους προσδιοριστικούς παράγοντες του κόστους συμμόρφωσης με τη φορολογική νομοθεσία, διαπιστώθηκε η στατιστικώς σημαντική συσχέτισή του με μία σειρά μεταβλητών που συνδέονται με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων, όπως είναι το μέγεθος της επιχείρησης, η διάρκεια ζωής της, η νομική της μορφή, ο αριθμός των υπαλλήλων της, η δραστηριοποίησή της μέσω εξαγωγών, ο κλάδος της καθώς και η τοποθεσία στην οποία δραστηριοποιείται.

Η έρευνα αυτή μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο, προκειμένου οι αρμόδιοι φορείς να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα του ζητήματος των διοικητικών βαρών στο ελληνικό φορολογικό σύστημα. Σε μία περίοδο κατά την οποία αποτελεί αναντίρρητη ανάγκη η ελληνική οικονομία να αποκτήσει φιλικότερο προς τις επενδύσεις πρόσωπο, ο περιορισμός του γραφειοκρατικού κόστους που επωμίζονται οι επιχειρήσεις πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στρατηγικής σημασίας για τους διαμορφωτές της φορολογικής πολιτικής. Επιπροσθέτως, η ανάλυση που πραγματοποιείται μπορεί να αξιοποιηθεί και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν, στη βάση των συγκεντρωτικών αποτελεσμάτων της έρευνας, να αξιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται με τη φορολογική νομοθεσία και να προχωρήσουν στις απαραίτητες προσαρμογές, όπου και εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η έρευνα αποτελεί στο σύνολό της μέρος της διδακτορικής διατριβής του Σταματόπουλου Ιωάννη, διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιώς και διαχειριστή του Forin.gr και έχει εγκριθεί προς δημοσίευση στο διεθνές ακαδημαϊκό περιοδικό Advances in Taxation (Volume 24, 2017) με τίτλο “Corporate Income Tax Compliance Costs and their Determinants: Evidence from Greece” (συγγραφείς: Ioannis Stamatopoulos, Stamatina Hadjidema, Konstantinos Eleftheriou).


(1) Sandford, C.T., Godwin, M., & Hardwick, P. (1989). Administrative and Compliance Costs of Taxation. Fiscal Publications, Bath.

(2) Hörner, S.C. (2008). National Report Germany, in: Lang, M., Obermair, C.,  Schuch, J., Weninger, P.,  Staringer, C. (Eds.), Tax Compliance Costs for Companies in an Enlarged European Union, EUCOTAX Series on European Taxation, Kluwer Law International, 191-218.

(3) Klun, M., & Blažić, H. (2005). Tax compliance costs for companies in Slovenia and Croatia. FinanzArchiv/Public Finance Analysis, 61(3), 418-437.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ