Grant Thornton Φοροδοξίες, 18.01.2026
Γνωρίζετε ότι...
Αμφισβητείται το τεκμήριο για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από την αγορά ακινήτου εφόσον αποδειχθεί ότι καταβλήθηκε χαμηλότερο τίμημα έναντι της αντικειμενικής αξίας.
Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε το έτος 2010 σε φορολογούμενους φόρο εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2009 με την προσθήκη στο αρχικώς δηλωθέν εισόδημα αυτών διαφοράς τεκμηρίου από την αγορά ακινήτου το έτος 2009. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο και Εφετείο έκριναν ότι νομίμως η φορολογική αρχή απέβλεψε στην αντικειμενική αξία του επίμαχου ακινήτου, καθώς είχε καταστεί οριστική, εφόσον οι φορολογούμενοι δεν είχαν αμφισβητήσει τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου κατά τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης ακινήτου με την κατά το νόμο ειδική προσφυγή. Το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι εφόσον ο φορολογούμενος αποδεικνύει ότι το κατώτερο της αντικειμενικής αξίας τίμημα που αναγράφεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο είναι το πράγματι καταβληθέν, ως ποσό για τον υπολογισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης και τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος λαμβάνεται το πράγματι καταβληθέν χωρίς την άσκηση της ανωτέρω ειδικής προσφυγής (ΣτΕ 2086/2025).
Η παραγραφή για καταλογισμό φόρου σε προσαύξηση εισοδήματος που προκύπτει από λογαριασμούς αλλοδαπής δεν παρατείνεται όταν τα στοιχεία είναι ήδη γνωστά στη φορολογική αρχή.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε κατά απόφασης που επικύρωνε καταλογισμό προσαύξησης περιουσίας, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία για τα υπόλοιπα και τις κινήσεις των τραπεζικών του λογαριασμών στην αλλοδαπή είχαν ήδη περιέλθει στη φορολογική αρχή εντός της πενταετούς παραγραφής, καθιστώντας αδύνατη την παράτασή της. Το Διοικητικό Εφετείο είχε αντίθετα κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν συμπληρωματικά στοιχεία και επομένως επέτρεπαν την παράταση της παραγραφής, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του φορολογούμενου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της πρωτογενούς φορολογικής αρχής (ΣΔΟΕ) εντός της πενταετίας και συνεπώς δεν συνιστούσαν συμπληρωματικά στοιχεία που να δικαιολογούν την επιμήκυνση της παραγραφής. Επομένως, το ΣτΕ δέχεται την αίτηση του φορολογούμενου και ακυρώνει την καταλογιστική πράξη για τη εν λόγω χρήση, η οποία εκδόθηκε μετά την λήξη της παραγραφής (ΣτΕ 1503/2025).
Η απόδειξη ύπαρξης ταμειακών διαθεσίμων δεν επαρκεί για να καλύψει καταθέσεις άγνωστης προέλευσης.
Έπειτα από φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκαν σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς φορολογούμενου, οι οποίες δεν συνδέονταν σαφώς με δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλες νόμιμες πηγές. Ο φορολογούμενος ισχυρίστηκε ότι τα ποσά προέρχονταν από πωλήσεις μετοχών, αποπληρωμές ομολόγων και μεταφορά κεφαλαίων, και επικαλέστηκε ότι το βάρος απόδειξης της προέλευσης βαρύνει καταρχήν τη φορολογική αρχή και ότι η ύπαρξη διαθεσίμων αρκεί για να καλύψει τις καταθέσεις. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή μπορεί να στηρίζεται σε έμμεσες αποδείξεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα έγγραφα στοιχεία, παρέχουν επαρκή βάση για τη φορολόγηση των καταθέσεων ως άγνωστης προέλευσης. Παράλληλα, τόνισε ότι δεν αρκεί η απλή ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων αλλά απαιτείται σαφής σύνδεση των καταθέσεων με συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία. Κατά συνέπεια, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας ότι δεν υπήρξε ανεπίτρεπτη μετάθεση του βάρους απόδειξης και ότι οι επίμαχες καταθέσεις θεωρήθηκαν νόμιμα ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης (ΣτΕ 1499/2025).
Η μη τήρηση τυπικών υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως απώλεια του δικαιώματος απαλλαγής από ΦΠΑ για συναλλαγές σε επενδυτικό χρυσό.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η απαλλαγή χορηγείται εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή ότι το αντικείμενο είναι επενδυτικός χρυσός και η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε, ακόμη και αν δεν υποβλήθηκαν ειδική δήλωση, συγκεντρωτικές καταστάσεις ή κατάλογος νομισμάτων. Η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας επιβάλλει να μην χάνεται το δικαίωμα απαλλαγής λόγω τυπικών παραλείψεων, εκτός αν αυτές δυσχεραίνουν την απόδειξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων, κάτι που πρέπει να κρίνεται με αιτιολογημένη απόφαση της φορολογικής διοίκησης. Αντίθετα, η απαλλαγή αποκλείεται μόνο όταν αποδειχθεί συμμετοχή σε φοροδιαφυγή ή όταν η έλλειψη τυπικών στοιχείων καθιστά αδύνατη την εξακρίβωση της πραγματικής συναλλαγής (ΣτΕ 1729/2025).
Δεν επιτρέπεται το διοικητικό δικαστήριο να λαμβάνει υπόψιν του πραγματικά στοιχεία που δεν υφίσταντο κατά την έκδοση της διοικητικής πράξης καταλογισμού φόρου κατά της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή.
Με την απόφαση εξετάζονται τα όρια της δικαστικής και διοικητικής εξουσίας κατά τον επανέλεγχο φορολογικών υποθέσεων. Κρίθηκε ότι, όταν διοικητικό δικαστήριο διατάσσει επανέλεγχο για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, η φορολογική αρχή δεν επιτρέπεται να μεταβάλει τα πραγματικά στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της αρχικής πράξης καταλογισμού. Συγκεκριμένα, ποσά τραπεζικών καταθέσεων που εντοπίζονται ή αξιολογούνται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, διότι αντανακλούν διαφορετικά εισοδήματα και, συνεπώς, διαφορετικές παραβάσεις από εκείνες που είχαν αρχικά διαπιστωθεί. Η λήψη υπόψη τέτοιων στοιχείων θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της πραγματικής βάσης της φορολογικής εγγραφής και του αντικειμένου της δίκης, καθώς και σε επιδείνωση της θέσης του φορολογούμενου (ΣτΕ 279/2023).
Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!