Νομολογία

Στε 1625/2019

Αριθμός 1625/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Ν. Σεκέρογλου, Μ. Σκανδάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 20 Μαΐου 2016 αίτηση:

του Μιχαήλ Ποθητάκη, κατοίκου Χαλκίδας (οδός Μιαούλη αρ. 38), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 3443/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ν. Σεκέρογλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1408796-7, 2546914/2016 ειδικά έντυπα παραβόλου Α΄ σειράς).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3443/2015 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Με την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μετά την 1167/2012 αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 157/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδος, μεταρρυθμίστηκε η 160/7.2.1996 πράξη επιβολής προστίμου στον αναιρεσείοντα ποσού 186.470.000 δραχμών για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων του Προϊσταμένου ΔΟΥ Χαλκίδος και περιορίστηκε το ποσό που οφείλει ο αναιρεσείων σε 50.840.000 δραχμές (149.200 ευρώ). Με την ως άνω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδος είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος και είχε ακυρωθεί η ως άνω πράξη επιβολής προστίμου.

3. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), ορίζει ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου» [η ως άνω διάταξη επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄ 240/22.12.2016), που αντικατέστησε, από 22.12.2016, την παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989].

Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ (...)».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται σωρευτικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων τόσο της παραγράφου 3 του, κατά τα ως άνω, τροποποιηθέντος άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όσο και του προβλεπομένου στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου ελαχίστου ποσού της διαφοράς.

Ειδικότερα, επί διαφοράς της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, επί ζητήματος δηλαδή αναγομένου στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του δικαίου (ουσιαστικού ή δικονομικού), η οποία (ερμηνεία) είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου ομοίως νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, το δε κριθέν από αυτά νομικό ζήτημα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών (ΣτΕ 1700-3/2017, 2836-9/2016, 2977/2015, 4163/2012 κ.ά.).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίκληση της ελλείψεως νομολογίας ή της αντιθέσεως σε νομολογία, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τις ως άνω διατάξεις, δεν νοείται αναφορικά με ζητήματα αιτιολογίας περιοριζόμενα στο πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως, αλλά πρέπει να αφορά αποκλειστικά ζητήματα τα οποία, αναγόμενα στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, μπορεί, ως εκ τούτου, να έχουν γενικότερη σημασία (ΣτΕ 677/2017, 1913/2015 κ.ά.).

4. Επειδή από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων που διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο «Πολιτικός Μηχανικός-Εργολάβος Δημοσίων Έργων» παρέλαβε και καταχώρησε, κατά τη διαχειριστική περίοδο 1992, 11 Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών που είχαν εκδοθεί από τον Τιμολέοντα Αθ. Κανατά για εργασίες χωματουργικές, γενικών εσκαφών, εκβραχισμών, επιχώσεων κ.λπ.

Για τα ως άνω τιμολόγια, τα ελεγκτικά όργανα της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας έκριναν ότι οι εργασίες που περιγράφονται σε αυτά δεν εξετελέσθησαν από τον εκδότη τους και ότι, ως εκ τούτου τα στοιχεία αυτά είναι εικονικά.

Το δικάσαν εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη, ότι οι αρμόδιοι ελεγκτές της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας διαπίστωσαν από τους ελέγχους που διενέργησαν στην ατομική επιχείρηση του Τιμ. Κανατά ότι αυτός ναι μεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και η επιχείρησή του είχε ως αντικείμενο εργασιών την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, πλην όμως δεν είχε την υποδομή να εκτελέσει τις εργασίες που περιγράφονται στα ως άνω ένδικα τιμολόγια, ενώ, εξάλλου, δεν επεδείχθησαν συμφωνητικά ανάθεσης των ανωτέρω εργασιών προσηκόντως θεωρημένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990, ούτε σχετικές γνωστοποιήσεις, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 820/1978, και ότι η κρίση των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων που προσκόμισε ο αναιρεσείων, συνεκτιμάται αλλά δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, δέχθηκε ότι οι εργασίες που περιγράφονται στα ένδικα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τον Τιμ. Κανατά δεν εξετελέσθησαν από αυτόν, αλλά από τρίτα άγνωστα πρόσωπα, τα οποία ο αναιρεσείων κάλυπτε. Βάσει των ανωτέρω, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα τιμολόγια ήταν εικονικά, ότι στοιχειοθετούνται, ως προς τα τιμολόγια αυτά, οι παραβάσεις που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα με την 160/7.2.1996 απόφαση απόφασης επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας και ότι νόμιμα του επιβλήθηκε για τις παραβάσεις αυτές πρόστιμο, το συνολικό ύψος του οποίου, ενόψει του είδους και της βαρύτητας των παραβάσεων, έπρεπε να περιοριστεί σε 50.840.000 δραχμές ή 149.200 ευρώ.

5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν εφετείο έσφαλε, διότι α) δεν εξέτασε τους προβληθέντες με την προσφυγή ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά με τη μη εικονικότητα των επίδικων ως άνω τιμολογίων που έλαβε και καταχώρησε ο αναιρεσείων, β) προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τα ως άνω τιμολόγια, ενόψει και των υπ’ αριθμ. 375/1997 και 4526/1997 αθωωτικών αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με τις οποίες είχαν αθωωθεί τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο Τιμ. Κανατάς από τις κατηγορίες για έκδοση και λήψη εικονικών τιμολογίων και γ) αιτιολόγησε πλημμελώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως προβάλλεται ότι “για το υπό κρίσιν ζήτημα δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας”.

Με τους προβαλλόμενους, όμως, λόγους αναιρέσεως δεν τίθενται νομικά ζητήματα, αλλά αμφισβητείται κατ’ ουσίαν μόνον η ορθότητα, πληρότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση της αποδοθείσας στον αναιρεσείοντα παράβασης της λήψης των 11 εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι τίθενται ζητήματα συνδεόμενα με το πραγματικό της υποθέσεως και την κακή ή μη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου της ουσίας, ενώ, εξάλλου, από τυχόν πλημμέλεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που συνδέεται με το πραγματικό της υπόθεσης και τυχόν κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δεν μπορεί, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 3, να προκύψει αντίθεση ή έλλειψη νομολογίας που να καθιστά παραδεκτούς τους ως άνω λόγους αναιρέσεως (ΣτΕ 3073, 2345/2017, 4183/2015 κ.ά.).

Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί μη υπάρξεως νομολογίας προβάλλεται αορίστως, καθόσον δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε στον ν. 3900/2010 ούτε προσδιορίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο ως προς ποιό ή ποιά από τα ζητήματα που τίθενται με τους περιλαμβανόμενους στο δικόγραφο λόγους αναίρεσης, κρίσιμο για την επίλυση της ένδικης διαφοράς, δεν υπάρχει, υπό την εκτεθείσα έννοια, νομολογία του Δικαστηρίου (ΣτΕ 3145, 577, 575/2017, 2439, 2375-77/2016, 4429, 2702, 2193/2015 κ.ά.).

Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στα τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2018

Η Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ε. Σάρπ

Η Γραμματέας Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2019.

Η Πρόεδρος του Β´ Τμήματος Ε. Σάρπ

Η Γραμματέας Κ. Κεχρολόγου

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!