Οικονομικές Ειδήσεις

Βουλή Σημαντικές τροπολογίες του Υπουργείου Εργασίας

Βουλή : Σημαντικές τροπολογίες του Υπουργείου Εργασίας

Δύο τροπολογίες του Υπουργείου Εργασίας κατατέθηκαν στο σχέδιο νόμου με τίτλο "Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα".

Με τις τροπολογίες αυτές:

  • καταργείται η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 4554/2018, με την οποία επιχειρήθηκε η γενική νομοθετική ρύθμιση για την κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων
  • καταργείται η διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 4611/2019, με την οποία επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς η μεταβολή της ισχύουσας από το έτος 1920 εργατικής νομοθεσίας, όπως αυτή ουσιαστικά ολοκληρώθηκε το έτος 1955, σχετικά με τις αιτίες λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις συνέπειες αυτής που ουσιαστικά αναφέρονται στην αποζημίωση απόλυσης
  • προστίθενται συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις στο ν. 4387/2016

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ

Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι εργαζομένων

Με την παράγραφο 1 του παρόντος καταργείται η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 4554/2018, με την οποία επιχειρήθηκε η γενική νομοθετική ρύθμιση για την κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι των εργαζομένων η οποία στην πράξη προκάλεσε εκτεταμένη σύγχυση και δυσκολίες εφαρμογής που είχαν ως αποτέλεσμα, αφενός την άμβλυνση της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων έναντι του εργοδότη τους και αφετέρου τη διάχυση της ευθύνης του εργοδότη προς τους αντισυμβαλλομένους του στο πλαίσιο συμβάσεων εκτέλεσης έργων, παροχής υπηρεσιών κ.λπ., αλλά και των σχέσεων αυτών με τρίτους στο πλαίσιο συμβάσεων υπεργολαβίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι διατάξεις της ως άνω ρύθμισης, όπως ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 9 του Ν. 4554/2018, δεν εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις του Ν. 4412/2016, καθότι ήδη το ισχύον νομικό πλαίσιο αποσαφηνίζει τις σχέσεις κυρίου του έργου και αναδόχου και των υπεργολάβων αυτού.

Η ως άνω διάταξη επιχείρησε ανεπιτυχώς να αντιμετωπίσει προβλήματα εργασιακών σχέσεων στις κάθε είδους συμβάσεις εξωτερίκευσης υπηρεσιών μιας επιχείρησης προς τρίτους (outsourcing), των οποίων η ποικιλία, η πολυπλοκότητα και η δυναμική δεν επιτρέπει τον εντοπισμό αλληλέγγυας ευθύνης μεταξύ αναθέτοντος την εκτέλεση υπηρεσίας ή έργου και του παρόχου αυτής με μέσα και προσωπικό που διαθέτει ο πάροχος.

Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 9 του Ν.4554/2018 πρέπει να καταργηθεί ώστε να είναι σαφής η ευθύνη του εργοδότη έναντι των εργαζομένων που αυτός απασχολεί, ανεξαρτήτως των συμβατικών σχέσεων που αναπτύσσει ο εργοδότης με τρίτους ως επιχειρηματίας.

2. Βάσιμος λόγος απόλυσης και αναστολή προθεσμιών κατά την συμφιλιωτική διαδικασία και τη διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών.

Α) Με την παράγραφο 2 του παρόντος καταργείται η διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 4611/2019, με την οποία επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς η μεταβολή της ισχύουσας από το έτος 1920 εργατικής νομοθεσίας, όπως αυτή ουσιαστικά ολοκληρώθηκε το έτος 1955, σχετικά με τις αιτίες λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις συνέπειες αυτής που ουσιαστικά αναφέρονται στην αποζημίωση απόλυσης.

Η ως άνω καταργούμενη διάταξη, που αναφέρθηκε ακροθιγώς στο άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη παρακάμπτοντας επί της ουσίας και την πολυετή νομική θεωρία καί νομολογία για την προστασία του δικαιώματος εργασίας, που θεμελιώνεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Συντάγματος, αλλά και στα άρϋρα 288 και 281 του Αστικού Κώδικα, που ερμηνεύοντο πάντοτε συνδυαστικά με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν.3198/1955, όπως ισχύουν, εισή-γαγε την έννοια «του βάσιμου λόγου», ως σωρευτικό κριτήριο, για το έγκυρο της καταγγελίας, μαζί με την αποζημίωση απόλυσης, τον έγγραφο τύπο και την καταχώ-ρηση της απασχόλησης του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ) μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο σύγχυση και στρέβλωση τελικά του πνεύματος και του γράμματος του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ως προς τα ξεχωριστά και διακριτά προστατεύομε να δικαιώματα των εργαζομένων που θεσπίζονται με αυτό.

Πιο συγκεκριμένα:

Ο Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που κυρώθηκε με το Ν. 4359/2016 (Α 5), αποτελεί την επιτομή των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και είναι ένας από τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τα προβλέψεις τους για τους εργοδότες, τους εργαζόμενους και το κράτος, συνθέτουν μία ισορροπία μεταξύ αντίρροπων στόχων όπως, ενδεικτικά, η εμπέδωση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και η υψηλή απασχόληση, η ασφάλεια των θέσεων εργασίας και η ευημερία που προέρχεται από ανταγωνιστικές παραγωγικές μονάδες. Ειδικότερα, το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη αναφέρει τα εξής:

",Άρθρο 24 - Το δικαίωμα προστασίας σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας

Με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, τα Μέρη αναλαμβάνουν να αναγνωρίζουν:

Α. το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας Β. το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση.

Για αυτόν τον σκοπό τα Μέρη αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν ότι ο εργαζόμενος, που θεωρεί ότι η σχέση εργασίας του έχει λυθεί χωρίς βάσιμο λόγο, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε αμερόληπτο όργανο."

Επομένως, αναφορικά με τις προβλέψεις του Άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που κυρώθηκε με το Ν. 4359/2016 (Α 5), η χώρα μας ήταν σε καθεστώς συμμόρφωσης με το καθεστώς που ήδη ίσχυε, όπως ενδεικτικά κρίθηκε πρόσφατα και με την απόφαση του Αρείου Πάγου 1512/2018 σύμφωνα με την οποία, «...Λ. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174,180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί καί να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 καί, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

2. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20-1-2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Πράγματι, είναι αληθές ότι με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας". Περαιτέρω, όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται......

Β) Πέραν αυτών με την επίσης καταργούμενη διάταξη του άρθρου 58 του ίδιου νόμου, θεσπίστηκε η αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση της προ-βλεπόμενης από το νόμο αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καταφανώς παραβλέποντας ότι οι αποσβεστικές προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955 αποβλέπουν στη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας δικαίου για την έγερση αγωγής με αντικείμενο την ακυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ή την καταβολή ή τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και παράλληλα προστασία του δικαιώματος των εργαζομένων στην εργασία. Η διάταξη του άρθρου 58 του ν.4611/2019 δημιουργεί χρονική αβεβαιότητα και επομένως παράταση της άσκησης του δικαιώματος του εργαζόμενου με αίτημα την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή τη καταβολή ή τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, γεγονός που οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου.

Συνεπώς, οι ως άνω καταργούμενες διατάξεις των άρθρων 48 και 58 του Ν. 4611/2019, αφενός ανατρέπουν την ισορροπία της εθνικής νομοθεσίας σε σχέση με την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας τους ένεκα καταγγελίας, και αφετέρου δεν είναι ευθύγραμμες και συνεπείς με το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το Ν. 4359/2016 (Α' 5).

Με την κατάργηση των ανωτέρω διατάξεων διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, η εργασιακή ειρήνη, οι προσλήψεις και οι θέσεις εργασίας, αποτρέπο-ντας τη σύγχυση, εξασφαλίζοντας περαιτέρω την ανάπτυξη και αποκαθιστώντας την κανονικότητα στην αγορά εργασίας, σύμφωνα πάντα με τον Ευρωπαϊκό και Εθνικό νομοθέτη και την νομολογία του Εθνικού Δικαστή.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο..............

Τροποποιήσεις διατάξεων εργατικής νομοθεσίας

1. Το άρθρο 9 του ν. 4554/2018 καταργείται αφότου ίσχυσε.

2. α) Τα άρθρα 48 και 58 του ν. 4611/2019 (Α 73) καταργούνται αφότου ίσχυσαν.

β) Δεν θίγονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει και του ν. 3198/1955 όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016 (Α' 5).

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ

ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση και άλλα επείγοντα ζητήματα»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Με την προτεινόμενη διάταξη θεσπίζεται ανώτατο ποσό μηνιαίας σύνταξης ή συντάξεων για όλες τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου που απονέμονται από τον ΕΦΚΑ ή επανυπολογίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016.

Ειδικότερα με το ν. 4387/2016 καθιερώθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης για το σύνολο των φορέων που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου .

Η κύρια σύνταξη που χορηγείται πλέον από τον ΕΦΚΑ, αποτελείται από:

α) το τμήμα της Εθνικής σύνταξης, το ύψος της οποίας κυμαίνεται από 345,60 - 384,00 ευρώ ανάλογα με τα έτη ασφάλισης (τουλάχιστον 15 και άνω) και χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και

β) το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης, το οποίο υπολογίζεται αφενός με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου (ήτοι τις αποδοχές/εισόδημα επί των οποίων κατέβαλλε εισφορές καθ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου) και αφετέρου τα ποσοστά αναπλήρωσης που ορίζονται στο άρθρο 8 του ν. 4387/2016 και τα οποία προσδιορίζονται βάσει του συνολικού χρόνου ασφάλισης. Ειδικότερα, εισάγεται ως ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών το δωδεκαπλάσιο του εκάστοτε ισχύοντος νόμιμου κατώτατου μισθού, προσδιορίζοντας με αυτό τον τρόπο εμμέσως ανώτατο όριο συντάξεων.

Το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας παραμένει διανεμητικό (pay as you go). Είναι δημόσιο σύστημα υποχρεωτικής, καθολικής ασφάλισης με ισχυρή συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού στη χρηματοδότηση του. Λειτουργεί διανεμητικά υπέρ των χαμηλών συντάξεων, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο επαρκές επίπεδο διαβίωσης σε όλους τους συνταξιούχους .

Κατά την πρώτη εφαρμογή του ν. 4387/2016 ορίστηκε ότι για τον υπολογισμό της σύνταξης λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές/εισόδημα του ασφαλισμένου από το έτος 2002 και εφεξής.

Ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης από το έτος 2002 έως και το έτος 2016 έχει ως αποτέλεσμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την απονομή συντάξεων που αλλοιώνουν την αρχή της ανταποδοτικότητας και της δίκαιης αναδιανομής που θα πρέπει να διέπουν με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα βιωσιμότητα αυτού και επάρκεια παροχών.

Κατά το προϊσχύσαν του ν. 4387/2016 πλαίσιο και ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.2084/1992 είχε θεσπιστεί ανώτατο όριο καταβλητέας μηνιαίας σύνταξης για τους φορείς μισθωτών και με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.2042/1992 είχε θεσπιστεί γενικό ανώτατο όριο καταβλητέου ποσού σύνταξης ή συντάξεων από οποιοδήποτε ασφαλιστικό φορέα.

Κατ' επέκταση αυτού καθίσταται αδήριτη ανάγκη η καθιέρωση ανώτατου ορίου και για τις συντάξεις που υπολογίζονται με βάση τις διατάξεις του ν.4387/2016 και μέρος του χρόνου ασφάλισης ανάγεται στο διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2016.

Σημειώνεται ότι η θέσπιση ανωτάτου ορίου καταβλητέας σύνταξης είναι συμβατή με τη νομολογία του ΣτΕ που έχει κρίνει ότι ο νομοθέτης «δύναται να μεταβάλει το ύψος των ασφαλιστικών παροχών με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου των παροχών που ήδη χορηγούνται».

Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται και για τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας, θανάτου που υπολογίζονται ή επανυπολογίστηκαν με βάση τις διατάξεις του ν.4387/2016 ανώτατο ποσό μηνιαίας κύριας σύνταξης , εφόσον έχει υπολογιστεί χρόνος ασφάλισης που ανάγεται σε χρονικό διάστημα έως και 31.12.2016.

Το θεσπιζόμενο ανώτατο ποσό σύνταξης είναι ενιαίο και ορίζεται στο 12πλάσιο της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, όπως ισχύει κάθε φορά, ήτοι σήμερα στο ποσό των 4.608 ευρώ και υπερβαίνει κατά πολύ τα προϊσχύοντα ανώτατα όρια συντάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ανώτατο όριο σύνταξης για τους έως 31.12.1992 ασφαλισμένους των πρώην ειδικών Ταμείων ανερχόταν σε 2773,00 ευρώ, ενώ για τους ασφαλισμένους του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε 2373,50 ευρώ.

Το θεσπιζόμενο ανώτατο ποσό σύνταξης δεν καταλαμβάνει το επίδομα απόλυτης αναπηρίας καθώς και το επίδομα παρα- τετραπληγίας , συνεκτιμομένων των αυξημένων αναγκών που αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι αυτών ακόμα και αν λαμβάνουν υψηλές συντάξεις .

το θεσπιζόμενο ανώτατο ποσό σύνταξης εφαρμόζεται και επί των συντάξεων που χορηγούνταν κατά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 και οι οποίες επανυπολογίστηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ...

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΣΤΟ ΝΟΜΟ 4387/2016

Προσδιορισμός ακαθαρίστου συνολικού ποσού

1. Το συνολικό ακαθάριστο ποσό κάθε μηνιαίας κύριας σύνταξης ή περισσότερων της μιας συντάξεων λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου που χορηγούνται από τον ΕΦΚΑ και εφόσον μέρος του χρόνου ασφάλισης διανύθηκε ή ανάγεται έως και 31-12-2016, ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο στο δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016 που αντιστοιχεί σε είκοσι χρόνια ασφάλισης, όπως το ποσό αυτής ισχύει κάθε φορά. Το οριζόμενο στο προηγούμενο εδάφιο ανώτατο όριο καταλαμβάνει και τις κάθε είδους προσαυξήσεις της σύνταξης ή των συντάξεων, ενώ δεν καταλαμβάνει τα ποσά των χορηγούμενων από τον ΕΦΚΑ επιδομάτων αναπηρίας.

2. Το ανώτατο όριο της παρ.1 εφαρμόζεται και στις συντάξεις που έχουν χορηγηθεί έως και την 12.5.2016 ή ανατρέχουν στην ίδια ημερομηνία και οι οποίες επανυπολογίστηκαν με βάση τα άρθρα 14 και 33 του ν.4387/2016 όπως ισχύουν. Η τυχόν προσωπική διαφορά που έχει προκύψει από την αναπροσαρμογή ανακαθορίζεται με βάση το νέο ανώτατο όριο.

3. Ποσά συντάξεων που έχουν ήδη απονεμηθεί μετά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 και υπερβαίνουν το ανώτατο όριο της παρ.1, προσαρμόζονται στο οριζόμενο από τις παρ.1 και 2 ποσό. από την ημερομηνία έναρξης καταβολής τους . Τυχόν επιπλέον διαφορές συντάξεων αναζητούνται άτοκα ως καλοπίστως εισπραχθείσες και επιστρέφονται με παρακράτηση σε ποσοστό 20% της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως .

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!