Νομολογία

ΣτΕ 1340/1999

Αριθμός 1340/1999 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΤΜΗΜΑ Β' 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 1998 με την εξής  σύνθεση: Θ. Χατζηπαύλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση  του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα,  Σ. Καραλής, Ε. Γαλανού, Σύμβουλοι, Ε. Αναγνωστοπούλου, Σ. Βιτάλη, Πάρεδροι.  Γραμματέας η Π. Στεργιοπούλου. 

Για να δικάσει την από 14 Αυγούστου 1997 αίτηση:  της Ευαγγελίας Μπομπόλου, κατοίκου Αθηνών (Βεΐκου 100), η οποία παρέστη με  τον δικηγόρο Ν. Σαββόπουλο (Α.Μ. 2228), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,  κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Σ. Δέτση, Πάρεδρο  του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ.  3716/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Σ.  Βιτάλη. 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος  ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να  γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή  της. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του  δικαστηρίου και 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 

Σκέφθηκε κατά το Νόμο 


1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχουν καταβληθεί τα νόμιμα  τέλη και το παράβολο (διπλότυπο εισπράξεως Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών  6295906/1997 και ειδικό έντυπο παραβόλου Α 1033250/1997) ζητείται, παραδεκτώς,  η αναίρεση της υπ' αριθμ. 3716/1996 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών,  με την οποία απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4374/1995  αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση  είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της σιωπηρής απορρίψεως  αιτήματός της περί μερικής ανακλήσεως της δηλώσεώς της φορολογίας εισοδήματος  οικονομικού έτους 1994. 

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του  Συντάγματος προκύπτει ότι τούτο καθιερώνει ευθέως την αρχή της διακρίσεως των  τριών λειτουργιών, τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες. Ειδικώς για τη  δικαστική λειτουργία, καθιερώνεται, με τις ίδιες διατάξεις του Συντάγματος, ως  ουσιώδες χαρακτηριστικό της, η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως  και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο  λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, το  Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που  συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι'  αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας  πραγματοποιείται αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία  των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής το Σύνταγμα θεωρεί  και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει  ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σ' αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το  λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και συνεπώς,  λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι  κατώτερων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Από τα  πιο πάνω έπεται ότι χορήγηση σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών (νομοθετικής  και εκτελεστικής) αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα  αντίστοιχα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστές) παραβιάζει ευθέως τις  ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος. Η παραβίαση των ως άνω συνταγματικών  διατάξεων δια της χορηγήσεως αποδοχών σε όργανα των άλλων λειτουργιών του  Κράτους μεγαλύτερων από τις χορηγούμενες στους δικαστές αποδοχές (ως αποδοχών  νοουμένων των καθαρών αποδοχών που χορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο,  περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς του,  όπως φορολογικών απαλλαγών από το εισόδημα σχετικών εξαιρέσεωνκ.λ.π.), έχει ως  συνέπεια την κατ' ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 88 του  Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 αυτού,  αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών, δια της χορηγήσεως και σ' αυτούς, με τον  ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών με τις αποδοχές των ως άνω  οργάνων των άλλων λειτουργιών. Εξ άλλου, το άρθρο 63 του Συντάγματος ορίζει,  στην μεν παρ. 1 ότι "Οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους,  δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος τους καθορίζεται με  απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής" και στην παρ. 2 ότι "Οι βουλευτές  απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή  της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής". Με την από 22-12-1964  απόφαση της Βουλής (συνεδρίαση ΚΔ της 22-12-1964), ορίσθηκε, κατ' εφαρμογή του  άρθρου 75 του Συντάγματος του έτους 1952, αντίστοιχου προς το ως άνω άρθρο 63  του ισχύοντος Συντάγματος, ότι "Η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς  το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως  παρεχομένων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του ανωτάτου δικαστικού λειτουργού", η  απόφαση δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ζ/1975  Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής (φ. 23/18-2-1975, τ. Α), το οποίο, κατά  την παρ. 2 του άρθρου 111 του ισχύοντος Συντάγματος, εξακολουθεί να ισχύει και  κατά τις αντιτιθέμενες στο Σύνταγμα διατάξεις του, επιτρεπομένης της  τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του δια νόμου. Με την παρ. 2 του άρθρου 1 του εν  λόγω Ψηφίσματος ορίσθηκε ότι "Η βουλευτική αποζημίωσις καθορίζεται εις το εν τη  προηγουμένη παραγράφω ποσόν, εν όψει των σημερινών περιστάσεων, προς κάλυψιν  των δαπανών δια την άσκησιν του λειτουργήματος του Βουλευτού κατά το ήμισυ και  δια την κάλυψιν των δαπανών διαβιώσεως αυτού κατά το έτερον ήμισυ", με τα άρθρα  δε 2 και 3 του πιο πάνω Ψηφίσματος χορηγήθηκαν στους βουλευτές διάφορες  απαλλαγές και ατέλειες άσχετες προς τις αποδοχές τους για την άσκηση του  λειτουργήματός τους (απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, ατέλεια τηλεφωνικής και  τηλεγραφικής επικοινωνίας, ατέλεια ελεύθερης μετακινήσεώς δια σιδηροδρόμων,  λεωφορείων, πλοίων και αεροπλάνων, οδοιπορικά έξοδα και αποζημίωση για  μετακινήσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, επίδομα για την οργάνωση και  λειτουργία γραφείου κ.λ.π.).

Οι απαλλαγές και ατέλειες αυτές αναπροσαρμόσθηκαν  ή διευρύνθηκαν με νεώτερα νομοθετήματα. Με τα άρθρα δε 37 παρ. 2 και 145 του  από 3-6-1987 Κανονισμού της Βουλής (106 Α) χορηγήθηκε στους βουλευτές το 1/20  της συνολικής αποζημιώσεώς τους για κάθε συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των  διαρκών επιτροπών της Βουλής και στο θερινό της Τμήμα. Μηνιαία αποζημίωση,  ισόποση προς τη βουλευτική και έξοδα παραστάσεως μη υποκείμενα σε φορολογία  καταβάλλονται, κατά τις παρ. 2 και 4 του άρθρου 6 του ως άνω Ζ/1975 Ψηφίσματος  στα μη έχοντα την ιδιότητα του βουλευτή μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, στην  παρ. δε 1 του άρθρου 5 του Ψηφίσματος, η οποία εφαρμόζεται, κατά την παρ. 5 του  άρθρου 6 αυτού, και επί της ως άνω αποζημιώσεως των μελών του Υπουργικού  Συμβουλίου που δεν έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, ορίζεται ότι "Εκ της  βουλευτικής αποζημιώσεως, μετά την αφαίρεσιν των κατά το άρθρο 1 κρατήσεων, το  ήμισυ αυτής, θεωρούμενον ως εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών, υπόκειται εις φόρον  αυτοτελώς επί τη βάσει της φορολογικής κλίμακος της παραγράφου 1 του άρθρου 9  του Ν.Δ. 3323/1955 "περί φορολογίας του εισοδήματος", του ετέρου ημίσεος  θεωρουμένου ως καλύπτοντος τας δαπάνας παραστάσεως κινήσεως και επικοινωνίας  του Βουλευτού". Τέλος, κατά το άρθρο 32 του ν. 1489/1984 (170 Α), η τελευταία  ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ'/1975 Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής εφαρμόζεται και επί της συντάξεως των βουλευτών, η οποία  καθορίζεται, κατά το άρθρο 4 του ν.δ. 99/1974 (295 Α), βάσει της βουλευτικής  αποζημιώσεως. Ενόψει των προεκτιθεμένων, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του  άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, με την οποία  αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως δια της απαλλαγής από τον  φόρο του ημίσεος αυτής, που θεωρήθηκε ότι καλύπτει δαπάνες παραστάσεως,  κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται δια των  παροχών (απαλλαγών και ατελειών) των χορηγουμένων σ' αυτούς κατ' εφαρμογή των  άρθρων 2 και 3 του Ψηφίσματος που ρυθμίζουν το θέμα των δαπανών των βουλευτών,  ερμηνευόμενη ενόψει των οριζομένων στα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του  Συντάγματος και των αρχών που προκύπτουν από τα άρθρα αυτά, ήτοι των αρχών της  διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών και της  ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και ενόψει της εξισώσεως, δια της ως  άνω από 22-12-1964 αποφάσεως της Βουλής, της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις  αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, είναι εφαρμοστέα και επί των  αποδοχών αυτών, προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, η εφαρμογή δε  αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις  αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη από τις διατάξεις αυτές,  δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του  Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων  του Ζ/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων (ΣτΕ  Ολ. 3670/1994). 

3. Επειδή, ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, ο οποίος επιβάλλει την εφαρμογή των  αναφερομένων στην φορολογική μεταχείριση της αποζημιώσεως των βουλευτών  διατάξεων του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής στις αποδοχές των εν  ενεργεία δικαστικών λειτουργών, συντρέχει για την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων  και στις συντάξεις των αποχωρησάντων από την υπηρεσία δικαστών και στη σύνταξη,  την οποία λαμβάνουν τα μέλη της οικογενείας θανόντων δικαστικών λειτουργών.  Τούτο δε διότι αποτελεί ουσιώδη, αναγκαία και αυτονόητη εγγύηση για την  εξασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του εν ενεργεία  δικαστικού λειτουργού το να γνωρίζει, κατά τον χρόνο που είναι εν ενεργεία και  ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα, ότι και μετά την έξοδό του από την υπηρεσία  (που είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί και για τη διαφύλαξη της προσωπικής  του δικαστικής ανεξαρτησίας), αλλά και σε περίπτωση θανάτου του, είτε πριν είτε  μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, ο ίδιος και τα μέλη της οικογενείας του  που θα συνταξιοδοτηθούν θα εξακολουθήσουν να έχουν την ίδια, ως προς τις  αποδοχές τους, μεταχείριση, και πάντως όχι δυσμενέστερη από τους εν ενεργεία  συναδέλφους του. Το τελευταίο αυτό, η ίδια μεταχείριση δηλ. των δικαιουμένων  συντάξεως μελών της οικογενείας θανόντος δικαστικού λειτουργού και των εν  ενεργεία δικαστικών λειτουργών ως προς τις αποδοχές τους, επιτυγχάνεται, ενόψει  του ότι η σύνταξη των μελών της οικογενείας θανόντος δικαστικού λειτουργού,  κατά το άρθρο 18 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ.  1041/1979,φ. 292 Α), ο οποίος είναι εφαρμοστέος και στις συντάξεις των  δικαστικών λειτουργών, συνίσταται σε ποσοστό της συντάξεως του θανόντος  δικαστικού λειτουργού (που κανονίζεται με βάση ποσοστό του μηνιαίου μισθού  ενεργείας του βαθμού που φέρει και μισθοδοτείται κατά την έξοδό του από την  υπηρεσία,βλ. άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου π.δ.τος) και με την ίδια προς τις  αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών φορολογική μεταχείριση της  συντάξεως αυτής, η οποία πραγματοποιείται με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων  του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής και στην ανωτέρω σύνταξη (ΣτΕ  1884/98 7μ.). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε,  αντιθέτως, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Ζ/1975 Ψηφίσματος δεν εφαρμόζονται επί  της συντάξεως, την οποία κατά το κρινόμενο έτος έλαβε η αναιρεσείουσα ως χήρα  δικαστικού λειτουργού, είναι μη νόμιμη και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τα βασίμως  προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται  διευκρίνηση στο πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα  κρίση. 

Διά ταύτα 

Δέχεται την αίτηση. 

Αναιρεί την 3716/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και  παραπέμπει την υπόθεση, κατά το σκεπτικό. 

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και 

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ανέρχεται σε  είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1998 

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας 

Θ. Χατζηπαύλου Π. Στεργιοπούλου 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 21 Απριλίου 1999. 

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας 

Η. Παπαγεωργίου Π. Στεργιοπούλου 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!