Νομολογία

ΣτΕ 3670/1994

Αριθμός 3670/1994

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Ο Λ Ο Μ Ε Λ Ε Ι Α

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 1994 με την εξής σύνθεση : Β. Μποτόπουλος, Πρόεδρος, Κ. Μ. Χαλαζωνίτης, Δ. Μαργαρίτης, Μ. Δεκλερής, Χ. Φατούρος, Α. Μαρίνος, Γ. Κουτνατζής, Αντιπρόεδροι, Φ. Κατζούρος, Ι. Τζεβελεκάκης, Γ. Γραίγος, Αδ. Φαρμάκης, Χ. Μακρίδης, Κ. Γ. Χαλαζωνίτης, Χ. Γεραρής, Λ. Οικονόμου, Σ. Σαρηβαλάσης, Γ. Δεληγιάννης, Ν. Παπαδημητρίου, Ηλ. Παπαγεωργίου, Π. Παραράς, Π.Ζ. Φλώρος, Π. Χριστόφορος, Ι. Μαρή, Μ. Βροντάκης, Σ. Χαραλαμπίδης, Θ. Χατζηπαύλου, Γ. Παναγιωτόπουλος, Φ. Στεργιόπουλος, Ν. Ντούβας, Γ. Σταυρόπουλος, Σ. Καραλής, Δ. Κωστόπουλος, Κ. Μενουδάκος, Ε. Γαλανού, Γ. Ανεμογιάννης, Σ. Ρίζος, Φ. Αρναούτογλου, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Π. Πικραμμένος, Ν. Σκλίας, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλοι, Αικ. Συγγούνα, Ι. Μαντζουράνης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Φρ. Καμπάνης.

Για να δικάσει την από 25 Μαϊου 1992 αίτηση : Του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Χολαργού, ο οποίος παρέστη με τον Γρ. Κρόμπα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, κατά του Χρήστου Κουμπή, κατοίκου Χολαργού, οδός Σ. αρ. 32, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αρ. Παρασκευόπουλο (Α.Μ. 8468), που τον διόρισε με πληρεξούσιο. Η πιό πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 2 Ιουλίου 1992 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 1316/1992 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ηλ. Παπαγεωργίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου, και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία κατά νόμο ασκείται, ατελώς και χωρίς να καταβληθεί παράβολο, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1316/1992 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διά της οποίας απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 2897/1991 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Διά της τελευταίας αυτής αποφάσεως είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 9226/1990 αρνητική απάντηση του Προϊσταμένου της Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Χολαργού επί επιφυλάξεως του αναιρεσιβλήτου που διατυπώθηκε στη δήλωση φόρου εισοδήματος του οικονομικού έτους 1990 και επί αιτήματος του περί επιστροφής φόρου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος (διά παρακρατήσεως), είχε δε διαταχθεί η επιστροφή του φόρου τούτου στον αναιρεσίβλητο.

2. Επειδή η υπό κρίση αίτηση έχει εισαχθεί προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, διά της από 2-7-1992 πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2 εδ. α, 20 και 21 παρ. 4 του π.δ. 18/1989.

3. Επειδή, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι "η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας" (παρ. 1), ότι "η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση" (παρ. 2) και ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού" (παρ. 3). Περαιτέρω, στην μεν παρ. 1 του άρθρου 87 του Συντάγματος ορίζεται ότι "η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία", στη δε παρ. 2 του άρθρου 88 ορίζεται ότι "οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους" και ότι "τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα καθιερώνει ευθέως την αρχή της διακρίσεως των τριών λειτουργών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισοδύναμεςκαι ισότιμες, αφού μόνο δια της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Ειδικώς για τη δικαστική λειτουργία καθιερώνεται, δια των αυτών διατάξεων του Συντάγματος, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της, η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι' αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας πραγματοποιείται, αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σ' αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατώτερων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Από τα πιο πάνω έπεται ότι χορήγηση σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα αντίστοιχα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστές) παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος.

Η παραβίαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δια της χορηγήσεως αποδοχών σε όργανα των άλλων λειτουργιών του Κράτους μεγαλύτερων από τις χορηγούμενες στους δικαστές αποδοχές, ως αποδοχές δε νοούνται οι καθαρές αποδοχές που χορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς των (φορολογικών απαλλαγών από το εισόδημα, σχετικών εξαιρέσεων κ.λ.π.), έχει ως συνέπεια την κατ' ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 αυτού, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών, δια της χορηγήσεως και σ' αυτούς, με τον ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών με τις αποδοχές των ως άνω οργάνων των άλλων λειτουργιών. Εξάλλου, το άρθρο 63 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παρ. 1 ότι "οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματός τους δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής", στην παρ. δε 2 ότι "οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής". Δια της από 22.12.1964 αποφάσεως της Βουλής (συνεδρίαση ΚΔΆ της 22.12.1964), κατ' εφαρμογή του άρθρου 75 του Συντάγματος του έτους 1952, αντίστοιχου προς το ως άνω άρθρο 63 του ισχύοντος Συντάγματος, ορίσθηκε ότι "η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχομένων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανωτάτου δικαστικού λειτουργού", η απόφαση δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΖΆ/1975 Ψηφίσματος της ΕΆ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 23/18.2.1975 τ.ΑΆ), το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του ισχύοντος Συντάγματος, εξακολουθεί να ισχύει και κατά τις αντιτιθέμενες στο Σύνταγμα διατάξεις τουΐεπιτρεπομένης της τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του δια νόμου. Δια της παρ. 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Ψηφίσματος ορίσθηκε ότι "η βουλευτική αποζημίωσις καθορίζεται εις το εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσόν, εν όψει των σημερινών περιστάσεων, προς κάλυψιν των δαπανών δια την άσκησιν του λειτουργήματος του Βουλευτού κατά το ήμισυ και δια την κάλυψιν των δαπανών διαβιώσεως αυτού κατά το έτερον ήμισυ", δια των άρθρων δε 2 και 3 του πιο πάνω Ψηφίσματος χορηγήθηκαν στους βουλευτές διάφορες απαλλαγές και ατέλειες άσχετες με τις αποδοχές τους για την άσκηση του λειτουργήματός των (απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, ατέλεια τηλεφωνικής και τηλεγραφικής επικοινωνίας, ατέλεια ελεύθερης μετακινήσεως δια σιδηροδρόμων, λεωφορείων, πλοίων και αεροπλάνων, οδοιπορικά έξοδα και αποζημίωση για μετακινήσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, επίδομα για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου κ.λ.π.).

Οι απαλλαγές και ατέλειες αυτές αναπροσαρμόσθηκαν ή διευρύνθηκαν με νεώτερα νομοθετήματα (απόφ. Ολομελείας της Βουλής της 2.7.1981, ΦΕΚ 194 τ.Α, για την τηλεφωνική ατέλεια και το επίδομα για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου, απόφ. Ολομελείας της Βουλής της 19.11.1982, ΦΕΚ 137 τ. Α, για την πρόσληψη με δαπάνες της Βουλής συνεργάτη -γραμματέωςτης εμπιστοσύνης του βουλευτή Πράξ. Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αριθμ. 19/1990, ΦΕΚ 16, τ. Α, για την δωρεάν πρόσληψη και άλλου γραμματέως, δημοσίου υπαλλήλου, άρθρ. 61 του ν. 1731/1987). Με τα άρθρα δε 37 παρ. 2 και 145 του από 3-6-1987 Κανονισμού της Βουλής (ΦΕΚ 106 τ. Α) χορηγήθηκε στους βουλευτές το 1/20 της συνολικής αποζημιώσεώς τους για κάθε συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των διαρκών Επιτροπών της Βουλής και στο θερινό της Τμήμα. Μηνιαία αποζημίωση, ισόποση προς τη βουλευτική και έξοδα παραστάσεως μη υποκείμενα σε φορολογία καταβάλλονται, κατά τις παρ. 2 και 4 του άρθρου 6 του ως άνω Ζ/1975 Ψηφίσματος στα μη έχοντα την ιδιότητα του βουλευτή μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, στην παρ. δε 1 του άρθρου 5 του Ψηφίσματος, η οποία εφαρμόζεται, κατά την παρ. 5 του άρθρου 6 του ίδιου Ψηφίσματος, και επί της ως άνω αποζημιώσεως των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, ορίζεται ότι "εκ της βουλευτικής αποζημιώσεως, μετά την αφαίρεσιν των κατά το άρθρο 1 κρατήσεων, το ήμισυ αυτής, θεωρούμενον ως εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών, υπόκειται εις φόρον αυτοτελώς επί τη βάσει της φορολογικής κλίμακος της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955 "περί φορολογίας του εισοδήματος" του ετέρου ημίσεος θεωρουμένου ως καλύπτοντος τας δαπάνας παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας του βουλευτού". Κατά το άρθρο 32 του ν. 1489/1984 (ΦΕΚ 170), η τελευταία ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής εφαρμόζεται και επί της συντάξεως των βουλευτών, η οποία καθορίζεται, κατά το άρθρο 4 του ν.δ. 99/1974, βάσει της βουλευτικής αποζημιώσεως. Ενόψει όσων έχουν εκτεθεί, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, που έχει ήδη παρατεθεί και με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως διά της απαλλαγής από το φόρο του ημίσεος αυτής, που θεωρήθηκε ότι καλύπτει δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται δια των παροχών (απαλλαγών και ατελειών) των χορηγουμένων σ' αυτούς κατ' εφαρμογήν των άρθρων 2 και 3 του Ψηφίσματος που ρυθμίζουν το θέμα των δαπανών των βουλευτών, ερμηνευόμενη ενόψει των οριζομένων στα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος και των αρχών που προκύπτουν από τα άρθρα αυτά, ήτοι των αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και ενόψει της εξισώσεως, διά της ως άνω από 22.12.1964 αποφάσεως της Βουλής, της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών τούτων, προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, η εφαρμογή δε αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη από τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων του Ζ/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων.

Ετσι έκρινε και το Διοικητικό Εφετείο, ήτοι δέχθηκε ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, με την οποία θεσπίσθηκε απαλλαγή από το φόρο του ημίσεος της βουλευτικής αποζημιώσεως, εφαρμόζεται και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, οι οποίες απαλλάσσονται και αυτές, κατά το ήμισυ του φόρου, διότι άλλως θα παραβιάζονταν οι διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος και ότι, μιά τέτοια εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του ως άνω Ψηφίσματος@η συνεπαγόμενη την απαλλαγή από το φόρο του ημίσεος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη άσκηση νομοθετικού έργου, αλλά ευθεία εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος. Με την αιτιολογία δε αυτή, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έκρινε ομοίως και που δέχθηκε την προσφυγή του αναιρεσιβλήτου δικαστικού λειτουργού. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το ήμισυ των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος. Η απόφαση αυτή ορθώς τις εν προκειμένω εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε Αναθεωρητικής Βουλής ερμήνευσε και εφήρμοσε, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι, με την υπό κρίση αίτηση, λόγοι αναιρέσεως. Μειοψήφησαν δεκαέξι μέλη του Δικαστηρίου με αποφασιστική ψήφο. Δεκαπέντε από τα μέλη αυτά, ήτοι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Βασ. Μποτόπουλος, ο Αντιπρόεδρος Δημ. Μαργαρίτης και οι Σύμβουλοι Φ. Κατζούρος, Γ. Γραίγος, Α. Φαρμάκης, Χ. Μακρίδης, Χ. Γεραρής, Π. Χριστόφορος, Θ. Χατζηπαύλου, Γ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Μενουδάκος, Ε. Γαλανού, Σ. Ρίζος, Φ. Αρναούτογλου και Π. Πικραμμένος, διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, με την οποία συντάχθηκαν και οι Πάρεδροι της συνθέσεως Αικ. Συγγούνα και Ι. Μαντζουράνης. Το άρθρο 26 του Συντάγματος, που καθιερώνει τη διάκριση των λειτουργιών, το άρθρο 87 παρ. 1, που ορίζει ότι οι δικαστές απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, και το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, είναι διατάξεις άσχετες με το προκείμενο θέμα, που αφορά την επέκταση στους δικαστές μιάς φορολογικής απαλλαγής η οποία έχει θεσπισθεί για τους βουλευτές. Το θέμα της απαλλαγής από το φόρο μέρους των αποδοχών των βουλευτών ρυθμίζεται ειδικώς και αποκλειστικώς από το Ζ Ψήφισμα, το οποίο έχει αυξημένη τυπική ισχύ, βρίσκεται δηλαδή στο επίπεδο κανόνων δικαίου συνταγματικής τάξης.

Το Ψήφισμα αυτό θεσπίζει συγκεκριμένη φορολογική απαλλαγή μόνο για τους βουλευτές και όχι και για τους δικαστές (άρθρο 5 του Ψηφίσματος). Ορίζει, εξάλλου, ρητώς, ότι το μη υποκείμενο σε φόρο εισοδήματος μέρος των αποδοχών των βουλευτών καλύπτει δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας, ήτοι δαπάνες για τις οποίες περιορίζονται από το άρθρο 2 του Ψηφίσματος οι προϋφιστάμενες ατέλειες ή που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες για τις οποίες προβλέπονται ατέλειες και αποζημιώσεις από το άρθρο 3 του Ψηφίσματος. Το Ψήφισμα τούτο διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ από το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ακόμη και κατά τις αντικείμενες στο Σύνταγμα διατάξεις του. Από τα πιό πάνω προκύπτει ότι η φορολογική απαλλαγή που το Ψήφισμα προβλέπει ειδικώς για τους βουλευτές δεν μπορεί να επεκταθεί και στην κατηγορία των δικαστικών λειτουργών με επίκληση των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Οχι μόνο διότι οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος δεν συναντώνται με το κρινόμενο ζήτημα αλλά και διότι, προεχόντως, η πιό πάνω επέκταση αποκλείεται λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της ρύθμισης του Ψηφίσματος, που αφορά σε φορολογική απαλλαγή (κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου οι διατάξεις περί φορολογικών απαλλαγών εφαρμόζονται στενώς), το Ψήφισμα δε τούτο διατηρήθηκε σε ισχύ από το Σύνταγμα, ακόμη και κατά τις διατάξεις του που αντίκεινται στο Σύνταγμα, και επομένως πριν καταργηθεί (με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος) έχει αυξημένη, ήτοι συνταγματική, ισχύ. Για τους λόγους αυτούς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η νομική βάση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι έωλη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτή. Το δέκατο έκτο μέλος που μειοψήφησε, ο Αντιπρόεδρος Κ. Μ. Χαλαζωνίτης, διατύπωσε ως ακολούθως τη μειοψηφούσα γνώμη του : Από τα άρθρα 26, 87 και 88 του Συντάγματος απορρέει πράγματι η αρχή της ισοτιμίας των οργάνων που ασκούν τις τρεις λειτουργίες, η οποία συνεπάγεται την καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς, ανάλογα με το βαθμό τους, καθαρών αποδοχών επιπέδου αντίστοιχου με εκείνο στο οποίο ανέρχονται οι αποδοχές των βουλευτών και ότι οι φορολογικές απαλλαγές, όταν αποτελούν στην πραγματικότητα έμμεση αύξηση των αποδοχών, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ύψους των καθαρών αποδοχών στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εν λόγω αρχή, με τις απορρέουσες απ' αυτήν συνέπειες, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, για το λόγο και μόνο ότι, όπως εκτίθεται πιό πάνω, η απαλλαγή ποσοστού 50% της βουλευτικής αποζημιώσεως από το φόρο εισοδήματος έχει θεσπισθεί με το προαναφερθέν Ψήφισμα της Αναθεωρητικής Βουλής, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ισχύει και κατά τις αντίθετες προς το Σύνταγμα διατάξεις του, επομένως και κατά το μέρος που έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 και 88, από τις οποίες απορρέει η αρχή αυτή. Για το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπρεπε, και κατά τη γνώμη αυτή, να αναιρεθεί.

4. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση, και

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου δραχμών δέκα τεσσάρων χιλιάδων (14.000).

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 1994.

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Βασ. Μποτόπουλος Φρ. Καμπάνης

Και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Βασ. Μποτόπουλος Κ. Παπακοσμά

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!