Νομολογία

ΣτΕ 757/2008

Αριθμός 757/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Κ. Βιολάρης, Α.-Γ. Βώρος, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Κ. Λαζαράκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 22 Ιουνίου 2005 αίτηση: της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Α. (Π. Μ. & Α. 17), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους:

α) Απόστολο Πατρίκιο (Α.Μ. 14977) και

β) Καλλιόπη Ζαχαράκη (Α.Μ. 17145), που τους διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Ευριπίδη Τσιτσέλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4378/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους της αναιρεσείουσας εταιρείας, οι οποίοι δήλωσαν ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την Α.Ε. «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑ-ΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ» και στη συνέχεια ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1725825-7/2005, σειράς Α, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 4378/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ’ αριθ. 11651/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία είχε απορριφθεί προσφυγή της ίδιας κατά της σιωπηρής απορρίψεως εκ μέρους του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών της από 11-5-2001 επιφυλάξεως, την οποία είχε αυτή διατυπώσει στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001.

3. Επειδή, η αρχικώς αναιρεσείουσα εταιρεία «ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ Α.Ε.» συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την ανώνυμη εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ» (Κ2-16134/23-11-2006 απόφαση του Γεν. Γραμματέα του Υπ. Ανάπτυξης), η οποία νομίμως παρίσταται στην παρούσα δίκη ως αναιρεσείουσα με την επωνυμία ήδη «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ & ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ» (ΣΕ 608, 1971/2006, 25/2007). Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς και είναι περαιτέρω εξεταστέα.

4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α 151) Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η οποία, κατ’ αρθρ. 105 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων, όριζε, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, τα εξής:

«Το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων, που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφόσον αυτές παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες και στερούνται αξιόλογων αποθεμάτων κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, των ακόλουθων εξόδων:

α)

ε) Των ποσών των κάθε είδους φόρων, τελών και δικαιωμάτων, που βαρύνουν την επιχείρηση. Ως χρόνος έκπτωσης λογίζεται ο χρόνος της καταβολής αυτών υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. …».

5. Επειδή, ο ν. 1806/1988 «Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις» (Α 207) όριζε στο άρθρο 33 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 1892/1990 (Α 101), η δε παρ. 12 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1960/1991 (Α 123) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 27 του ν. 2166/1993 (Α 137), τροποποιήθηκε δε με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 2324/1995 (Α 146), τα εξής:

«1. Η εν ζωή μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών με χρηματιστηριακή συναλλαγή οποιασδήποτε μορφής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών γίνεται μόνο αφού προηγηθεί κατάθεση των τίτλων των μετοχών στην Εταιρεία Αποθετηρίων, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 33α και η οποία εκδίδει έγγραφη απόδειξη για την κατάθεση τίτλων στο όνομα εκείνου που αποκτά τις μετοχές (αποθετήριο).

2.

12. … Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων, καθορίζονται τα δικαιώματα της Εταιρείας Αποθετηρίων για τη φύλαξη των τίτλων των ανωνύμων μετοχών, την έκδοση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή ακύρωση ανωνύμων αποθετηρίων εγγράφων και γενικώς για κάθε υπηρεσία που παρέχει η Εταιρεία Αποθετηρίων στους δικαιούχους ανωνύμων αποθετηρίων εγγράφων, στις εκδότριες εταιρείες ή τρίτους κατά την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού της. Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα και λεπτομέρεια σχετικά με την έκδοση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή ακύρωση των ανωνύμων αποθετηρίων εγγράφων, τον τύπο τους, την άσκηση των δικαιωμάτων των κομιστών των αποθετηρίων και γενικώς κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτού του άρθρου. …».

Κατά το άρθρο 33α του ίδιου νόμου, το οποίο προσετέθη με το προαναφερθέν άρθρο 56 του ν. 1892/1990, η δε παράγραφος 14 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2324/1995

«1. Η Εταιρεία Αποθετηρίων θα συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας και σκοπό το έργο της εκκαθαρίσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, την έκδοση, τροποποίηση, ακύρωση ή αντικατάσταση αποθετηρίων, τη φύλαξη των τίτλων για τους οποίους εκδίδονται αποθετήρια, καθώς και κάθε συναφή προς τις ανωτέρω εργασίες δραστηριότητα (η «Εταιρεία Αποθετηρίων»).

2. Κατά την ίδρυση της Εταιρείας Αποθετηρίων μοναδικός μέτοχος θα είναι το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. …

3.

14. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων, καθορίζονται τα δικαιώματα της Εταιρείας Αποθετηρίων για τη φύλαξη των τίτλων των αξιών, για την έκδοση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή ακύρωση ονομαστικών αποθετηρίων εγγράφων και γενικώς για κάθε υπηρεσία που παρέχει η Εταιρεία Αποθετηρίων στους δικαιούχους ονομαστικών αποθετηρίων εγγράφων, στις εκδότριες εταιρείες ή τρίτους κατά την επιδίωξη του εταιρικού της σκοπού. Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα και λεπτομέρεια σχετικά με την έκδοση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή ακύρωση ονομαστικών αποθετηρίων εγγράφων και τον τύπο τους και γενικώς κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

15. …».

Εξάλλου, κατά το άρθρο 76 του ν. 1969/1991 «Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (Α 167), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2166/1993

«1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την πόλη των Αθηνών και υπό την επωνυμία «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς», εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

2. Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς.

3. Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που συνιστάται με την παράγραφο 1 περιέρχονται όλες οι αρμοδιότητες που η κείμενη νομοθεσία έχει απονείμει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία είχε αρχικά συσταθεί με το άρθρο 12 του α.ν. 148/1967 (ΦΕΚ 173 Α) όπως ισχύει.

4. …»,

κατά το άρθρο 78, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 11 του ν. 2166/1993 και 18 του ν. 2198/1994 (Α 43),

«1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες:

α. Εκδίδει πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα όπου προβλέπεται απ’ το νόμο, όπως … επί … αποθετηρίου τίτλων …

β.

γ. Γνωμοδοτεί προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας επί θεμάτων κεφαλαιαγοράς.

δ. Διενεργεί ελέγχους … στην Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας περί Κεφαλαιαγοράς, ιδία, ελέγχει την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας από τα στελέχη αυτών των εταιρειών και προβαίνει σε ανακοινώσεις επί των αποτελεσμάτων των ελέγχων.

ε.

ζ. Ρυθμίζει κάθε θέμα που έχει σχέση με την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και κάθε άλλο θέμα που απορρέει από άλλες διατάξεις.

η. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου … »,

κατά δε το άρθρο 79, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2471/1997 (Α 46),

«Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τους εξής πόρους:

α.

δ. Ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) ετησίως επί του κύκλου εργασιών της Ανώνυμης Εταιρείας Αποθετηρίων (Α.Ε.ΑΠΟΘ.).

ε. …».

6. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: « … Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών που συνάπτονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όπως αυτές αναφέρονται ειδικότερα στο άρθρο 2 του καταστατικού της. Με την από 23/2/1998 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας τροποποιήθηκε η επωνυμία της από «Ανώνυμη Εταιρεία Αποθετηρίων Τίτλων (ΑΕ ΑΠΟΘ)» σε «Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών ΑΕ», τροποποιηθέντος αναλόγως του σχετικού άρθρου του καταστατικού της (1502/1998 τ. ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ). Στις 11-5-2001 η επιτηδευματίας κατέθεσε στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 2001 (χρήση 1-1-2000 έως 31-12-2000), επισυνάπτοντας συγχρόνως την υπ’ αριθ. πρωτ. 24082/11-5-2001 (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών) δήλωση επιφύλαξης (άρθρου 61 παρ. 5 ν. 2238/1994). Στην επιφύλαξη αυτή διέλαβε ότι η εκ δραχμών 1.511.807.987 «εισφορά» που κατέβαλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το άρθρο 79 του ν. 1969/1991, αποτελεί ανταποδοτική εισφορά για τις υπηρεσίες που προσφέρει η παραπάνω Επιτροπή προς το Αποθετήριο. Επίσης, υποστήριξε ότι η εν λόγω «εισφορά» αποτελεί, επικουρικά, παραγωγική δαπάνη κατά το ν. 2238/1994 και, επομένως, εξαιτίας των ως άνω χαρακτήρων της, εκπίπτεται από τα ακαθάριστα έσοδά της. Τέλος, στην ίδια επιφύλαξη διέλαβε ότι η καταβολή του εκ δραχμών 604.723.195 φόρου εισοδήματος που αναλογεί στο μνημονευόμενο ποσό του 1.511.807.987 δραχμών, πραγματοποιείται προς αποφυγή ενδεχομένων κυρώσεων από τη διαφορετική ερμηνεία του νόμου. Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών απέρριψε σιωπηρά την επιφύλαξη αυτή, αφού δεν αποφάνθηκε μέσα στην από την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία από την υποβολή σ’ αυτόν της προαναφερόμενης φορολογικής δήλωσης της εκκαλούσας, στην οποία είχε επισυναφθεί η επιφύλαξη. Κατά της σιωπηρής άρνησης η φορολογούμενη άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-10-2001 (αριθ. πρωτ. 246/5-10-2001) προσφυγή. Με το ένδικο αυτό βοήθημα ζήτησε την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και ακόλουθα την αποδοχή της επιφύλαξης, τη νέα εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος και την επιστροφή σ’ αυτήν του πιο πάνω ποσού φόρου ως αχρεωστήτως καταβληθέντος. Ειδικότερα, η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, επαναφέροντας τους ισχυρισμούς της που είχε διατυπώσει στην προλεχθείσα επιφύλαξη, προέβαλε ότι ο εκ δραχμών 1.511.807.987 πόρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς πρέπει να ενταχθεί στην περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 και, κατ’ επέκταση, να εκπεσθεί ως δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδά της. Κι αυτό γιατί ο αμφισβητούμενος πόρος πρέπει να χαρακτηρισθεί ως τέλος της ανωτέρω περίπτωσης (ε’), καθ’ όσον καταβάλλεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έναντι των από την Επιτροπή προσφερομένων ως άνω υπηρεσιών και ως εκ τούτου έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα. Επικουρικά, προέβαλε ότι ο κρίσιμος πόρος πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνεται στα γενικά έξοδα της διαχείρισης της εταιρείας και, επομένως, πρέπει να εκπεσθεί από τα ακαθάριστα έσοδά της σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994. Τούτο δε γιατί πρόκειται περί παραγωγικής δαπάνης απαραίτητης για την επίτευξη του επιχειρηματικού της σκοπού και την ανάπτυξη των εργασιών της.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, με τη σκέψη

α) ότι ο πόρος υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που θεσπίσθηκε με την περίπτωση δ’ του … άρθρου 79 του ν. 1969/1991, όπως ισχύει, δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, μια και δεν θεσπίσθηκε για συγκεκριμένη προσφορά υπηρεσιών από την εν λόγω Επιτροπή προς την (τότε) προσφεύγουσα αλλά μόνο προς οικονομική ενίσχυση της Επιτροπής αυτής προκειμένου να επιτελέσει το θεσμικό της έργο και

β) ότι η καταβολή του προαναφερόμενου ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως παραγωγική δαπάνη, καθ’ όσον δεν προκύπτει ότι αυτή συμβάλλει στην απόκτηση κέρδους, την αύξηση του εισοδήματος της επιχείρησης και τη διεύρυνση των εργασιών της, έκρινε ότι ο οικονομικός πόρος που επιβάλλεται στη φορολογούμενη, κατ’ εφαρμογή του παραπάνω άρθρου 79 περίπτωση δ’ του ν. 1969/1991, δεν αποτελεί εκπιπτόμενη δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδά της κατά το άρθρο 31 παράγραφος 1 του ν. 2238/1994.

Έτσι, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την προσφυγή με την εκκαλούμενη απόφασή του, την οποίας η εξαφάνιση ζητείται με την υπό κρίση έφεση». Το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα εξής «… ο από την περίπτωση δ’ του μνημονευόμενου άρθρου 79 του ν. 1969/1991, όπως ισχύει, προβλεπόμενος υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς πόρος εκ ποσοστού 7% ετησίως επί του κύκλου εργασιών της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας θεσπίσθηκε για την οικονομική ενίσχυση της ανωτέρω Επιτροπής, προκειμένου αυτή να επιτελέσει το θεσμικό της έργο, το οποίο ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 78 του ν. 1969/1991, όπως ισχύει (έλεγχος της εφαρμογής της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά, έλεγχος και εποπτεία της λειτουργίας της εκκαλούσας εταιρείας κ.λπ.). Από τις παραπάνω δε διατάξεις που προβλέπουν τον επίμαχο πόρο, δεν συνάγεται ότι αυτός θεσπίσθηκε για συγκεκριμένη ανταποδοτική προσφορά υπηρεσιών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προς τη φορολογούμενη εταιρεία, ενώ δεν ορίζεται ότι η καταβολή του πόρου αυτού είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έγκριση της λειτουργίας της επιτηδευματία. Περαιτέρω, η καταβολή του προαναφερόμενου ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως παραγωγική δαπάνη. Και τούτο, διότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυψε ότι η εν λόγω δαπάνη συμβάλει στην απόκτηση κέρδους, στην αύξηση του εισοδήματος της εκκαλούσας και στη διεύρυνση των εργασιών της, μια και η με τον επίμαχο πόρο χρηματοδότηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποβλέπει στην εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς και στην τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας για την προστασία του συμφέροντος του επενδυτικού κοινού και της εθνικής οικονομίας γενικότερα, ανεξάρτητα από την παράλληλη επιχειρηματική και οικονομική πρόοδο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας. … με τα δεδομένα αυτά, ο κατά το άρθρο 79 περ. δ’ του ν. 1969/1991 (όπως ισχύει) οικονομικός πόρος που επιβλήθηκε στην επιτηδευματία και, ακολούθως, καταβλήθηκε από αυτήν υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν αποτελεί εκπιπτόμενη δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδά της, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 περιπτώσεις α’ και ε΄ του ν. 2238/1994, όπως ορθά έκρινε με τις ίδιες πιο πάνω σκέψεις και η πρωτόδικη απόφαση. Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης, που αποτελούν επανάληψη των προπαρατιθέμενων λόγων της προσφυγής και με τους οποίους υποστηρίζεται και πάλι Ι) ότι ο μνημονευόμενος πόρος υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποτελεί ανταποδοτικό τέλος και, επομένως, εκπίπτεται από τα ακαθάριστα έσοδά της, κατά την περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 και ΙΙ) επικουρικά ότι ο παραπάνω πόρος αποτελεί παραγωγική δαπάνη και ως εκ τούτου εκπίπτεται από τα ακαθάριστά έσοδά της, κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι …». Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση και διέταξε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο το παράβολο που κατέθεσε η αναιρεσείουσα εταιρεία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 277 παρ. 9 εδ. α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

7. Επειδή, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αιτιολογείται νομίμως, δοθέντος ότι ο ένδικος, κατά νόμον (άρθρ. 79 περ. δ ν. 1969/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 ν. 2471/1997) προβλεπόμενος, πόρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος (εύρυθμη λειτουργία κεφαλαιαγοράς), μεταξύ άλλων, ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς γενικώς αλλά και ειδικώς από την αναιρεσίβλητη, συνιστά, ως αναγκαστική παροχή μονομερώς επιβαλλόμενη από το Κράτος, δαπάνη, η οποία εκπίπτεται από τα ακαθάριστα έσοδα επιχειρήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε’ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, στα προβλεπόμενα από την οποία εκπεστέα ποσά των κάθε είδους φόρων, τελών και δικαιωμάτων που βαρύνουν την επιχείρηση, συγκαταλέγονται δημοσιονομικές επιβαρύνσεις οι οποίες επιβάλλονται είτε χάριν κρατικού εν γένει σκοπού είτε έναντι ειδικής προς το βαρυνόμενο αντιπαροχής. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

8. Επειδή, μετά την αποδοχή της κρινομένης αιτήσεως για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4378/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου και

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος Η Γραμματέας του Β' Τμήματος

Φ. Στεργιόπουλος Π. Στεργιοπούλου

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!