Νομολογία

ΣτΕ 4731/2014

Αριθμός 4731/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Χ. Κομνηνός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 28 Μαρτίου 2008 αίτηση: της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΑΚΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (Κοδριγκτώνος 16), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλαμπο Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 2228/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Σπ. Μαρκάτη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπΆαριθμούς 3292045-7, σειράς Α. ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 2228/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 5208/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση, κατΆ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως, ποσό 4.706.103,13 ευρώ προς ανόρθωση της ζημίας την οποία υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς της, από τη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 2 και 5 του ν. 2942/2001, οι οποίες, κατΆαυτήν, αντίκεινται σε κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος.

3. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164), ορίζει ότι «για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σΆαυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη, που εκδόθηκε κατΆεξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατΆεφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απΆευθείας από τέτοια νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως (ΣτΕ 1038/2006 επτ., 3089/2009 επτ.). Για την στοιχειοθέτηση δε της ευθύνης αυτής απαιτείται επιπλέον η επίκληση και απόδειξη από τον αιτούμενο την αποζημίωση συγκεκριμένης ζημίας του που επήλθε από την εν λόγω νομοθέτηση ή την παράλειψη νομοθετήσεως.

4. Επειδή, από την αρχή του κράτους δικαίου και, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος απορρέει η συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου (ΣτΕ 203908/2011.">35/2011 Ολομ.). Ούτε όμως η αρχή αυτή ούτε το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος εμποδίζουν κατΆ αρχήν τον κοινό νομοθέτη να εισάγει νέες ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές οι οποίες ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό και να εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 2713/2006 επτ., 96/2009 επτ.). Εξ άλλου, από το άρθρο 16 παρ. 7 του Συντάγματος προκύπτει ότι η επαγγελματική εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες της, παρέχεται, κατΆαρχήν, από το Κράτος και δεν ιδρύεται συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των ιδιωτών να ιδρύουν σχολές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, η δυνατότητα δε των ιδιωτών να ιδρύουν εκπαιδευτήρια επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεως με κανόνες δικαίου που θέτει ο κοινός νομοθέτης (ΣτΕ 2287/2001 Ολομ.). Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α 256), ως περιουσία προστατευόμενη θεωρείται συγκεκριμένο οικονομικής φύσεως δικαίωμα ή συγκεκριμένη αξίωση, όχι δε απλή προσδοκία πραγματοποιήσεως ορισμένου ύψους κερδών από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή διατηρήσεως σταθερής της αξίας περιουσιακών στοιχείων (ΣτΕ 96/2009 επτ.).

5. Επειδή, στο άρθρο 2 του ν. 2640/1998 (Α 206) ορίζονται τα εξής:

«1. Η τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται στα Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (Τ.Ε.Ε.). Τα Τ.Ε.Ε. ανήκουν στα δευτεροβάθμια-μεταγυμνασιακή εκπαίδευση. Σε αυτά εισάγονται, χωρίς εξετάσεις, οι κάτοχοι απολυτηρίου Γυμνασίου ή άλλου ισότιμου τίτλου της αλλοδαπής.

2. Οι σπουδές στα Τ.Ε.Ε. διαρκούν έως και τρία (3) έτη και οργανώνονται σε δύο κύκλους, Α΄ και Β΄, οι οποίοι περιλαμβάνουν επί μέρους τομείς και ειδικότητες.

3. Ο Α΄ κύκλος σπουδών διαρκεί δύο (2) έτη, ενώ μπορεί να είναι και εσπερινής φοίτησης, διάρκειας τριών (3) ετών. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να επιμηκύνεται ο χρόνος φοίτησης έως και κατά ένα έτος επιπλέον, ανεξάρτητα από τη λειτουργία του Τ.Ε.Ε. ως ημερήσιου ή εσπερινού σε περίπτωση που εφαρμόζονται προγράμματα μαθητείας. Ο Β΄ κύκλος σπουδών διαρκεί ένα (1) έτος και ειδικά στα Τ.Ε.Ε. εσπερινής φοίτησης ένα εξάμηνο επιπλέον.

4. Στους μαθητές μετά την αποφοίτησή τους από τον Α΄ κύκλο σπουδών χορηγείται κατόπιν εξετάσεων, πτυχίο επιπέδου 2 του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β. του ν. 2009/1992. … Οι πτυχιούχοι του κύκλου αυτού έχουν τις εξής δυνατότητες:

α) Να λάβουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

β) Να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Β΄ κύκλο σπουδών των Τ.Ε.Ε. αντίστοιχης ειδικότητας.

γ) Να εγγράφονται στη Β` τάξη του Ενιαίου λυκείου.

5. Στους μαθητές μετά την αποφοίτησή τους από το Β κύκλο σπουδών χορηγείται, κατόπιν εξετάσεων, πτυχίο επιπέδου 3 του άρθρου 6 παρ 1 περ. γ? του ν. 2009/1992. …

6.

7. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2909/2001, Α΄ 90/2.5.2001) Οι μαθητές των Ενιαίων Λυκείων που δεν επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές σε αυτά μπορούν να εγγραφούν στο Α΄ έτος του Α΄ κύκλου των Τ.Ε.Ε.

8.

9.

10. …».

Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2942/2001(Α 202/12.9.2001) ορίζεται ότι

«Μαθητές Ενιαίων Λυκείων που έχουν προαχθεί τουλάχιστον στη Β΄ τάξη αυτών μπορούν να εγγράφονται στη Β΄ τάξη του Α΄ κύκλου σπουδών των Τ.Ε.Ε. των τμημάτων ειδικοτήτων που ανήκουν στους τομείς

α) Οικονομίας-Διοίκησης και

β) Πληροφορικής-Δικτύων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών».

6. Επειδή, εξ άλλου, με τον ν. 2525/1997 (Α 188) καθιερώθηκε ο θεσμός του Ενιαίου Λυκείου στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και με την παράγραφο 9 του άρθρου 1 του νόμου αυτού προβλέφθηκε η έκδοση προεδρικού διατάγματος για τον καθορισμό του τρόπου και της διαδικασίας αξιολογήσεως των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου. Το άρθρο 14 του π.δ.246/1998 (Α 183), το οποίο εκδόθηκε κατΆεφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως, όρισε στη παράγραφο 1 ότι «Οι τελικές γραπτές εξετάσεις, προαγωγικές και απολυτήριες, διεξάγονται στα Λύκεια κατά το μήνα Ιούνιο», το δε άρθρο 34 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, αφού καθόρισε στην παράγραφο 1 τις προϋποθέσεις προαγωγής και απολύσεως των μαθητών των τριών τάξεων του Λυκείου, όρισε στην παράγραφο 2 ότι «σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις ο μαθητής δεν προάγεται ή δεν απολύεται» και στη παράγραφο 3 ότι «Οι μαθητές που δεν προάγονται επαναλαμβάνουν την τάξη. Αν πρόκειται για μαθητές της Γ΄ τάξης, αυτοί έχουν τις εξής δυνατότητες:

α. Να επαναλάβουν τη φοίτηση στη Γ΄ τάξη και να επανεξετασθούν σε όλα τα μαθήματα

β. Να προσέλθουν στις γραπτές εξετάσεις του Ιουνίου του επόμενου σχολικού έτους για τα μαθήματα στα οποία υστέρησαν χωρίς να φοιτήσουν στο Λύκειο. Στη περίπτωση αυτή παραμένει αμετάβλητος ο βαθμός των τετραμήνων». Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 (Α 202/12.9.2001) ορίστηκαν τα εξής: «Από το σχολικό έτος 2000-2001 και εφεξής μαθητές της Β΄ τάξης ημερήσιου Ενιαίου Λυκείου και της Γ΄ τάξης εσπερινού Ενιαίου Λυκείου που δεν προάγονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις παραπέμπονται για επανεξέταση σε ειδική εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου κάθε έτους, με τον τρόπο και τη διαδικασία των προαγωγικών εξετάσεων του Ιουνίου, στα μαθήματα στα οποία ο βαθμός ετήσιας επίδοσής τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, δεν είναι προαγώγιμος. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και οι μαθητές των ίδιων τάξεων, οι οποίοι δεν προσήλθαν δικαιολογημένα στις εξετάσεις Ιουνίου για λόγους ασθένειας, στράτευσης ή συμμετοχής σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις».

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα εταιρεία συνεστήθη το έτος 1989 με σκοπό την λειτουργία και εκμετάλλευση τεχνικών και επαγγελματικών σχολών και ινστιτούτων κάθε ειδικότητας και τύπου. Με την Φ1/225/Δ5/7093/3.9.2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β΄1188/13.9.2001) της χορηγήθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 2640/1998 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας ιδιωτικού ημερήσιου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτήριου (Τ.Ε.Ε.) στο Μαρούσι Αττικής από το σχολικό έτος 2001-2002. Κατά τα σχολικά έτη 2001-2002, 2002-2003 και 2003-2004 το εν λόγω Τ.Ε.Ε. λειτούργησε με δυναμικότητα 78, 162 και 76 μαθητών, αντιστοίχως, με την δε Φ1Α/459/88545/Δ5/7.10.2004 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ανεστάλη η άδεια λειτουργίας του εν λόγω Τ.Ε.Ε. για το σχολικό έτος 2004-2005 κατόπιν σχετικού αιτήματος της ίδιας της αναιρεσείουσας, οφειλόμενου σε μικρό αριθμό μαθητών. Με την από 15.4.2002 αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι έλαβε την επιχειρηματική απόφαση να ιδρύσει ιδιωτικό Τ.Ε.Ε. στο Μαρούσι Αττικής, αγοράζοντας για τον σκοπό αυτό έκταση 7,250 στρεμμάτων αντί τιμήματος 650.000.000 δραχμών και συνάπτοντας για την ανέγερση του εκπαιδευτηρίου σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως με την «Ε.Τ.Β.Α. LEASING Α.Ε. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ» αξίας 350.753.100 δραχμών, δαπανώντας δε συνολικά για την πραγματοποίηση της επενδύσεως ποσό 4.706.103,13 ευρώ, έχοντας υπΆόψη το νομοθετικό καθεστώς που διαμορφώθηκε με τους νόμους 2527/1997 και 2640/1998, σύμφωνα με τους οποίους δεν υπήρχε δυνατότητα επανεξετάσεως κατά τον μήνα Σεπτέμβριο των μαθητών τάξεων του Ενιαίου Λυκείου, οι οποίοι αποτύγχαναν σε ορισμένα μαθήματα κατά την φοίτησή τους (άρθρο 34 παρ. π.δ. 246/1998), μαθητές δε του ενιαίου λυκείου, που δεν συνέχιζαν την φοίτησή τους σε αυτά, μπορούσαν να εγγραφούν στο Α΄ έτος του Α΄ κύκλου σπουδών των Τ.Ε.Ε. (άρθρο 2 παρ. 7 ν. 2640/1998) και εξ αιτίας των οποίων τα Τ.Ε.Ε., δημόσια και ιδιωτικά, αποτέλεσαν πόλο έλξεως μεγάλου αριθμού μαθητών προερχόμενων από το Ενιαίο Λύκειο. Στη συνέχεια όμως με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 το νομοθετικό αυτό καθεστώς μεταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2000-2001, καθΆόσον με αυτή τη διάταξη προβλέφθηκε η δυνατότητα επανεξετάσεως κατά τον μήνα Σεπτέμβριο των μαθητών των τάξεων του Ενιαίου Λυκείου που αποτύγχαναν κατά την φοίτησή τους, η δε έναρξη εφαρμογής της νέας ρυθμίσεως, που απέτρεπε τους μαθητές να στραφούν στην τεχνικήεπαγγελματική εκπαίδευση, ορίσθηκε για την 1.9.2001 χωρίς μεταβατική ρύθμιση εξασφαλίζουσα την δυνατότητα έγκαιρης προσαρμογής των ενδιαφερομένων στη νέα κατάσταση, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την φθίνουσα πορεία εγγραφών στα Τ.Ε.Ε, μεταξύ των οποίων και στο πιο πάνω Τ.Ε.Ε. ιδιοκτησίας της, με συνέπεια την, κατά τα προεκτεθέντα, διακοπή της λειτουργίας του εκπαιδευτηρίου της και την εντεύθεν ζημία της. Ως εκ τούτου, η βλαπτική για την αναιρεσείουσα νομοθετική αυτή μεταβολή, με τον τρόπο πού έλαβε χώρα, προσέκρουε, κατά την αναιρεσείουσα, στα άρθρα 5 παρ. 1, 16 παρ. 7, 17 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. καθώς και στην κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα και το κοινοτικό δίκαιο αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Για τους λόγους αυτούς, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει ως αποζημίωση το προαναφερθέν ποσό που είχε συνολικά δαπανήσει για την επένδυσή της. Το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή και, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το άρθρο 16 παρ. 7 του Συντάγματος δεν κατοχυρώνει δικαίωμα των ιδιωτών να ιδρύουν επιχειρήσεις παροχής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και, επομένως, η ανάπτυξη τέτοιας δραστηριότητας, όταν αυτή επιτρέπεται, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της κατΆ άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας. Συνεπώς, το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 δεν αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, ενώ, εξ άλλου, ούτε στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε σΆεκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α προσκρούει, διότι αντικείμενο προστασίας της πρώτης από τις διατάξεις αυτές αποτελούν μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, με το άρθρο δε 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 δεν προσβλήθηκε δικαίωμα που εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας. Τέλος, το διοικητικό εφετείο με τις περαιτέρω σκέψεις ότι η αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και ότι το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο περιλαμβάνει την ίδια ως άνω αρχή, δεν έχει εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής, έκρινε ότι η θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 δεν αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου και, επομένως, δεν γεννά αξίωση της αναιρεσείουσας προς αποζημίωσή της από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 105 ΕΙΣΝΑΚ.

8. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001 επιτρέπεται, από το σχολικό έτος 2000-2001, η επανεξέταση, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, μαθητών της Β΄ τάξεως ημερήσιου Ενιαίου Λυκείου και της Γ΄ τάξεως εσπερινού Ενιαίου Λυκείου οι οποίοι δεν κρίθηκαν προακτέοι κατά τις εξετάσεις που διεξάγονται κατά τον μήνα Ιούνιο και παρέχεται, ως εκ τούτου, στους μαθητές αυτούς μία ακόμη ευκαιρία προαγωγής στην ανώτερη τάξη του Ενιαίου Λυκείου για λόγους, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση της διατάξεως, παιδαγωγικής δικαιοσύνης. Και ναι μεν, όπως βασίμως προβάλλεται με τη κρινόμενη αίτηση, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένες πλην, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 4, ούτε οι αρχές αυτές ούτε το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος εμπόδιζαν τον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει την ως άνω διάταξη και να μεταβάλει, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, τον υφιστάμενο τρόπο αξιολογήσεως των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου, έστω και αν η αναιρεσείουσα και οι λοιπές επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων εθίγοντο (εβλάπτοντο) από την συγκεκριμένη νομοθετική μεταβολή, εξαιτίας του ότι είχαν αποβλέψει, μεταξύ άλλων, στον προηγούμενο τρόπο αξιολογήσεως των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου -ο οποίος είχε κατά τους ισχυρισμούς τους ως συνέπεια την εγγραφή μεγαλύτερου αριθμού μαθητών στα εκπαιδευτήριά τουςκαι προσδοκούσαν να πραγματοποιήσουν κέρδη από την σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα. Εξ άλλου, σύμφωνα με την ίδια ως άνω σκέψη, τυχόν μείωση, συνεπεία της επίμαχης νέας νομοθετικής ρυθμίσεως, της προσδοκίας της αναιρεσείουσας για την απόκτηση ορισμένου ύψους κερδών και της, ως εκ τούτου, ασύμφορης, κατά την εκτίμηση της ίδιας, δαπάνης για την ανάληψη της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δράσεως δεν συνιστούν περιουσιακό δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση δεν προσκρούει στο άρθρο αυτό ούτε, εν πάση περιπτώσει, στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως, όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ο Σύμβουλος Σπ. Μαρκάτης και ο Πάρεδρος Χαρ. Κομνηνός διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Οι συνταγματικής ισχύος αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της εμπιστοσύνης του διοικούμενου, στο βαθμό που περιορίζουν την ελευθερία του κοινού νομοθέτη να μεταβάλλει, κατΆεκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, το νομοθετικό καθεστώς σε υφιστάμενες έννομες σχέσεις και καταστάσεις, αναπτύσσουν τις συνέπειές τους χάριν των υποκειμένων των εννόμων αυτών σχέσεων και καταστάσεων οι οποίοι απέκτησαν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον υπό το καθεστώς, την μεταβολή του οποίου επιχειρεί ο κοινός νομοθέτη και, επομένως, μόνο ως προς αυτούς, ως αμέσως θιγόμενους, κρίνεται το κύρος της νομοθετικής μεταβολής βάσει των εν λόγω συνταγματικών αρχών. Ως προς τους μη αμέσως θιγόμενους υπό την ανωτέρω έννοια, η ασφάλεια δικαίου ουδόλως εγγυάται, καθΆόσον, ειδικότερα, αφορά την κατΆάρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της ελευθερίας της οικονομικής δραστηριότητας, το αμετάβλητο του νομοθετικού περιβάλλοντος υπό το οποίο αναλήφθηκε συγκεκριμένη επιχειρηματική δράση και δεν εμποδίζει νομοθετικές παρεμβάσεις που καθιστούν την δράση αυτή ολιγότερο ελκυστική για τον επιχειρηματία. Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2942/2001, με την οποία επιτρέπεται, από το σχολικό έτος 2000-2001, η επανεξέταση, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, μαθητών της Β΄ τάξεως ημερήσιου Ενιαίου Λυκείου και της Γ΄ τάξεως εσπερινού Ενιαίου Λυκείου οι οποίοι δεν κρίθηκαν προακτέοι κατά τις εξετάσεις που διεξάγονται κατά τον μήνα Ιούνιο και παρέχεται, ως εκ τούτου, στους μαθητές αυτούς μία ακόμη ευκαιρία προαγωγής στην ανώτερη τάξη του Ενιαίου Λυκείου, αφορά αποκλειστικώς τον τρόπο αξιολογήσεως των μαθητών των τάξεων του Ενιαίου Λυκείου και ουδόλως μετέβαλε το νομοθετικό καθεστώς ιδρύσεως και λειτουργίας των Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων και, ειδικότερα, όσα όριζε ο νόμος για την εισαγωγή μαθητών σΆαυτά. Συνεπώς, η ως άνω διάταξη, μη περιορίζουσα ευθέως τον κύκλο των δυναμένων να φοιτήσουν σε Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια, δεν έθιξε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον των εκμεταλλευομένων ιδιωτικά Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια ή όσων, όπως η αναιρεσείουσα εταιρεία, είχαν θέσει σε εφαρμογή, πριν την θέσπιση της διατάξεως αυτής, σχέδιο αναπτύξεως τέτοιας επιχειρηματικής δράσεως και, επομένως, η επίμαχη ρύθμιση δεν θεσπίσθηκε κατά παράβαση της ασφάλειας δικαίου στις έννομες σχέσεις της αναιρεσείουσας ούτε προσέβαλε δικαίωμα αυτής κατοχυρωμένο από υπερκείμενους κανόνες δικαίου και δεν γέννησε, κατά το άρθρο 105 ΕΙΣΝΑΚ, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση αυτής, όπως, ορθώς, κατΆαποτέλεσμα, έκρινε το διοικητικό εφετείο, αν και με διαφορετικές αιτιολογίες. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, πρέπει να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα ως αβάσιμα, οι δε λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις επί μέρους αιτιολογίες του διοικητικού εφετείου ως αλυσιτελείς.

9. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας την δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης Μ. Βλασερού

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Δεκεμβρίου 2014.

Ο Πρόεδρος του Α? Τμήματος Η Γραμματέας

Ν. Σακελλαρίου Β. Κατσιώνη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!