Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

Νομολογία

ΣτΕ 1198/2012

Αριθμός 1198/2012  

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  

ΤΜΗΜΑ Δ΄  

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Σαρπ, Ε. Αντωνόπουλος, Ηρ. Τσακόπουλος, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ουρ. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ρίπη.   

Για να δικάσει την από 15 Απριλίου 2002 αίτηση:  της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «V. I. - Φ. Α.Ε.», που εδρεύει στη ..... (.......), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.   

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθούν : 

1) η υπΆ αριθμ. 4665/11.3.2002 απόφασης της Διευθύντριας της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών (Φ.Α.Ε.) Θεσσαλονίκης και 

2) η υπΆ αριθμ. 4028/19.2.2002 πράξη της ίδιας ως άνω Διευθύντριας.   

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Κίντζιου.  

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.  

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και  

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  

Σκέφθηκε κατά το Νόμο  

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης – η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της 3855/2010 παραπεμπτικής αποφάσεώς του υπό πενταμελή σύνθεση, λόγω σπουδαιότητας – έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (......, ....../2002 ειδικά γραμμάτια).   

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση 

α) της 4028/19.2.2002 απόφασης της Διευθύντριας της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών (Φ.Α.Ε.) Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η υπΆ αρ. πρωτ. ....../15.2.2002 αίτηση χορήγησης στην αιτούσα εταιρεία αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας προς διασφάλιση σοβαρών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και 

β) της 4665/11.3.2002 πράξης της ως άνω Διευθύντριας, με την οποία εκδηλώθηκε εκ νέου άρνηση χορήγησης στην αιτούσα, κατόπιν της με αρ. πρωτ. ....../5.3.2002 αιτήσεώς της, αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας. Η δεύτερη αυτή πράξη προσβάλλεται απαραδέκτως ως μη εκτελεστή, καθόσον εκδόθηκε χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα της Διοίκησης, η οποία απλώς ενέμεινε στην υπό α΄ πράξη.   

3. Επειδή, καθΆ ερμηνεία του δικογράφου, προσβάλλεται και η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί του υπΆ αριθμ. ...../28.2.2002 αιτήματος της αιτούσης εταιρείας περί χορηγήσεως φωτοαντιγράφων των εγγράφων, στα οποία βασίσθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη.   

4. Επειδή, το άρθρο 26 του ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία…» (Α΄ 43), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε (άρθρα 9 παρ. 3 του ν. 2503/1997, Α΄ 107, 25 παρ. 1-4 του ν. 2648/1998, Α΄ 238 και 18 παρ. 1, 2 του ν. 2753/1999, Α΄ 249), και οι διατάξεις της, βάσει της εξουσιοδοτήσεως των παρ. 1, 3 και 4 του εν λόγω άρθρου 26, εκδοθείσης 1109793/6134-11/0016/1999 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β΄ 2134) προβλέπουν την, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, έκδοση από την οικεία Δ.Ο.Υ. «αποδεικτικού ενημερότητας» για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία έχουν καταβάλει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς το Δημόσιο, καθώς και τις υπερβαίνουσες ορισμένο χρηματικό ποσό βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές προς πρωτοβάθμιους και δευτεροβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και επιπλέον έχουν υποβάλει τις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, απόδοσης φόρου προστιθέμενες αξίας (ΦΠΑ)και παρακρατούμενου φόρου μισθωτών υπηρεσιών (βλ. άρθρα 26 παρ. 1, 3, 6 του ν. 1882/1990 και 1, 4, 5, 9 της Υ.Α.). Η προσκόμιση του αποδεικτικού αυτού ενημερότητας προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις ως προϋπόθεση για τη διενέργεια των αναφερομένων σε αυτές συναλλαγών και δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω, στη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2753/1999 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης, κατΆ επίκλησή της, της προσβαλλόμενης 4028/19.2.2002 πράξης, ορίζονται τα εξής :

«Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. με γραπτή συναίνεση των Διευθύνσεων Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και Ελέγχου μπορεί να αρνηθεί χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού» (βλ. και την ομοίου περιεχόμενου ρύθμιση που επαναλήφθηκε στο άρθρο 6 παρ. 3 της προαναφερόμενης 1109793/6134-11/0016/1999 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο).   

5. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 και της κατΆ εξουσιοδότησή του εκδοθείσης 1109793/6134-11/0016/1999 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών θεσπίζεται ο γενικής ισχύος κανόνας της ικανοποίησης αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο όταν συντρέχουν οι τασσόμενες στις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις χορήγησής του (καταβολή ή τακτοποίηση νομίμως των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών καθώς και υποβολή των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, αποδόσεως ΦΠΑ και παρακρατούμενου φόρου μισθωτών υπηρεσιών).

ΚατΆ εξαίρεση του γενικού αυτού κανόνα, με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 επιτρέπεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ειδικές περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος ή μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, κατόπιν συναινέσεως των οικείων Διευθύνσεων του Υπουργείου Οικονομικών, η άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ακόμη και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του. Με την πρόβλεψη του διοικητικού αυτού μέτρου, η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 7 εδ. δεύτερο, η οποία ως εισάγουσα εξαιρετική ρύθμιση είναι στενώς ερμηνευτέα, αποσκοπεί, όπως ευθέως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωσή της, στη διασφάλιση σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου τα οποία διακυβεύονται σε μεγάλο βαθμό σε περίπτωση οικονομικού εγκλήματος ή μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής. Ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη, με την επίμαχη ρύθμιση, σκοπός συνδέεται με υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην έγκαιρη και αποτελεσματική αποτροπή του κινδύνου απώλειας δημοσίων εσόδων ως απαραίτητου μέσου προς εκπλήρωση κρατικών σκοπών και, συνακόλουθα, στη μη δυσχέρανση της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, που άγει αναγκαίως σε επιβράδυνση ή ανατροπή της προγραμματισμένης από τη Διοίκηση δράσης με ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1392/2008, 3438/1998 Ολ.).

Ενόψει αυτών, συμφώνως προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας της οικονομικής ελευθερίας και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας καθώς και το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το οποίο η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν είναι επιτρεπτό να αναπτύσσεται επί βλάβη της εθνικής οικονομίας η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 7 εδ. δεύτερο του ν. 1882/1990 εισάγει στις προβλεπόμενες σε αυτήν ειδικές περιπτώσεις θεμιτό, κατά το Σύνταγμα, περιορισμό του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας με τη μη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, που αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την αποτελεσματική εξυπηρέτηση του ανωτέρω πληττόμενου δημοσίου συμφέροντος σκοπού, με τη συνεπαγόμενη αδυναμία διενέργειας ορισμένων συναλλαγών και δικαιοπραξιών για τις οποίες απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού. Παράλληλα, κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 26 παρ. 7 εδ. δεύτερο του ν. 1882/1990, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της συνταγματικά κατοχυρωμένης προστασίας της οικονομικής ελευθερίας, η κατΆ εφαρμογή της διατάξεως αυτής άρνηση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας απαιτείται να αιτιολογείται επαρκώς, ενόψει των εκάστοτε συντρεχουσών περιστάσεων, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων ουσιαστικών προϋποθέσεων, που καθιστούν επιβεβλημένη, λόγω μείζονος κινδύνου βλάβης των συμφερόντων του Δημόσιου, την άμεση λήψη του συγκεκριμένου εξαιρετικού μέτρου για την αποδιδόμενη, καθΆ υποκείμενο και κατά αντικείμενο, παράβαση της διάπραξης οικονομικού εγκλήματος ή μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής. Εξάλλου, η διατήρηση του ως άνω επιβαλλόμενου διοικητικού μέτρου πρέπει να μην υπερβαίνει τον εύλογο, κατά τις οικείες συνθήκες, χρόνο, η δε άρση του μπορεί να επιδιωχθεί από τον ενδιαφερόμενο δια της διοικητικής ή της δικαστικής οδού.   

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με την υπΆ αρ. πρωτ. ...../15.2.2002 αίτηση προς την Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης η αιτούσα εταιρεία ζήτησε να της χορηγηθεί αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας προκειμένου να το χρησιμοποιήσει προς μεταβίβαση Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την παραδεκτώς προσβαλλόμενη 4028/19.2.2002 απόφαση της Διευθύντριας της ως άνω Δ.Ο.Υ., κατόπιν συναινέσεως των Διευθύνσεων Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών (βλ. τα ..../ΕΜΠ-...../.....-...../28.1.2002 και ΕΜΠ ..../...../21.1.2002 έγγραφα).

Η άρνηση χορήγησης του αποδεικτικού εχώρησε κατΆ εφαρμογή του άρθρου 26 παρ. 7 εδ. δεύτερο του ν. 1882/1990 προς διασφάλιση σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου, λόγω της αποδιδόμενης σε αυτήν διαπράξεως οικονομικού εγκλήματος συνισταμένου σε μεγάλης εκτάσεως παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α. Συγκεκριμένα, από διενεργηθέντες ελέγχους διαπιστώθηκε ότι η αιτούσα εταιρεία, με αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την «εισαγωγή, εξαγωγή, εμπορία γενικώς (χονδρικώς και λιανικώς) φωτογραφικών, ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών ειδών και αξεσουάρ αυτών και ασυρματικών συσκευών» με έδρα τη Θεσσαλονίκη, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης εικονικά φορολογικά στοιχεία, ως αναφερόμενα σε ανύπαρκτες συναλλαγές, και άσκησε παράνομα το δικαίωμα επιστροφής Φ.Π.Α. εισπράττοντας το ποσό του 1.518.381.494 δραχμών (τελικώς προσδιορισθέν σε 1.625.978.931 δρχ.) για φερόμενες ως πραγματοποιηθείσες από αυτήν κατά τις χρήσεις 1998 έως και 2001 εξαγωγές σημαντικών ποσοτήτων φωτογραφικού χαρτιού στη Βουλγαρία, το οποίο εφέρετο ότι, μεταξύ άλλων «εξαγωγικών» εταιρειών είχε προμηθευτεί από τις εταιρείες «Α. Φ. Υ. Ε.Π.Ε.» και «Α. Φ. Α.Ε.Β.Ε.», με αρχικώς εκτιμώμενη απώλεια εσόδων του Δημοσίου υπερβαίνουσα το συνολικό ποσό των 10.000.000.000 δρχ. από παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α. στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (βλ. ιδίως τα έγγραφα ...../7.9.2001, ...../...../19.12.2001, ΕΜΠ:.../17.1.2002 και ..../22.1.2002 του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, ..../24.1.2002 του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής και ΕΜΠ:..../13.12.2001 της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά καθώς και ..../4.11.2003 της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης με τις απόψεις επί της υποθέσεως).

Υπό τα δεδομένα αυτά, τα οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητούνται ειδικώς από την αιτούσα με την υπό κρίση αίτηση, η επίδικη άρνηση χορήγησης του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως.   

7. Επειδή, περαιτέρω, με τη κρινόμενη αίτηση πλήττεται και η παράλειψη της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης να αποφανθεί επί του αιτήματος της αιτούσης εταιρείας να χορηγηθούν σε αυτήν φωτοαντίγραφα των εγγράφων (...../7.9.2001 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ΕΜΠ:..../17.1.2002 του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας και ..../ΕΜΠ-..../.....-..../28.1.2002 της 16ης Διεύθυνσης Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών) κατΆ επίκληση των οποίων η ως άνω Δ.Ο.Υ. είχε αρνηθεί, με την προσβαλλόμενη 4028/19.2.2002 απόφασή της, τη χορήγηση του αποδεικτικού. Δεδομένου όμως ότι η ανωτέρω άρνηση χορήγησης του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας εκρίθη ως νόμιμη, η ακύρωση της παραλείψεως αυτής παρίσταται ως αλυσιτελής.   

8. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.  

Διά ταύτα  

Απορρίπτει την αίτηση.  

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.  

Επιβάλλει στην αιτούσα εταιρεία τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, ανερχόμενη στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.  

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011.  

Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος Η Γραμματέας  

Σωτ. Αλ. Ρίζος Αικ. Ρίπη 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2012.  

Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος Η Γραμματέας του Δ' Τμήματος  

Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπαδοπούλου  

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!