ΦΠΑ

ΠΟΛ. 1103/2017 Επίσπευση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ

Αριθμ. ΠΟΛ. 1103

ΦΕΚ Β' 2536/21.07.2017

Επίσπευση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου των υποκειμένων που έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους και είτε πραγματοποιούν κυρίως πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, είτε είναι κάτοχοι «άδειας Α.Ε.Ο. Authorised Economic Operator» ή «αδειών απλουστευμένων διαδικασιών».

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:

α) Του άρθρου 42 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013 ΦΕΚ 170 Α΄) και ειδικότερα της παρ. 5, όπως ισχύουν.

β) Του Κεφαλαίου Α’ «Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων» του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) και ειδικότερα του άρθρου 7, της παρ. 1 του άρθρου 14, και του άρθρου 41.

γ) Της παρ. 3 του άρθρου 32, της παρ. 1 του άρθρου 34 καθώς και του άρθρου 57 του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με το ν. 2859/2000 ΦΕΚ 248 Α΄/7.11.2000), όπως ισχύουν.

δ) Του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013 ΦΕΚ 170 Α΄) και ειδικότερα των άρθρων 12, 36, 44, 48 παρ. 2, όπως ισχύουν.

ε) Του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα ν. 2960/2001 (ΦΕΚ Α΄ 265/22.11.2001).

στ) Των άρθρων 3 και 83 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε. ν.δ. 356/1974, ΦΕΚ 90 Α΄), όπως ισχύουν.

ζ) Της περίπτωσης 2 της Υποπαραγράφου ΙΑ.2 της Παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85).

η) Του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθμ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 269/10.10.2013), τις κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεις και τις διατάξεις εφαρμογής του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα καν. (ΕΕ) αριθμ. 2446/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) και καν. (ΕΕ) αριθμ. 2447/2015 της Επιτροπής (L 343/29.12.2015) καθώς και τις διατάξεις του κατ’ εξουσιοδότηση καν. (ΕΕ) αριθμ. 341/2016 της Επιτροπής (L 69/15.03.2016) όσον αφορά μεταβατικούς κανόνες για ορισμένες διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα για τις περιπτώσεις που τα σχετικά ηλεκτρονικά συστήματα δεν έχουν τεθεί ακόμη σε λειτουργία, και την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής.

θ) Των ΑΥΟ ΠΟΛ 1090/2012 (ΦΕΚ 1146 Β΄/10.4.2012) «Διαδικασία επιστροφής ΦΠΑ προς τις επιχειρήσεις και επιτηδευματίες» και ΠΟΛ 1067/2013 (ΦΕΚ 775 Β΄/ 3.4.2013) «Διαδικασία επιστροφής ΦΠΑ προς τις επιχειρήσεις και επιτηδευματίες -Τροποποίηση των ΑΥΟ ΠΟΛ 1090/2012 και ΠΟΛ 1073/2004 Κατάργηση των ΑΥΟ ΠΟΛ 1016/2010 και 1108/2010.».

ι) Της ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1212/2014 (ΦΕΚ Β΄ 2602/30.9.2014) «Επίσπευση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου για τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν κυρίως πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ και έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους». 

κ) Της αριθμ. Δ. ΟΡΓ. Α 1036960 ΕΞ 2017/10.3.2017 (Β΄ 968) απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».

2. Την αριθμ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (Β΄ 130 και Β΄ 372) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαραγράφου α΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.

3. Την αριθμ. 1 της 20.1.2016 (Υ.Ο.Δ.Δ. 18) πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016.

4. Την ανάγκη επίσπευσης της διαδικασίας επιστροφής ΦΠΑ σε υποκείμενους που είναι κάτοχοι «άδειας Α.Ε.Ο. Authorised Economic Operator» ή κάτοχοι «αδειών απλουστευμένων διαδικασιών», σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα, καθώς θεωρούνται χαμηλού κινδύνου, με σκοπό την μείωση του διοικητικού κόστους της φορολογικής διοίκησης.

5. Την ανάγκη επίσπευσης της διαδικασίας επιστροφής ΦΠΑ σε εξαγωγικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις που δεν επιβαρύνουν τις πράξεις που πραγματοποιούν με ΦΠΑ, που λόγω του μεγέθους τους είναι χαμηλού κινδύνου, με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς και τη μείωση του διοικητικού κόστους της φορολογικής διοίκησης.

6. Την ανάγκη καθορισμού κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου για τις επιχειρήσεις, οι οποίες αιτούνται υψηλά ποσά επιστροφής ΦΠΑ ετησίως, λόγω πραγματοποίησης κυρίως πράξεων που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, με δικαίωμα έκπτωσης και εμφανίζουν υψηλό βαθμό συμμόρφωσης και οι οποίες θα περιλαμβάνονται σε ειδικό κατάλογο επιχειρήσεων, με σκοπό την άμεση επιστροφή χωρίς έλεγχο.

7. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Προϋποθέσεις και κριτήρια διεκπεραίωσης αιτήσεων επιστροφής κατά προτεραιότητα και χωρίς έλεγχο

1. Οι υποκείμενοι στο φόρο οι οποίοι:

α) είναι κάτοχοι «άδειας Α.Ε.Ο. Authorised Economic Operator» ή κάτοχοι «αδειών απλουστευμένων διαδικασιών», σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα, εξαιρουμένων των άμεσων και έμμεσων τελωνειακών αντιπροσώπων, που έχουν άδειες σε ισχύ, ή

β) πραγματοποιούν πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του κύκλου εργασιών τους για σκοπούς ΦΠΑ κατά το προηγούμενο ημερολογιακό δωδεκάμηνο, εντάσσονται σε κατάλογο υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση και οι αιτήσεις τους διεκπεραιώνονται κατά προτεραιότητα και χωρίς έλεγχο, καθώς θεωρούνται για τους σκοπούς της ανάλυσης κινδύνου που ορίζεται στις ΑΥΟ ΠΟΛ 1090/2012 και ΠΟΛ 1067/2013 ως εξαιρετικά χαμηλού κινδύνου.

2. Οι υποκείμενοι της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 κατατάσσονται με βάση το συνολικό ύψος του αιτούμενου ποσού τους για το προηγούμενο ημερολογιακό δωδεκάμηνο, κατά φθίνουσα σειρά και εντάσσονται στον ανωτέρω κατάλογο μέχρι εξαντλήσεως ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) του συνολικά αιτούμενου προς επιστροφή ποσού, από όλους τους υποκείμενους για το ίδιο ημερολογιακό διάστημα.

3. Οι υποκείμενοι της παραγράφου 1, εντάσσονται στον κατάλογο της παραγράφου αυτής, μόνο εφόσον έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών και κατά τα τελευταία τρία (3) φορολογικά έτη, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος, πληρούν σωρευτικά τα παρακάτω κριτήρια:

α) Έχουν ελεγχθεί για τουλάχιστον τρείς (3) φορολογικές περιόδους και το σύνολο των επιστραφέντων κατόπιν ελέγχων ποσών δεν διαφέρει από το συνολικά αιτούμενο ποσό σε ποσοστό άνω του πέντε τοις εκατό (5%).

β) Δεν έχουν υποπέσει σε φορολογικές παραβάσεις του παραρτήματος Ι της παρούσας, καθώς και σε τελωνειακές παραβάσεις του παραρτήματος ΙΙ της παρούσας, οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στα μηχανογραφικά συστήματα «TAXIS» και «ICIS» αντίστοιχα.

γ) Δεν χαρακτηρίζονται ως ύποπτοι για συμμετοχή σε απάτη που αφορά στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, κατόπιν εφαρμογής κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου, τα οποία εξετάζονται σε κεντρικό επίπεδο αποκλειστικά και δεν δημοσιοποιούνται.

4. Σε κάθε περίπτωση κατά την εξόφληση των εκκαθαρισμένων επιστροφών (Ατομικών Φύλλων Έκπτωσης Α.Φ.ΕΚ.) τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί συμψηφισμού και αποδεικτικού ενημερότητας κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και των άρθρων 12, 42 παρ. 1, άρθρου 48 παρ. 2 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως ισχύουν.

Επίσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της περίπτωσης 2 της Υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) σχετικά με τη υποχρεωτική διενέργεια συμψηφισμών με οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην κοινή υπουργική απόφαση Β/7/35889/2582/17.10.2014 (ΦΕΚ Β΄ 2795), όπως ισχύουν.

Άρθρο 2
Κατάρτιση καταλόγου υποκείμενων στο φόρο

1. Ο κατάλογος υποκειμένων καθορίζεται κάθε εξάμηνο, το μήνα Φεβρουάριο και το μήνα Αύγουστο εκάστου έτους και ισχύει για τις αιτήσεις που καταχωρούνται στο σύστημα TAXIS από την 1η των μηνών αυτών και έως την δημιουργία του επόμενου καταλόγου. Τυχόν καθυστέρηση για τον καθορισμό του καταλόγου σε κάποιον από τους ανωτέρω μήνες δεν μεταβάλλει χρονικά τον καθορισμό του επόμενου καταλόγου.

Το μήνα Φεβρουάριο ο κατάλογος καθορίζεται με βάση το σύνολο των ισχυουσών αδειών AEO και αδειών απλουστευμένων διαδικασιών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, των υποβληθεισών δηλώσεων ΦΠΑ που αφορούν φορολογικές περιόδους για το δωδεκάμηνο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και ολοκληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου φορολογικού έτους, καθώς και τις αιτήσεις επιστροφής που υποβλήθηκαν το δωδεκάμηνο αυτό. Το μήνα Αύγουστο ο κατάλογος καθορίζεται κατ’ αναλογία, με βάση το δωδεκάμηνο που αρχίζει την 1η Ιουλίου του προηγούμενου φορολογικού έτους και ολοκληρώνεται την 30η Ιουνίου του τρέχοντος φορολογικού έτους.

Ο κατάλογος υπόκειται σε αναθεώρηση εντός της περιόδου ισχύος του σε περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η συμμετοχή των υποκειμένων στον κατάλογο, καθώς και η τυχόν διαγραφή τους, γνωστοποιείται σε αυτούς μέσω του πληροφορικού συστήματος TAXISnet.

2. Οι υποκείμενοι που πληρούν ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και των δύο περιπτώσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εντάσσονται στον κατάλογο της παραγράφου αυτής, λόγω της πραγματοποίησης πράξεων που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του κύκλου εργασιών τους κατά το προηγούμενο ημερολογιακό δωδεκάμηνο.

3. Σε περίπτωση που για έναν ή περισσότερους από τους υποκείμενους του καταλόγου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται ένα τουλάχιστον εκ των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ή ότι δεν διαθέτουν άδεια ΑΕΟ ή άδεια απλουστευμένων διαδικασιών της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, ο υποκείμενος διαγράφεται από τον κατάλογο. Η διαγραφή γίνεται οποτεδήποτε εντός της περιόδου ισχύος του καταλόγου και άμεσα με την ανωτέρω διαπίστωση. Η κατοχή άδειας ΑΕΟ ή άδειας απλουστευμένων διαδικασιών εξετάζεται μόνο για τους υποκείμενους που έχουν ενταχθεί στον κατάλογο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 λόγω της ιδιότητάς τους αυτής.

4. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. διαθέτει στοιχεία από τα οποία προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας από τον υποκείμενο, υποχρεούται να εισηγηθεί τη διενέργεια ελέγχου πριν την επιστροφή. Το αίτημα, με πλήρη αιτιολόγηση, υποβάλλεται προς έγκριση στη Δ/ νση Ελέγχων, μέσω του συστήματος ELENXIS, η οποία εγκρίνει ή απορρίπτει το αίτημα εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης του αιτήματος.

5. Μετά τη διενέργεια της επιστροφής διενεργείται ετησίως δειγματοληπτικός έλεγχος των υποκειμένων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Το εν λόγω δείγμα προσδιορίζεται από τη Δ/νση Ελέγχων και καλύπτει τουλάχιστον το δέκα τοις εκατό (10%) των υποκειμένων αυτών.

6. Η παρούσα απόφαση ισχύει για αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ που καταχωρούνται στο σύστημα TAXIS από 1.7.2017 και εφεξής.

7. Ειδικά για την πρώτη εφαρμογή, ο κατάλογος των υποκειμένων ισχύει και για όλες τις εκκρεμείς αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ αυτών, που έχουν καταχωρηθεί στο σύστημα TAXIS από 1.1.2016 έως και 30.6.2017. Ως εκκρεμείς αιτήσεις για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λογίζονται οι αιτήσεις, οι οποίες έχουν επιλεγεί για έλεγχο και δεν έχει εκδοθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου έως τη δημοσίευση της παρούσας, με εξαίρεση τις αιτήσεις, επιστροφής που έχουν επιλεγεί για έλεγχο κατόπιν εισήγησης του αρμοδίου Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., για τις οποίες η επιστροφή διενεργείται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου.

Στις εκκρεμείς αιτήσεις της παρούσας παραγράφου η επιστροφή του φόρου πραγματοποιείται άμεσα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που συντρέχει παραγραφή της αξίωσης προς επιστροφή, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. διαθέτει στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας από ευρήματα του διενεργούμενου ελέγχου ή από άλλα στοιχεία, αυτός υποχρεούται να ολοκληρώσει τον έλεγχο πριν την επιστροφή, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων περί παραγραφής.

Παράρτημα Ι

Κατάλογος φορολογικών παραβάσεων, για την εφαρμογή της παραγράφου 3.β. του άρθρου 1.

1. Μη έκδοση φορολογικού στοιχείου ή ανακριβής έκδοσή του ή μη καταχώρηση σερβιρισθέντων ειδών στα δελτία παραγγελίας.

2. Έκδοση πλαστών, έκδοση λήψη εικονικών (μερικώς ή ολικώς) ή λήψη ανακριβών φορολογικών στοιχείων.

3. Μη καταχώρηση ή ανακριβής καταχώρηση στοιχείων ή καταχώρηση ανύπαρκτης αγοράς, πώλησης, εσόδου, εξόδου.

4. Μη καταχώρηση ή ανακριβής καταχώρηση ως προς την ποσότητα στο Βιβλίο Απογραφών εμπορεύσιμου περιουσιακού στοιχείου ή καταχώρηση ανύπαρκτου στοιχείου απογραφής.

5. Νόθευση στοιχείων.

6. Μη εξόφληση στοιχείων πώλησης με τον προσήκοντα τρόπο.

7. Μη έκδοση στοιχείου παράδοσης κτισμάτων.

8. Παρεμπόδιση του προληπτικού ελέγχου με θετικές ενέργειες ή μη συνεργασία στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου.

9. Μη ανταπόκριση σε αίτηση της φορολογικής διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή μη επίδειξη βιβλίων και στοιχείων για δεύτερη και επόμενη φορά.

10. Μη τήρηση βιβλίων πρωτογενών καταχωρήσεων ή τήρηση κατώτερης κατηγορίας ή μη τήρηση ισοζυγίου γενικού αναλυτικών καθολικών.

11. Μη τήρηση πρόσθετων βιβλίων της παρ. 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ ή της παρ. 23 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Α.Σ. ή του βιβλίου κοστολογίου οικοδομών καθώς και η μη καταχώρηση ή ανακριβής καταχώρηση στα βιβλία αυτά.

12. Μη διαφύλαξη βιβλίων, στοιχείων και άλλων δικαιολογητικών εγγραφής καθώς και φορολογικών μηχανισμών.

13. Παραβίαση ή παραποίηση φορολογικών μηχανισμών, καθώς και η υποβολή ανακριβών στοιχείων για χορήγηση άδειας καταλληλότητας φορολογικών μηχανισμών.

14. Έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης από μη εγκεκριμένο ή μη δηλωμένο ή παραβιασμένο φορολογικό μηχανισμό.

15. Έκδοση στοιχείου με ΦΠΑ από μη υπόχρεο.

16. Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβών δηλώσεων ΦΠΑ.

17. Μη αποστολή δεδομένων συστήματος ΕΙΣΡΟΩΝ - ΕΚΡΟΩΝ.

18. Άσκηση οικονομικής δραστηριότητας χωρίς έναρξη.

Παράρτημα ΙI
Κατάλογος τελωνειακών παραβάσεων, για την εφαρμογή της παραγράφου 3.β. του άρθρου 1.

1. Η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο.

2. Οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.

3. Η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων.

4. Η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας Αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή.

5. Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων.

6. Η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό του πλοίου.

7. Η ύπαρξη εμπορευμάτων έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε πλοίο, πλοιάριο ή πλωτό μέσο ανεξαρτήτου χωρητικότητας, το οποίο έχει προσορμήσει χωρίς ανώτερη βία σε λιμάνι ή όρμο του κράτους, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση.

8. Η κατά την ώρα της αναχώρησης από το πλοίο έλλειψη εμπορευμάτων, που φορτώθηκαν για το εξωτερικό ή για άλλο λιμάνι του κράτους, με παραστατικό διαμετακόμισης.

9. Η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας.

10. Η με οποιαδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο ή παραποίηση αυτού και η με οποιοδήποτε τρόπο τοποθέτηση του, ενσωμάτωση του σε άλλο αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι.

11. Η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγομένων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

12. Η παράνομη εισαγωγή ή μεταφορά ειδών και δειγμάτων άγριας πανίδας και χλωρίδας που κινδυνεύουν με εξαφάνιση και προστατεύονται από Κοινοτικές ή Διεθνείς συμβάσεις.

13. Η με οποιοδήποτε τρόπο διάθεση στην κατανάλωση εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης.

14. Η χωρίς άδεια εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς.

15. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό την μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης παντός οχήματος.

16. Η δήλωση ψευδών στοιχείων ή παραποίηση των κατατιθεμένων παραστατικών ή χρήση ιδιαίτερου τεχνάσματος με αποτέλεσμα την μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένων φορολογικών ή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο όχημα.

17. Κατοχή ή κυκλοφορία οχήματος τρίτης χώρας που έχει τεθεί σε ανάλωση χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης πέραν των τριών μηνών αφότου το τέλος κατέστη απαιτητό χωρίς ο υπόχρεος να προσέλθει στη τελωνειακή αρχή για την νόμιμη τακτοποίηση.

18. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται για τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Άρθρο 3
Τελικές διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργείται η ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ 1212/2014 (ΦΕΚ Β΄ 2602/30.9.2014).

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2017

Ο Διοικητής
Γ. ΠΙΤΣΙΛΗΣ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ