Ο. 3005/2026 Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων πρώτου έως ένατου του ν. 5273/2026
| ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΑΔΕ Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΕΘΝΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ (Δ.Δ.ΦΟ.Σ.) ΤΜΗΜΑ Β’ – ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Ταχ. Δ/νση : Πειραιώς 180 Ταχ. Κώδικας : 177 78, Ταύρος Tηλέφωνο : 2131410160 Email : dos.c@aade.gr Url : www.aade.gr |
Αθήνα, 4 Φεβρουαρίου 2026 Ο. 3005 ΠΡΟΣ: Ως Πίνακας Διανομής |
Θέμα: Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων πρώτου έως ένατου του ν. 5273/2026 (Α'13) με τίτλο «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων και εφαρμοστικές διατάξεις».
|
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Α) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων πρώτου έως ένατου του ν. 5273/2026 (Α'13). Β) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Κοινοποίηση των διατάξεων των κάτωθι άρθρων του ν. 5273/2026: 1. Άρθρο πρώτο «Κύρωση Συμφωνίας» 2. Άρθρο δεύτερο «Καθορισμός αρμόδιας αρχής, περιορισμοί και διαδικασία κοινοποίησης στοιχείων» 3. Άρθρο τρίτο «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» 4. Άρθρο τέταρτο «Υποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων» 5. Άρθρο πέμπτο «Απαιτήσεις υποβολής στοιχείων» 6. Άρθρο έκτο «Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας» 7. Άρθρο έβδομο «Ορισμοί» 8. Άρθρο όγδοο «Εξουσιοδοτικές διατάξεις» 9. Άρθρο ένατο «Έναρξη ισχύος» Γ) ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 1. Το άρθρο πρώτο αφορά την κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων. 2. Το άρθρο δεύτερο αφορά τον καθορισμό της αρμόδιας αρχής της Ελλάδας, τους περιορισμούς της διοικητικής συνεργασίας και τη διαδικασία κοινοποίησης στοιχείων τόσο από την Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας προς τις Αρμόδιες Αρχές με τις οποίες η ΠΣΑΑ είναι σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής, όσο και από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. 3. Το άρθρο τρίτο αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα, το πλαίσιο προστασίας των ανταλλασσόμενων πληροφοριών, τον προσδιορισμό των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και της Αρμόδιας Αρχής της Ελλάδας ως υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων, τις υποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έναντι των ενδιαφερόμενων φυσικών προσώπων, το χρονικό διάστημα τήρησης των πληροφοριών που υφίστανται επεξεργασία στο πλαίσιο της κυρούμενης ΠΣΑΑ και τις ενέργειες των αρμόδιων ελληνικών αρχών στην περίπτωση παραβίασης δεδομένων στην Ελλάδα. 4. Το άρθρο τέταρτο αφορά τις υποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. 5. Το άρθρο πέμπτο αφορά τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων για τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. 6. Το άρθρο έκτο αφορά τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. 7. Το άρθρο έβδομο αφορά τους ορισμούς που διέπουν το πλαίσιο για την εφαρμογή των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. 8. Το άρθρο όγδοο αφορά τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου. 9. Το άρθρο ένατο αφορά την έναρξη ισχύος του κοινοποιούμενου νόμου. |
Σας κοινοποιούμε συνημμένα, για ενημέρωση και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων πρώτου έως ένατου του ν. 5273/2026 (Α'13), ως εξής:
Άρθρο πρώτο
Κύρωση Συμφωνίας
Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου του κοινοποιούμενου νόμου κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, η Πολυμερής Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), που υπεγράφη από την Ελληνική Δημοκρατία μέσω σχετικής Δήλωσης στις 19 Νοεμβρίου 2024, στην αγγλική γλώσσα ως προς τη Δήλωση, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα ως προς την ΠΣΑΑ, και το σύνολο αυτών μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα.
Άρθρο δεύτερο
Καθορισμός αρμόδιας αρχής, περιορισμοί και διαδικασία κοινοποίησης στοιχείων
Με τη διάταξη του άρθρου δεύτερου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
1. Ως Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας που ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοχείων, με την επιφύλαξη των παρ. 1, 5 και 6 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, ορίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).
2. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.:
α) να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει της ΠΣΑΑ, ειδοποιώντας εγγράφως μια άλλη Αρμόδια Αρχή, και
β) να τερματίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΠΣΑΑ, ή σε σχέση με συγκεκριμένη Αρμόδια Αρχή, κοινοποιώντας εγγράφως την καταγγελία στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου της περ. δ) της παρ. 1 του Τμήματος 1 της ΠΣΑΑ, σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, αντίστοιχα.
3. Για τα ημερολογιακά έτη από την 1η Ιανουαρίου 2026 και εξής, η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του Τμήματος 3 της ΠΣΑΑ, τις πληροφορίες της παρ. 3 του Τμήματος 2, που αφορούν Δηλωτέα Πρόσωπα στις Αρμόδιες Αρχές των Δικαιοδοσιών με τις οποίες η ΠΣΑΑ είναι σε ισχύ δυνάμει της παρ. 2 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της.
4. Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων της παρ. Β του άρθρου έβδομου υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή τις πληροφορίες του άρθρου πέμπτου, σύμφωνα με τους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου.
5. Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούνται να θεσπίζουν ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά εσωτερικά συστήματα και διαδικασίες συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β' του παρόντος.
Άρθρο τρίτο
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Με τη διάταξη του άρθρου τρίτου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
1. Όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών δυνάμει της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) υπόκεινται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (L 119), καθώς και στον ν. 4624/2019 (Α' 137). Οι υποχρεώσεις ενημέρωσης του άρθρου 13 και της παρ. 1 του άρθρου 14 και το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιορίζονται στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που ο περιορισμός τους συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για τη διασφάλιση σημαντικών στόχων γενικού δημοσίου συμφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας ή άλλου κράτους μέλους, ιδίως επί σημαντικών οικονομικών ή χρηματοοικονομικών, νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών στόχων.
Οι αρμόδιες αρχές της Ελλάδας:
α) αποφασίζουν τον περιορισμό των εν λόγω υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τεκμηριώνοντας τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται αυτή η απόφαση, κατόπιν γνώμης του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον ζητηθούν,
β) ενημερώνουν εγγράφως το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση ή περιορισμό της ενημέρωσης ή της πρόσβασης και για τον λόγο αυτής. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί να παραλείπεται εάν η παροχή των σχετικών πληροφοριών υπονομεύει έναν από τους ως άνω σκοπούς,
γ) ενημερώνουν το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.
2. Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και η Αρμόδια Αρχή αποτελούν υπευθύνους επεξεργασίας δεδομένων, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού.
3. Κάθε Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων:
α) ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν συλλέγονται και διαβιβάζονται σύμφωνα με την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β' του παρόντος, και
β) παρέχει σε κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο όλες τις πληροφορίες που δικαιούται να λάβει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων, ώστε να έχει επαρκή χρόνο να ασκήσει τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων του και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την υποβολή των πληροφοριών.
4. Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β' του παρόντος, διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τους κανόνες περί παραγραφής κάθε υπευθύνου επεξεργασίας.
Τα αρχεία των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με την ΠΣΑΑ, διατηρούνται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι λιγότερο από πέντε (5) έτη από την ημερομηνία παραλαβής τους για την επίτευξη των σκοπών της.
5. Στην περίπτωση παραβίασης δεδομένων στην Ελλάδα, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ερευνούν την παραβίαση δεδομένων και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τον περιορισμό των συνεπειών της και την αποκατάστασή της σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
Άρθρο τέταρτο
Υποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων
Με τη διάταξη του άρθρου τέταρτου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
Α. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, εάν είναι:
1) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που κατοικεί για φορολογικούς σκοπούς στην Ελλάδα,
2) Οντότητα η οποία:
α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ελλάδας και
β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στην Ελλάδα, είτε έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικών δηλώσεων ή δηλώσεων φορολογικών στοιχείων στις φορολογικές αρχές της Ελλάδας, όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας,
3) Οντότητα της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, ή
4) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που έχει συνήθη τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.
B. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, όσον αφορά τις Σχετικές Συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω Υποκαταστήματος εγκατεστημένου στην Ελλάδα.
Γ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις περ. 2, 3 ή 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου.
Δ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις περ. 3 ή 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι είναι Οντότητα η οποία:
α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τους νόμους της εν λόγω Δικαιοδοσίας Εταίρου και
β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στη Δικαιοδοσία Εταίρου είτε έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικών δηλώσεων ή δηλώσεων φορολογικών στοιχείων στις φορολογικές αρχές της Δικαιοδοσίας Εταίρου όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας.
E. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την περ. 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι η διοίκησή του ασκείται από την εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου.
ΣΤ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την περ. 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου.
Ζ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, στην Ελλάδα, όσον αφορά τις Σχετικές Συναλλαγές που πραγματοποιεί μέσω Υποκαταστήματος σε μια Δικαιοδοσία Εταίρου, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από το εν λόγω Υποκατάστημα στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου.
H. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα σύμφωνα με τις περ. 1, 2, 3, 4 της παρ. Α, εάν έχει υποβάλει κοινοποίηση στην Ελλάδα σε μορφότυπο που καθορίζεται από την Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τους κανόνες μιας Δικαιοδοσίας Εταίρου βάσει ουσιαστικά παρόμοιου δεσμού στον οποίο υπόκειται στην Ελλάδα.
Άρθρο πέμπτο
Απαιτήσεις υποβολής στοιχείων
Με τη διάταξη του άρθρου πέμπτου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
Α. Για κάθε σχετικό ημερολογιακό έτος, και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων του άρθρου τέταρτου και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας του άρθρου έκτου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά στους Χρήστες Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέοι Χρήστες ή έχουν Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:
1. Το όνομα, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, τον/τους Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας και τον/τους ΑΦΜ της οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, καθώς και τον ρόλο(ους) δυνάμει του οποίου(ων) κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας.
2. Το όνομα, τη διεύθυνση και τον αριθμό ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
3. Για κάθε είδος Σχετικού Κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο έχει πραγματοποιήσει Σχετικές Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους:
α) την πλήρη ονομασία του είδους του Σχετικού Κρυπτοστοιχείου,
β) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,
γ) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων καιτον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,
δ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων,
ε) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων,
στ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής,
ζ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο Μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. β' και δ',
η) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο Μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. γ', ε' και στ', και
θ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και τον συνολικό αριθμό Μεταβιβάσεων από τον Δηλωτέο Χρήστη που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις πορτοφολιού που δεν είναι γνωστό στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Β. Κατά παρέκκλιση της περ. 1 της παρ. Α, ο ΑΦΜ δεν απαιτείται να αναφέρεται εάν:
1. Δεν έχει εκδοθεί ΑΦΜ από την οικεία Δηλωτέα Δικαιοδοσία ή
2. το εθνικό δίκαιο της οικείας Δηλωτέας Δικαιοδοσίας δεν απαιτεί τη συλλογή του ΑΦΜ που έχει εκδοθεί από την εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία.
Γ. Κατά παρέκκλιση της περ. 1 της παρ. Α', ο τόπος γέννησης δεν απαιτείται να δηλωθεί, εκτός εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται άλλως να τον λάβει και να τον αναφέρει βάσει της εθνικής νομοθεσίας.
Δ. Για τους σκοπούς των υποπερ. β' και γ' της περ. 3 της παρ. Α, το καταβληθέν ή εισπραχθέν ποσό πρέπει να αναφέρεται στο Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε.
Σε περίπτωση που τα ποσά καταβλήθηκαν ή ελήφθησαν σε πολλαπλά Παραστατικά Νομίσματα, τα ποσά πρέπει να αναφέρονται σε ένα μόνο Παραστατικό Νόμισμα, μετατρεπόμενο κατά τη στιγμή κάθε Σχετικής Συναλλαγής με τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
E. Για τους σκοπούς των υποπερ. δ' έως θ' της περ. 3 της παρ. Α', η πραγματική εμπορική αξία πρέπει να προσδιορίζεται και να αναφέρεται σε ενιαίο Παραστατικό Νόμισμα, αποτιμώμενο κατά τον χρόνο κάθε Σχετικής Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
ΣΤ. Οι πληροφορίες που αναφέρονται πρέπει να προσδιορίζουν το Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο αναφέρεται κάθε ποσό.
Ζ. Οι πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. Α' πρέπει να υποβάλλονται έως τις 31 Μαρτίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες.
Άρθρο έκτο
Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας
Με τη διάταξη του άρθρου έκτου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
Ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζεται ως Δηλωτέος Χρήστης από την ημερομηνία ταυτοποίησής του σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στο παρόν άρθρο.
A. Διαδικασίες Δέουσας Επιμέλειας για Ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων
Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται προκειμένου να προσδιοριστεί αν ο Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.
1. Κατά τη σύναψη της σχέσης με τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή όσον αφορά τους Προϋπάρχοντες Ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των παρόντων κανόνων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να λάβει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC).
2. Εάν, σε οποιοδήποτε σημείο, υπάρξει μεταβολή των περιστάσεων σε σχέση με Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να έχει λόγο να γνωρίζει ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και πρέπει να λάβει έγκυρη αυτοπιστοποίηση, ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση που να υποστηρίζει την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.
B. Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Οντότητες - Χρήστες Κρυπτοστοιχείων
Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται προκειμένου να προσδιοριστεί αν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης ή Οντότητα, πλην Εξαιρούμενου Προσώπου ή Ενεργής Οντότητας, με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.
1. Προσδιορισμός του αν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.
α) Κατά τη σύναψη της σχέσης με την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με Προϋπάρχουσες Οντότητες - Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως δώδεκα (12) μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των παρόντων κανόνων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να λάβει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC).
Εάν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων πιστοποιήσει ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασιστεί στον τόπο άσκησης της πραγματικής διοίκησης ή στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου για να προσδιορίσει την κατοικία της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
β) Εάν από την αυτοπιστοποίηση προκύπτει ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ως Δηλωτέο Χρήστη, εκτός εάν κρίνει ευλόγως, βάσει της αυτοπιστοποίησης ή πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
2. Προσδιορισμός του αν η Οντότητα έχει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.
Όσον αφορά Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, πλην Εξαιρούμενου Προσώπου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να προσδιορίζει αν διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εκτός εάν κρίνει ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Ενεργή Οντότητα, βάσει αυτοπιστοποίησης από την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
α) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
Για τους σκοπούς του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και διατηρούνται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες συνάδουν με τις Συστάσεις της Financial Action Task Force (FATF) (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012. Εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται εκ του νόμου να εφαρμόζει τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC) που συνάδουν με τις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012, πρέπει να εφαρμόζει ουσιαστικά παρόμοιες διαδικασίες για τους σκοπούς του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων.
β) Προσδιορισμός του αν ένα Ελέγχον Πρόσωπο μιας Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσο ένα Ελέγχον Πρόσωπο είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση από την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το εν λόγω Ελέγχον Πρόσωπο, η οποία επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ελέγχοντος Προσώπου και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που έλαβε ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένης τυχόν τεκμηρίωσης που συλλέγεται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC).
3. Εάν, σε οποιοδήποτε σημείο, υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με μια Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή τα Ελέγχοντα Πρόσωπά της, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να έχει λόγο να γνωρίζει ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και πρέπει να λάβει έγκυρη αυτοπιστοποίηση, ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση που να υποστηρίζει την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.
Γ. Απαιτήσεις για την εγκυρότητα των αυτοπιστοποιήσεων
1. Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή άλλως επιβεβαιωθεί θετικά από τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο, φέρει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο:
α) όνομα και επώνυμο,
β) διεύθυνση κατοικίας,
γ) δικαιοδοσία(ες) φορολογικής κατοικίας,
δ) όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΜ όσον αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και
ε) ημερομηνία γέννησης.
2. Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από μια Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή άλλως επιβεβαιωθεί θετικά από τον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, φέρει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων:
α) επωνυμία,
β) διεύθυνση,
γ) δικαιοδοσία(ες) φορολογικής κατοικίας,
δ) όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΜ όσον αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία,
ε) στην περίπτωση μιας Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων που δεν είναι Ενεργή Οντότητα ή Εξαιρούμενο Πρόσωπο, τις πληροφορίες που περιγράφονται στην περ. 1 της παρ. Γ όσον αφορά κάθε Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός εάν το εν λόγω Ελέγχον Πρόσωπο έχει παράσχει αυτοπιστοποίηση σύμφωνα με την περ. 1 της παρ. Γ, καθώς και τον ρόλο(ους) δυνάμει του οποίου(ων) κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας, εάν δεν έχει ήδη καθοριστεί βάσει των Διαδικασιών Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC), και
στ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που πληροί για να αντιμετωπίζεται ως Ενεργή Οντότητα ή Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
3. Κατά παρέκκλιση των περ. 1 και 2 της παρ. Γ, ο ΑΦΜ δεν απαιτείται να συλλέγεται εάν η δικαιοδοσία κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου δεν εκδίδει ΑΦΜ στο Δηλωτέο Πρόσωπο ή το εθνικό δίκαιο της οικείας Δηλωτέας Δικαιοδοσίας δεν απαιτεί τη συλλογή του ΑΦΜ που εκδίδεται από την εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία.
Δ. Γενικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας
1. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι επίσης Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για τους σκοπούς του Κοινού Προτύπου Αναφοράς του άρθρου τρίτου του ν. 4428/2016 (Α' 190) μπορεί να βασίζεται στις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ολοκληρώνονται σύμφωνα με τα Τμήματα IV και VI του Παραρτήματος Ι του άρθρου τρίτου του ν. 4428/2016 του ανωτέρω Κοινού Προτύπου Αναφοράς, για τους σκοπούς των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας του παρόντος. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση που έχει ήδη συλλεχθεί για άλλους φορολογικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αυτοπιστοποίηση πληροί τις απαιτήσεις της παρ. Γ.
2. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε τρίτο μέρος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο παρόν, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές παραμένουν ευθύνη του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
3. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να διατηρεί όλα τα έγγραφα και τα δεδομένα για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών μετά τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να αναφέρει τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο.
Άρθρο έβδομο
Ορισμοί
Με τη διάταξη του άρθρου έβδομου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
A. Σχετικά Κρυπτοστοιχεία
1. Ως «Κρυπτοστοιχείο» νοείται η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που βασίζεται σε κρυπτογραφικά ασφαλές κατανεμημένο καθολικό ή παρόμοια τεχνολογία για την επικύρωση και την ασφάλεια των συναλλαγών.
2. Ως «Σχετικό Κρυπτοστοιχείο» νοείται κάθε κρυπτοστοιχείο που δεν είναι Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας, ένα Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος ή Κρυπτοστοιχείο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που υποβάλλει στοιχεία έχει διαπιστώσει επαρκώς ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής ή για επενδυτικούς σκοπούς.
3. Ως «Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ψηφιακό Παραστατικό Νόμισμα που εκδίδεται από Κεντρική Τράπεζα.
4. Ως «Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος» νοείται κάθε Κρυπτοστοιχείο το οποίο:
α) είναι ψηφιακή αναπαράσταση ενός ενιαίου Παραστατικού Νομίσματος,
β) εκδίδεται κατά την παραλαβή χρηματικών ποσών με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής,
γ) αντιπροσωπεύεται από απαίτηση έναντι του εκδότη εκφρασμένη στο ίδιο Παραστατικό Νόμισμα,
δ) γίνεται δεκτό έναντι πληρωμής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τον εκδότη, και
ε) δυνάμει των κανονιστικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκειται ο εκδότης, εξαγοράζεται ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία για το ίδιο Παραστατικό Νόμισμα κατόπιν αιτήματος του κατόχου του προϊόντος.
Ο όρος «Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος» δεν περιλαμβάνει προϊόν που δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών από έναν πελάτη σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη. Ένα προϊόν δεν δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών εάν, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της μεταβιβάζουσας Οντότητας, είτε τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται περισσότερο από εξήντα (60) ημέρες μετά την παραλαβή των οδηγιών για τη διευκόλυνση της μεταφοράς είτε, εάν δεν ληφθούν οδηγίες, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται περισσότερο από εξήντα (60) ημέρες μετά την παραλαβή τους.
B. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων
Ως «Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που, ως επιχείρηση, παρέχει υπηρεσία πραγματοποιώντας Συναλλαγές Ανταλλαγής για ή εκ μέρους πελατών, μεταξύ άλλων ενεργώντας ως αντισυμβαλλόμενος ή ως διαμεσολαβητής στις εν λόγω Συναλλαγές Ανταλλαγής ή καθιστώντας διαθέσιμη μια πλατφόρμα συναλλαγών.
Γ. Σχετική Συναλλαγή
1. Ως «Σχετική Συναλλαγή» νοείται οποιαδήποτε:
α) Συναλλαγή Ανταλλαγής, και
β) Μεταβίβαση Σχετικών Κρυπτοστοιχείων.
2. Ως «Συναλλαγή Ανταλλαγής» νοείται οποιαδήποτε:
α) ανταλλαγή μεταξύ Σχετικών Κρυπτοστοιχείων και Παραστατικών Νομισμάτων, και
β) ανταλλαγή μεταξύ μίας ή περισσότερων μορφών Σχετικών Κρυπτοστοιχείων.
3. Ως «Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής» νοείται η Μεταβίβαση Σχετικών Κρυπτοστοιχείων έναντι αγαθών ή υπηρεσιών αξίας άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων ΗΠΑ.
4. Ως «Μεταβίβαση» νοείται η συναλλαγή με την οποία μετακινείται ένα Σχετικό Κρυπτοστοιχείο από ή προς τη διεύθυνση ή τον λογαριασμό ενός Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, διαφορετικό από εκείνον που τηρεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό του ίδιου Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, όταν, βάσει των γνώσεων που διαθέτει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τον χρόνο της συναλλαγής, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να προσδιορίσει ότι η συναλλαγή είναι Συναλλαγή Ανταλλαγής.
5. Ως «Παραστατικό Νόμισμα» νοείται το επίσημο νόμισμα μιας δικαιοδοσίας, το οποίο εκδίδεται από μια δικαιοδοσία ή από την ορισθείσα Κεντρική Τράπεζα ή νομισματική αρχή μιας δικαιοδοσίας, όπως αντιπροσωπεύεται από τραπεζογραμμάτια ή κέρματα ή από χρήμα σε διάφορες ψηφιακές μορφές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών αποθεμάτων και των Ψηφιακών Νομισμάτων Κεντρικής Τράπεζας. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης το χρήμα εμπορικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων των Συγκεκριμένων Προϊόντων Ηλεκτρονικού Χρήματος.
Δ. Δηλωτέος Χρήστης
1. Ως «Δηλωτέος Χρήστης» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
2. Ως «Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της διενέργειας Σχετικών Συναλλαγών. Φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα, πλην Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή Παρόχου Δηλούντων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, που ενεργεί ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου φυσικού προσώπου ή Οντότητας ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή διαμεσολαβητής, δεν αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων και το εν λόγω άλλο φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων. Όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσία με την οποία πραγματοποιεί Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής για λογαριασμό ή εκ μέρους εμπόρου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει τον πελάτη που είναι αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου για την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Λιανικών Πληρωμών ως Χρήστη Κρυπτοστοιχείων όσον αφορά την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής, υπό την προϋπόθεση ότι ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να επαληθεύει την ταυτότητα του εν λόγω πελάτη δυνάμει της Δηλωτέας Συναλλαγής Πληρωμών Λιανικής σύμφωνα με τους εγχώριους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
3. Ως «Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο.
4. Ως «Προϋπάρχων Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
5. Ως «Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα.
6. Ως «Προϋπάρχουσα Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται μια Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
7. Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται Δηλωτέο Πρόσωπο Δικαιοδοσίας διαφορετικό από το Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
8. Ως «Πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας» νοείται Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που κατοικεί σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω δικαιοδοσίας, ή περιουσία θανόντος που ήταν κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτόν, Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.
9. Ως «Δηλωτέα Δικαιοδοσία» νοείται κάθε δικαιοδοσία:
α) με την οποία μια συμφωνία ή ρύθμιση ισχύει δυνάμει της οποίας η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που διαμένουν στην εν λόγω δικαιοδοσία, και
β) η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.
10. Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο σε μια Οντότητα. Στην περίπτωση ενός καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει τον ιδρυτή ή τους ιδρυτές, τον ή τους καταπιστευματοδόχους, τους προστάτες, εάν υπάρχουν, τον δικαιούχο ή τους δικαιούχους ή την κατηγορία δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα που ασκούν τελικό αποτελεσματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος, και στην περίπτωση μιας νομικής ρύθμισης εκτός του καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει πρόσωπα σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή με τις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012, όπως επικαιροποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2019 σχετικά με τους παρόχους υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων.
11. Ως «Ενεργή Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα που πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:
α) λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι παθητικό εισόδημα και λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Οντότητα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι περιουσιακά στοιχεία που παράγουν ή κατέχονται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος,
β) ουσιαστικά, όλες οι δραστηριότητες της Οντότητας συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές. Στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς,
γ) η Οντότητα δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην Οντότητα μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία της αρχικής σύστασης της Οντότητας,
δ) η Οντότητα δεν ήταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την τελευταία πενταετία και βρίσκεται σε διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων,
ε) η Οντότητα ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεδεμένες Οντότητες που δεν είναι Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οποιαδήποτε Οντότητα που δεν είναι Συνδεδεμένη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεδεμένης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, ή
στ) η Οντότητα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i. είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία κατοικίας της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, είτε είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της και είναι επαγγελματική οργάνωση, ένωση επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργασίας, γεωργική ή κηπευτική οργάνωση, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προώθηση της κοινωνικής πρόνοιας,
ii. απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της,
iii. δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων,
iv. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελός τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της Οντότητας ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η Οντότητα, και
v. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας σε Κρατική Οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.
Ε. Εξαιρούμενο Πρόσωπο
1. Ως «Εξαιρούμενο Πρόσωπο» νοείται:
α) Οντότητα της οποίας οι μετοχές αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,
β) κάθε Οντότητα που είναι Συνδεδεμένη Οντότητα μιας Οντότητας της υποπερ. α',
γ) μια Κρατική Οντότητα,
δ) ένας Διεθνής Οργανισμός,
ε) μια Κεντρική Τράπεζα, ή
στ) ένα Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα διαφορετικό από μια Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην υποπερ. β' της περ. 5.
2. Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται ένα Ίδρυμα Θεματοφυλακής, ένα Ίδρυμα Καταθέσεων, μια Επενδυτική Οντότητα ή μια Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.
3. Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που κατέχει, ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό τρίτων. Μια Οντότητα κατέχει Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό άλλων ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στην κατοχή Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων και συναφών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ισούται ή υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια της μικρότερης από:
α) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου, πριν από το έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται ο προσδιορισμός, ή
β) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα.
4. Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων» νοείται κάθε Οντότητα η οποία:
α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων, ή
β) κατέχει Συγκεκριμένα Προϊόντα Ηλεκτρονικού Χρήματος ή Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικών Τραπεζών προς όφελος των πελατών.
5. Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:
α) που ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:
i. συναλλαγές σε μέσα χρηματαγοράς, σε συνάλλαγμα, σε μέσα συναλλάγματος, επιτοκίων και δεικτών, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, ή μελλοντικές συναλλαγές εμπορευμάτων,
ii. διαχείριση ατομικών και συλλογικών χαρτοφυλακίων, ή
iii. άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων, ή
β) της οποίας το ακαθάριστο εισόδημα αποδίδεται πρωτίστως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων, εάν η Οντότητα τελεί υπό τη διαχείριση άλλης Οντότητας που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην υποπερ. α'.
Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην υποπερ. α' ή το ακαθάριστο εισόδημα μιας Οντότητας αποδίδεται κυρίως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της παρούσας, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στις σχετικές δραστηριότητες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια του μικρότερου από: i) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους κατά το οποίο έγινε η διαπίστωση, ή ii) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα. Για τους σκοπούς του στοιχείου iii της υποπερ. α', ο όρος «άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων» δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό πελατών. Ο όρος «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνει Οντότητα που είναι Ενεργή Οντότητα επειδή πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια των υποπερ. β' έως ε της περ. 11 της παρ. Δ.
Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «χρηματοπιστωτικού οργανισμού» στις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012.
6. Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα που είναι ασφαλιστική εταιρεία ή εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία, που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.
7. Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση μιας δικαιοδοσίας, οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση μιας δικαιοδοσίας (η οποία, για την αποφυγή αμφιβολιών, περιλαμβάνει ένα κράτος, επαρχία, περιφέρεια ή δήμο) ή οποιαδήποτε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα μιας δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσότερων από τα παραπάνω. Αυτή η κατηγορία αποτελείται από τα συνιστώντα μέρη, τις ελεγχόμενες οντότητες και τις πολιτικές υποδιαιρέσεις μιας δικαιοδοσίας.
α) Ως «συνιστών μέρος» μιας δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξάρτητα από τον ορισμό του, που αποτελεί διοικούσα αρχή μιας δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται σε δικό της λογαριασμό ή σε άλλους λογαριασμούς της δικαιοδοσίας, χωρίς κανένα μέρος να αποβαίνει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη.
Ένα συνιστών μέρος δεν περιλαμβάνει φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.
β) Ως «ελεγχόμενη οντότητα» νοείται μια Οντότητα που είναι χωριστή ως προς τη μορφή της από τη δικαιοδοσία ή που συνιστά με άλλο τρόπο χωριστή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:
i. η Οντότητα ανήκει εξ ολοκλήρου και ελέγχεται από μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες άμεσα ή μέσω μίας ή περισσότερων ελεγχόμενων οντοτήτων,
ii. τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον δικό της λογαριασμό ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσότερων Κρατικών Οντοτήτων, χωρίς μέρος του εισοδήματός της να καταλήγει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη, και
iii. τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες κατά τη διάλυσή της.
γ) Το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι ενός κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται για το ευρύ κοινό σε σχέση με την κοινή ευημερία ή σχετίζονται με τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της κυβέρνησης. Παρά τα ανωτέρω, ωστόσο, το εισόδημα θεωρείται ότι αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν προέρχεται από τη χρήση μιας κρατικής οντότητας για τη διεξαγωγή μιας εμπορικής δραστηριότητας, όπως μια εμπορική τραπεζική δραστηριότητα, η οποία παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.
8. Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητά του. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κάθε διακυβερνητικό οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου ενός υπερεθνικού οργανισμού:
α) που αποτελείται κυρίως από κυβερνήσεις,
β) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή ουσιαστικά παρόμοια συμφωνία με τη δικαιοδοσία, και
γ) του οποίου το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών.
9. Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται ίδρυμα το οποίο, βάσει νόμου ή κυβερνητικής κύρωσης, αποτελεί την κύρια αρχή, εκτός από την κυβέρνηση της ίδιας της δικαιοδοσίας, η οποία εκδίδει τίτλους προοριζόμενους να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Ένα τέτοιο ίδρυμα μπορεί να περιλαμβάνει όργανο χωριστό από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας, είτε ανήκει εν όλω είτε όχι στη δικαιοδοσία.
10. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα· γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής, ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων, ή κάθε δικαίωμα επί τίτλου, Σχετικού Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων.
Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.
11. Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Το Δηλωτέο Πρόσωπο λογίζεται δικαιούχος καταπιστεύματος εάν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποχρεωτική διανομή ή μπορεί να λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.
12. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται ένα συμβόλαιο, εκτός από Συμβόλαιο Προσόδων, βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου απρόβλεπτου γεγονότος που συνεπάγεται θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.
13. Ως «Συμβόλαιο Προσόδων» νοείται ένα συμβόλαιο βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για χρονικό διάστημα που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων ατόμων. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβόλαια Προσόδων σύμφωνα με τον νόμο, τον κανονισμό ή την πρακτική της δικαιοδοσίας στην οποία εκδόθηκε το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για περίοδο ετών.
14. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται ένα Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, εκτός από ένα αντασφαλιστικό συμβόλαιο αποζημίωσης μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών, που έχει Αξία Εξαγοράς.
15. Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από:
α) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος κατά την παραίτηση ή τη λύση της σύμβασης, που καθορίζεται χωρίς μείωση για οποιαδήποτε επιβάρυνση εξαγοράς ή δάνειο ασφαλιστηρίου και
β) το ποσό που μπορεί να δανειστεί ο αντισυμβαλλόμενος βάσει της σύμβασης ή σε σχέση με αυτή. Παρά τα ανωτέρω, ο όρος «Αξία Εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει ποσό πληρωτέο βάσει ενός Ασφαλιστήριου Συμβολαίου:
i. αποκλειστικά λόγω θανάτου ατόμου ασφαλισμένου βάσει σύμβασης ασφάλισης ζωής,
ii. ως παροχή σωματικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που παρέχει αποζημίωση για οικονομική ζημία που προκλήθηκε κατά την επέλευση του ασφαλισμένου γεγονότος,
iii. ως επιστροφή προηγουμένως καταβληθέντος ασφαλίστρου, αφαιρουμένου του κόστους των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι, βάσει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, εκτός από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ή προσόδου που συνδέεται με επενδύσεις, λόγω ακύρωσης ή καταγγελίας του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κίνδυνο κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου ή που προκύπτει από διόρθωση καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος όσον αφορά το ασφάλιστρο του συμβολαίου,
iv. ως μέρισμα κατόχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εκτός από μέρισμα τερματισμού, εφόσον το μέρισμα αφορά Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο βάσει του οποίου οι μόνες καταβλητέες παροχές περιγράφονται στην παρούσα υποπερίπτωση ή
v. ως επιστροφή προκαταβολής ασφαλίστρου ή κατάθεσης ασφαλίστρου για Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό της προκαταβολής ασφαλίστρου ή της κατάθεσης ασφαλίστρου δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα καταβληθεί βάσει του συμβολαίου.
ΣΤ. Διάφορα
1. Ως «Δικαιοδοσία Εταίρου» νοείται κάθε δικαιοδοσία που έχει θεσπίσει ισοδύναμες νομικές απαιτήσεις και περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.
2. Ως «Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC)» νοούνται οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τις απαιτήσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
3. Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.
4. Μια Οντότητα είναι «Συνδεδεμένη Οντότητα» άλλης Οντότητας εάν μία από τις δύο Οντότητες ελέγχει την άλλη Οντότητα ή οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου και της αξίας της Οντότητας.
5. Ως «ΑΦΜ» νοείται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει Αριθμού Φορολογικού Μητρώου.
6. Ως «Υποκατάστημα» νοείται μονάδα, επιχείρηση ή γραφείο Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που αντιμετωπίζεται ως υποκατάστημα βάσει του ρυθμιστικού καθεστώτος δικαιοδοσίας ή ρυθμίζεται άλλως βάσειτης νομοθεσίας μιας δικαιοδοσίας ως χωριστή από άλλα γραφεία, μονάδες ή υποκαταστήματα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. Όλες οι μονάδες, οι επιχειρήσεις ή τα γραφεία ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε μία μόνο δικαιοδοσία αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο υποκατάστημα.
Άρθρο όγδοο
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Με τη διάταξη του άρθρου όγδοου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ο κατάλογος με τις Δικαιοδοσίες των Αρμόδιων Αρχών σε σχέση με τις οποίες η Ελλάδα προτίθεται να θέσει σε ισχύ την Πολυμερή Συμφωνία Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 1 του Τμήματος 7 αυτής, καθώς και κάθε τροποποίηση του καταλόγου.
2. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται:
α) Η αρμόδια αρχή στην οποία ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην περ. 1 της παρ. Β του άρθρου έβδομου, υποβάλλει τις πληροφορίες του άρθρου πέμπτου, σύμφωνα με τους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου.
β) Οι διαδικασίες για την εξαίρεση των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην περ. 1 της παρ. Β του άρθρου έβδομου, από την υποχρέωση ολοκλήρωσης των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, σύμφωνα με τις παρ. Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, και Η του άρθρου τέταρτου.
γ) Οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο.
δ) Οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όταν υποβάλλονται ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία.
ε) Τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αρχείων σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και πληροφορίες στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά, τον χρόνο και τον τρόπο τήρησής τους, καθώς και για την υποβολή των ανωτέρω στοιχείων στην αρμόδια αρχή.
στ) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που επιβάλλονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που σχετίζονται με τον χρόνο και τρόπο υποβολής στοιχείων στην αρμόδια αρχή.
3. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος για τις Δηλωτέες Δικαιοδοσίες προς τις οποίες η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο, όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που κατοικούν στις εν λόγω δικαιοδοσίες, σύμφωνα με την περ. 9 της παρ. Δ του άρθρου έβδομου.
Άρθρο ένατο
Έναρξη ισχύος
Με τη διάταξη του άρθρου ένατου του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα:
1. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο παρών νόμος ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίας που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του Τμήματος 7 αυτής.
2. Το Μέρος Β'(άρθρα δεύτερο έως όγδοο του κοινοποιούμενου νόμου) ισχύει από την 1η.1.2026.
ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ: ΦΕΚ Α'13/30.01.2026 (άρθρα του ν. 5273/2026).
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!