Νομολογία

ΣτΕ 1779/2020

Αριθμός 1779/2020

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020, με την εξής σύνθεση: E. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Α. Σδράκα, Φρ. Γιαννακού, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Μ. Σκανδάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 30 Απριλίου 2009 αίτηση:

της Α. Π. του Η., κατοίκου Αθηνών (...), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Ζωή Ζουγανέλη (Α.Μ....),που τη διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών και ήδη αρμοδιότητας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 168/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αναιρεσείουσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον εκπρόσωπο της Ανεξάρτητης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο


1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το κατά νόμον παράβολο (2436134-7/2009, σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 168/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1923/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της 52/02/6.9.2002 πράξης της Διευθύντριας του Ε΄ Τελωνείου Πειραιώς, περί καταλογισμού σε βάρος της, ως υπαίτιας λαθρεμπορίας, πολλαπλού τέλους 221.938,59 ευρώ, καθώς και διαφυγόντων δασμών και φόρων 73.979,53 ευρώ, έγινε δεκτή μόνον ως προς το ύψος του πολλαπλού τέλους, το οποίο, κατά μεταρρύθμιση της ως άνω πράξης, περιορίσθηκε σε 155.000 ευρώ.

2. Επειδή, η υπόθεση συζητείται εκ νέου ενώπιον του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της απόφασης 359/2020 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, με την οποία, αφού επιλύθηκαν τα παραπεμφθέντα με την απόφαση 1771/2019 του Τμήματος ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 96 του Συντάγματος και της αρχής ne bis in idem (κατά το 7ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο), έγινε εν μέρει δεκτή η παρούσα αίτηση, κατ’ αποδοχή του (πρόσθετου) λόγου αναίρεσης περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem, αναιρέθηκε η 168/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αφορά στον καταλογισμό σε βάρος της αναιρεσείουσας του προαναφερόμενου πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, διακρατήθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, εκδικάσθηκε και έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η 1923/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της επιβολής σε βάρος της πολλαπλού τέλους, δικάσθηκε και έγινε δεκτό το αντίστοιχο σκέλος της προσφυγής της αναιρεσείουσας και ακυρώθηκε η 52/02/6.9.2002 καταλογιστική πράξη της Διευθύντριας του Ε΄ Τελωνείου Πειραιώς, ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πολλαπλό τέλος και, τέλος, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Β΄ Τμήμα του Δικαστηρίου, προκειμένου να κριθεί κατά τα λοιπά.

3. Επειδή, κατόπιν της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν στον καταλογισμό σε βάρος της αναιρεσείουσας του (ως άνω ακυρωθέντος) πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, καθώς και στο ύψος του. Κατ’ ακολουθίαν, η παρούσα αίτηση απομένει να εξεταστεί ως προς τους λόγους της που αφορούν στην επιβολή στην αναιρεσείουσα των δασμών και φόρων που αναλογούν στη διαπιστωθείσα παράβαση λαθρεμπορίας, σε σχέση με την 16998/28.3.2000 διασάφηση εισαγωγής 905 χαρτοκιβωτίων με αναπτήρες τσέπης, δηλωθείσας προέλευσης Ινδονησίας.

4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: “[…] ο ισχυρισμός της εκκαλούσης [ήδη αναιρεσείουσας] ότι η ανωτέρω καταλογιστική πράξη είναι αναιτιολόγητη και ως εκ τούτου αόριστη και άρα νομικώς πλημμελής είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, γιατί στο σώμα της πράξεως αναφέρονται όλες οι διατάξεις βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη σε αυτή παράβαση καθώς και τα πραγματικά περιστατικά τεκμηριωμένα με έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις και άλλα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής τέλεση της ένδικης λαθρεμπορίας από αυτήν (εκκαλούσα). Και ο ισχυρισμός ότι η ανωτέρω πράξη είναι νομικώς πλημμελής γιατί δεν αναγράφεται σε αυτή ο τρόπος υπολογισμού των διαφυγόντων δασμών κλπ. είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται ως στοιχείο του κύρους της πράξεως, εφόσον γίνεται αναλυτικός προσδιορισμός στη σχετική έκθεση του αρμόδιου υπαλλήλου, που αποτελεί αιτιολογία της πράξεως.”. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η παραπάνω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος έφεσης περί αοριστίας της επίδικης πράξης χρέωσης όσον αφορά το ύψος των καταλογισθέντων φόρων και δασμών, είναι πλημμελώς αιτιολογημένη. Ωστόσο, με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης δεν αποδίδεται συγκεκριμένη πλημμέλεια στην αιτιολογία της ως άνω κρίσης του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου και, ιδίως, δεν πλήττεται, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο η νομιμότητα της κρίσης αυτού ότι η αναγραφή του τρόπου υπολογισμού των διαφυγόντων δασμών κ.λπ. στην πράξη καταλογισμού δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο του κύρους της, εφόσον έχει γίνει αναλυτικός προσδιορισμός στην σχετική έκθεση, που αποτελεί την αιτιολογία της. Τούτων έπεται ότι ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν, επιπλέον, τα ακόλουθα: “[…] από την επανεξέταση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 28-3-2000 η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα] έμπορος εισαγωγέας κατέθεσε στη εφεσίβλητη τελωνειακή αρχή μέσω του εκτελωνιστή [Α.Σ.] την 16998/2000 διασάφηση εισαγωγής 905 χαρτοκιβωτίων με 902.800 αναπτήρες τσέπης αερίου προέλευσης Ινδονησίας. Για τον τελωνισμό των εμπορευμάτων αυτών κατατέθηκε συνημμένα με τη διασάφηση αυτή το GR 2/27-1-2000 τιμολόγιο του οίκου Ρ.Τ. Kalimadan Jaya Percasa και το πιστοποιητικό Form Α 3718/jakut/2000/22-2-2000 του εμπορικού τμήματος του Υπουργείου Βιομηχανίας στη Τζακάρτα για τη βεβαίωση της ινδονησιακής καταγωγής τους, με την ένδειξη «issued retroactively», δηλαδή εκδοθέν εκ των υστέρων. Περαιτέρω, αφού καταβλήθηκαν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις μειωμένες λόγω της ινδονησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων, εκδόθηκε το 53915/28-3-2000 αποδεικτικό είσπραξης-άδεια παράδοσης τελωνισμένων εμπορευμάτων και παρελήφθησαν τα εμπορεύματα αυτά από τον εκτελωνιστή της εκκαλούσης. Η χαμηλή όμως τιμολογιακή αξία των εν λόγω προϊόντων δημιούργησε στη διάδικη αρχή υποψίες ως προς την καταγωγή τους. Για το λόγο αυτό υποβλήθηκε αίτημα για επαλήθευση της γνησιότητας του ανωτέρω πιστοποιητικού προς τις ινδονησιακές αρχές, οι οποίες ενημέρωσαν τις ελληνικές αρχές ότι το πιστοποιητικό δεν ήταν αυθεντικό (βλ. τα σχετικά έγγραφα Ι 823/116/15-9-2000 της 17ης Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και 49/09-02/Usdag/VIII/2000/21-8-2000 του αρμόδιου τμήματος του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της χώρας αυτής). Στη συνέχεια, για τη διαπίστωση της καταγωγής των εμπορευμάτων έγινε επιτόπιος έλεγχος στην επιχείρηση της εκκαλούσης στις 15-12-2000, όπου διαπιστώθηκε: α) ότι της είχε σταλεί στις 16-3-2000 fax από την εταιρία «ΕΥΡΩΤΡΑΝΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ» που είχε αναλάβει την ένδικη μεταφορά των εμπορευμάτων στην Ελλάδα «βεβαίωση αναμενόμενης άφιξης ναύλου» στον Πειραιά στις 17-3-2000 που αφορούσε το ένδικο φορτίο, το οποίο όμως, κατά ρητή αναγραφή στο έγγραφο αυτό, είχε αποσταλεί από την κινεζική εταιρία China Everfrank Industrial από το Hong Kong και β) ότι στο 272/27-3-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της ανωτέρω μεταφορικής εταιρίας προς την εκκαλούσα για την ένδικη μεταφορά αναγραφόταν ως αποστολέας η ανωτέρω κινεζική εταιρία και ως λιμάνι φόρτωσης το Hong Kong. Εξάλλου, το αυτό λιμάνι φόρτωσης των ένδικων εμπορευμάτων αναφέρεται και στην 114895/24-3-2000 σχετική διατακτική, με την οποία παραλήφθηκε το ένδικο φορτίο. Ακολούθως, μετά από έλεγχο στο σχετικό φάκελο που τηρούσε η μεσολαβήσασα τράπεζα διαπιστώθηκε ότι η πληρωμή του σχετικού τιμολογίου έγινε με έμβασμα απευθείας στο όνομα της εταιρίας Rival Holdings SA και όχι στο όνομα της εταιρίας Ρ.Τ. Kalimadan Jaya Percasa που είχε εκδώσει το σχετικό τιμολόγιο (βλ. το 11600044873/24-3-2000 ιδιωτικό έμβασμα της ΕΤΕ Εξαρχείων). Στη συνέχεια, στις 18-1-2002 κατατέθηκε από την εκκαλούσα στη διάδικη αρχή, σε αντικατάσταση του ανωτέρω πλαστού πιστοποιητικού, το 45791/jkt/ 2001 Form Α πιστοποιητικό για την ινδονησιακή προέλευση 905 χαρτοκιβωτίων με αναπτήρες αερίου, που εκδόθηκε στις 26-10-2001 από την επαρχιακή υπηρεσία του υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου της Τζακάρτα, με την ένδειξη «issued retroactively», δηλαδή εκδοθέν εκ των υστέρων. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο ως άνω πιστοποιητικό, τα παραπάνω εμπορεύματα αποστέλλονται από την εταιρία ΡΤ Meraih Utama Abadi στην εκκαλούσα με πλοίο από τη Τζακάρτα στον Πειραιά στις 26-10-2001, για τη συναλλαγή δε αυτή εκδόθηκε στις 24-10-2001 το 05/MUA/Χ/2001 σχετικό τιμολόγιο. Ενόψει των ανωτέρω, ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ένδικα εμπορεύματα είχαν αποσταλεί και κατάγονταν από την Κίνα και όχι από την Ινδονησία, και επομένως δεν μπορούσαν να τύχουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης. Κατόπιν αυτών, η τελωνειακή αρχή δέχθηκε ότι η εκκαλούσα εισαγωγέας με τις παραπάνω μεθοδεύσεις πέτυχε να εισαγάγει στη χώρα εμπορεύματα για τα οποία κατέβαλε μικρότερες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις κατά 25.208.524 δρχ. Στη συνέχεια, μετά την απολογία της εκκαλούσης, εκδόθηκε η 52/02/6-9-2002 καταλογιστική πράξη, με την οποία χαρακτηρίζεται η ανωτέρω ενέργεια της εκκαλούσης [ήδη αναιρεσείουσας] ως λαθρεμπορία και επιβλήθηκαν σε βάρος της πολλαπλά τέλη […] και διαφυγόντες δασμοί και φόροι συνολικού ποσού 73.979,53 ευρώ, αφού δεν είχαν κατασχεθεί τα ένδικα εμπορεύματα. Προσφυγή της ήδη εκκαλούσης έγινε εν μέρει δεκτή και μειώθηκε στο διπλάσιο των ανωτέρω διαφυγόντων δασμών το ανωτέρω πολλαπλό τέλος. […] Επειδή, […] η εκκαλούσα, επί της ουσίας, υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω εμπορεύματα είναι προέλευσης Ινδονησίας και όχι Κίνας, όπως προκύπτει από το δεύτερο πιστοποιητικό καταγωγής τους που νόμιμα αντικαθιστά το πρώτο μη αυθεντικό, […] όπως δέχθηκε και γι’ αυτό την απάλλαξε κάθε ποινικής κατηγορίας το Β' τριμελές πλημμελειοδικείο Πειραιά με αμετάκλητη απόφασή του. […] το Δικαστήριο […] κρίνει ότι είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσης, η οποία πράγματι τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτή λαθρεμπορία με το τέχνασμα της κατάθεσης ψευδούς διασάφησης και μη γνήσιου πιστοποιητικού καταγωγής, με το οποίο πέτυχε, παραπλανώντας τις τελωνειακές αρχές, να εισαγάγει στη χώρα εμπορεύματα κινεζικής καταγωγής ως δήθεν ινδονησιακής καταγωγής με καταβολή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων κατά 73.979,53 ευρώ μικρότερων των οφειλομένων κατά νόμο. Κι αυτό γιατί, στα ανωτέρω από 16-3-2000 fax και 272/27-3-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας που έκανε τη μεταφορά των εμπορευμάτων και στη σχετική 114895/24-3-2000 σχετική διατακτική αναγράφεται ως λιμάνι φόρτωσής τους το Hong Kong και αποστολέας τους η κινεζική εταιρία China Everfrank Industria1, ενώ το πιστοποιητικό καταγωγής των ειδών από Ινδονησία που προσαρτήθηκε στη διασάφηση εισαγωγής ήταν πλαστό, το δε 45791/JKT Ι 20011 26-10-2001 γνήσιο πιστοποιητικό [το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, φέρει την ένδειξη «issued retroactively» και υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στη διάδικη τελωνειακή αρχή, μετά την έναρξη του τελωνειακού ελέγχου για τη γνησιότητα του υποβληθέντος με τη διασάφηση πιστοποιητικού] βεβαιώνει την ινδονησιακή καταγωγή φορτίου αναπτήρων διαφορετικού από το ένδικο, εφόσον κατά τα αναγραφόμενα σε αυτό αποστέλλεται στις 26-10-2001 με διαφορετικό τιμολόγιο άλλου οίκου που έχει εκδοθεί στις 24-10-2001. Ορθώς, συνεπώς, κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι πληρούται εν προκειμένω η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση λαθρεμπορικής παράβασης από την εκκαλούσα και ορθώς άρα της επιβλήθηκαν […] οι διαφυγούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις […]”.

6. Επειδή, (α) η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με την έφεσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς ότι είχε αθωωθεί αμετάκλητα από τις αντίστοιχες ποινικές κατηγορίες της λαθρεμπορίας και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για την ίδια υπόθεση, με την ΒΤ 3464/2004 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε κρίνει ότι το εκ των υστέρων εκδοθέν πιστοποιητικό καταγωγής του επίμαχου εμπορεύματος (45791/JKT Ι 20011 26-10-2001) επιβεβαίωνε την προέλευσή του από την Ινδονησία και, ως εκ τούτου, την ορθή υπαγωγή του σε προνομιακό δασμολογικό καθεστώς, με συνέπεια να μην προξενηθεί οικονομική ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, (β) η αναιρεσείουσα προσκόμισε παραδεκτώς ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίγραφο της ως άνω αθωωτικής ποινικής απόφασης, βεβαίωση περί καταχώρισης της απόφασης αυτής την 25.6.2004 στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του ν. 969/1979, καθώς και το από 17.9.2004 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου περί μη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της εν λόγω απόφασης. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπόψη του, ως στοιχείο του πραγματικού της υπόθεσης, και την κατά τα ανωτέρω προβληθείσα απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τις ποινικές κατηγορίες, με την αμετάκλητη ΒΤ 3464/2004 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, λόγω προέλευσης των επίμαχων εμπορευμάτων από την Ινδονησία (βλ. και ΣτΕ Ολομ. 359/2020, σκέψη 9). Με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί στοιχειοθέτησης (της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης) της ένδικης λαθρεμπορίας είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο (i) κατά παράβαση του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την οικεία αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 3464/2004 αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμ. Πλημμελειοδικείου Πειραιά, και (ii) δέχθηκε τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την κρίση του αυτή και να απαντήσει στους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της. Ο παραπάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί, κατά το πρώτο σκέλος του, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης εκδοχής ως προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπόψη του την απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τις οικείες ποινικές κατηγορίες, με την προαναφερόμενη απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Εξάλλου, ο παραπάνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι η γένεση των προβλεπόμενων στο νόμο φορολογικών υποχρεώσεων του εισαγωγέα εμπορευμάτων δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και, γενικότερα, παραβατική συμπεριφορά του, αλλά στηρίζεται στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας πράξης και, συνεπώς, στις υποθέσεις λαθρεμπορίας η μη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο του εισαγωγέα ουδόλως συνεπάγεται και την απαλλαγή του από τα ποσά δασμών ή/και φόρων που αυτός οφείλει κατά το νόμο, σε σχέση με τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της (αποδειχθείσας, κατά την αντικειμενική της υπόσταση) λαθρεμπορικής παράβασης (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., σκέψη 10).

7. Επειδή, με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αιτιολογώντας την απόφασή του κατά τρόπο που δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την αθωότητά της, η οποία είχε διαγνωσθεί με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η γλώσσα/διατύπωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δημιούργησε αμφιβολίες για την αθωότητά της, ενόψει του συμπεράσματος του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ότι “[ο]ρθώς, συνεπώς, κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι πληρούται εν προκειμένω η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση λαθρεμπορικής παράβασης από την εκκαλούσα”. Με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται εκ νέου παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, διότι, παρά την χωρίς αμφιβολίες και αμφισημίες αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου περί της προέλευσης των επίμαχων προϊόντων από την Ινδονησία και, συνακόλουθα, περί μη διάπραξης του αδικήματος της λαθρεμπορίας (δηλαδή περί μη στοιχειοθέτησής του ως προς την αντικειμενική του υπόσταση), το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έθεσε εν αμφιβόλω την αθώωση της αναιρεσείουσας, αν και έκρινε υπό τις ίδιες περιστάσεις, θεωρώντας ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν ήταν ινδονησιακής καταγωγής. Προς επίρρωση του λόγου αυτού, γίνεται επίκληση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η νέα αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις και ότι έχει, εν προκειμένω, πεδίο εφαρμογής ratione materiae, διότι η αθώωσή της δεν εχώρησε λόγω έλλειψης αντικειμενικών ή υποκειμενικών προϋποθέσεων, που δεν αποτελούν στοιχεία της ένδικης διοικητικής παράβασης, αλλά λόγω της προέλευσης των εμπορευμάτων από την Ινδονησία, όπως είχε δηλωθεί κατά την εισαγωγή τους στην Ελλάδα.

8. Επειδή, το άρθρο 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη», όχι όμως και από τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, ρύθμιση η οποία έχει κριθεί ως συνάδουσα προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 951/2018 επταμ.). Με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 - έναρξη ισχύος του άρθρου 17 από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.». Η ανωτέρω νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδαφ. β΄) του ΚΔΔ, αφενός, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.) και, αφετέρου, δεν εφαρμόζεται ratione materiae στην αναιρετική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω Κώδικα, οι διατάξεις του διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συνεπώς, είναι νόμω αβάσιμη η επίκληση από την αναιρεσείουσα της ως άνω διάταξης του ΚΔΔ.

9. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918) προς την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού (προστεθείσα με το άρθρο 4 του ν. 1514/1950), καθώς και προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ (όπως η τελευταία αυτή παράγραφος ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016), προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία καταλογισμού της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν διαπράχθηκε η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ.), υποχρεούται, όμως, να συνεκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 2067/2011 επταμ., 1522/2010 επταμ. κ.ά.).

10. Επειδή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως «τελική» δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.). Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και την αντίστοιχη διοικητική δίκη (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018 - πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκέψεις 25-28).

11. Επειδή, το τεκμήριο αθωότητας, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. ΔΕΚ 8.7.1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 149 και ΔΕΕ 23.12.2009, C-45/08, Spector Photo Group και Van Raemdonck, σκέψεις 39-40), η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ως προς το ζήτημα το οποίο αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη.

12. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπιστώσεως των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοικήσεως, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τελέσεως, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού του διαφυγόντος φόρου ή δασμού, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική του φόρου πράξη της Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 680/2017 επταμ.). Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο του ημεδαπού δικονομικού συστήματος και της δικαιοδοσίας των διοικητικών και των ποινικών δικαστηρίων, το ζήτημα εάν εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ως καταγόμενα από ορισμένη τρίτη χώρα (εν προκειμένω, από την Ινδονησία) αποτελεί ζήτημα διοικητικής φύσεως, το οποίο τέμνεται αρμοδίως (και με δύναμη δεδικασμένου) από το διοικητικό δικαστήριο, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται σχετικής κατηγορίας λαθρεμπορίας, είναι παρεμπίπτουσα και δεν μπορεί να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην παραγωγή δεδικασμένου ή/και δέσμευσης για το διοικητικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της συναφούς διοικητικής διαφοράς από την επιβολή των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή δασμών και φόρων. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά παραπάνω, καθώς και στη σκέψη 9, σε υπόθεση όπως η παρούσα, που αφορά στον καταλογισμό των οφειλόμενων δασμών και φόρων (και όχι “ποινικής” ευθύνης), η τοιαύτη κρίση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται από τον διοικητικό δικαστή, ο οποίος κρίνει αυτοτελώς τo ανωτέρω ζήτημα, ασκώντας την προαναφερόμενη κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητά του και βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.· πρβλ. επίσης ΑΠ Ολομ. 4/2020, όσον αφορά τη σημασία, από την άποψη του τεκμηρίου αθωότητας, απαλλακτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για την κρίση του πολιτικού δικαστηρίου σε σχετική δίκη περί αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης). Ενόψει της διαφοράς των κανόνων απόδειξης και της αποδεικτικής διαδικασίας μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., 1741/2015 Ολομ.), μεταξύ άλλων, ως προς τη χρήση και τη σημασία των αποδεικτικών μέσων των εγγράφων και της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.), καθώς και ενόψει της αυτοτέλειας και του διαφορετικού σκοπού της διοικητικής διαδικασίας και δίκης (περί της ύπαρξης φορολογικής υποχρέωσης) έναντι της ποινικής, ο διοικητικός δικαστής, εκτιμώντας διαφορετικά από τον ποινικό δικαστή τα στοιχεία και τα περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα (προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα της πράξης επιβολής δασμών και φόρων), δεν παραβιάζει τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ ή την προαναφερόμενη αντίστοιχη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., ΑΠ Ολομ. 4/2020 και ΕΔΔΑ (decision) 11.4.2019, 32216/15, Bonnemaison κατά Γαλλίας, ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi κατά Τουρκίας 21107/07, σκέψεις 30-31, ΕΔΔΑ 14.10.2010, 29889/04, Vanjak κατά Κροατίας, σκέψη 68, ΕΔΔΑ 11.2.2003, Y. v. Norway, 56568/00, σκέψη 41 και ΕΔΔΑ (decision) 13.11.2003, 48518/99, Lundkvist κατά Σουηδίας - βλ. επίσης a contrario ΕΔΔΑ 30.4.2015, 3453/12 κ.λπ., Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας, σκέψεις 86-88, όπου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, ο μη κατασταλτικός/τιμωρητικός σκοπός της διοικητικής διαδικασίας και δίκης, καθώς και η αυτονομία της έναντι της ποινικής), υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η διατύπωση της απόφασής του δεν εξέρχεται των ορίων του διοικητικού δικαίου και του αντικειμένου της διοικητικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 35522/04, σκέψη 40 και ΕΔΔΑ 28.5.2020, 29620/07, Farzaliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, σκέψη 64) και, γενικότερα, ότι δεν θέτει εν αμφιβόλω, κατά τρόπο άμεσο και σαφή, την ορθότητα της απαλλακτικής κρίσης στην οποία κατέληξε ο ποινικός δικαστής, βάσει της ενώπιόν του αποδεικτικής διαδικασίας (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ. και ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi, op.cit., σκέψη 31), αποδίδοντας κατ’ ουσίαν στον αθωωθέντα ευθύνη για το ποινικό αδίκημα από το οποίο αυτός απαλλάχθηκε (πρβλ. ΕΔΔΑ 28.5.2020, Farzaliyev op.cit., σκέψεις 61-69).

13. Επειδή, η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση (των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανάγκη σεβασμού) του τεκμηρίου αθωότητας, σε υπόθεση όπως η παρούσα, επιρρωνύεται και από την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, η οποία συνιστά αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. λ.χ. ΣτΕ 400/2020, 2221/2018, 1993/2016 επταμ., 2403/2015), αλλά και της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1993/2016 επταμ.), η οποία δεν ρυθμίζει το ζήτημα της δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων από αθωωτικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (πρβλ. ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος, op.cit., σκέψη 37). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενωσιακή αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, απόκειται κατ’ αρχήν (με εξαίρεση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, την περίπτωση που υπάρχει σχετική κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης) σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες κατ’ εφαρμογή των οποίων παρέχεται έννομη προστασία των προβλεπόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δικαιωμάτων των ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές βάσει του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί το ενωσιακό δίκαιο (αρχή της αποτελεσματικότητας). Ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισοδυναμίας δεν τίθεται, εν προκειμένω. Επιπλέον, γίνεται σεβαστή και η αρχή της αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η επίκληση και άσκηση από τον ιδιώτη, ενώπιον του αρμόδιου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, των δικαιωμάτων που του χορηγεί το ενωσιακό τελωνειακό δίκαιο. Άλλωστε, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ως άνω ερμηνεία εξυπηρετεί την ανάγκη διασφάλισης από τον διοικητικό δικαστή (που, κατά τα προεκτεθέντα, κρίνει με δύναμη δεδικασμένου το ζήτημα εάν τα επίμαχα εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης) της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού τελωνειακού δικαίου, η οποία συμβάλλει στην ερμηνευτική προσέγγιση της αρχής του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-399/11, Melloni, σκέψεις 57-63 και, ιδίως, ΣτΕ 272/2020, όσον αφορά την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης φορολογικής κύρωσης). Και τούτο, διότι το ποινικό δικαστήριο δέχθηκε, εν προκειμένω, ότι το επίμαχο φορτίο εμπορευμάτων ήταν ινδονησιακής καταγωγής, με βάση πιστοποιητικό καταγωγής, το οποίο, αφενός, κρίθηκε αιτιολογημένα από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ότι αναφερόταν σε φορτίο εμπορευμάτων διαφορετικό από το ένδικο και, αφετέρου, εκδόθηκε περίπου 17 μήνες μετά από την εισαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων στην Ελλάδα και αφού είχε ξεκινήσει έλεγχος της τελωνειακής αρχής για τη γνησιότητα του υποβληθέντος κατά την εισαγωγή πιστοποιητικού καταγωγής, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο διέλαβε ειδική και αιτιολογημένη κρίση περί της ταυτότητας των επίδικων εμπορευμάτων και εκείνων στα οποία αφορούσε το εκ των υστέρων εκδοθέν πιστοποιητικό καταγωγής, καθώς και ότι έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 66 επ. του Κανονισμού της Επιτροπής 2454/1993 «για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα». Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 78 (παρ. 1 και 10), 81 (παρ. 1 και 2), 85 (παρ. 1 και 2) και 87 του ως άνω κοινοτικού Κανονισμού προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) τα προϊόντα καταγωγής είναι επιλέξιμα, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, για ένταξη στις δασμολογικές προτιμήσεις που προβλέπει το άρθρο 66, βάσει υποβολής πιστοποιητικού καταγωγής τύπου Α, το οποίο εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές της δικαιούχου χώρας κατά την εξαγωγή των προϊόντων τα οποία αφορά, (β) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α είναι δυνατόν να εκδοθεί μετά την πραγματική εξαγωγή των προϊόντων τα οποία αφορά, εάν δεν είχε εκδοθεί κατά τη στιγμή της εξαγωγής, συνεπεία αθέλητων σφαλμάτων ή παραλείψεων ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, και υπό τον όρο ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν εξαχθεί πριν από την ανακοίνωση στην Επιτροπή των πληροφοριών που απαιτούνται από το άρθρο 93, (γ) η αρμόδια δημόσια αρχή δύναται να εκδώσει εκ των υστέρων πιστοποιητικό, το οποίο πρέπει να φέρει την ένδειξη «Issued retrospectively», μόνον αφού επιβεβαιώσει ότι τα επιμέρους στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση του εξαγωγέα συμφωνούν με εκείνα που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα έγγραφα εξαγωγής και ότι δεν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α, όταν εξήχθησαν τα εν λόγω προϊόντα, (δ) το πιστοποιητικό καταγωγής τύπου A κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής, προς επίρρωση της διασάφησης, εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία έκδοσής του από τις δημόσιες αρχές της δικαιούχου χώρας εξαγωγής και (ε) τα πιστοποιητικά καταγωγής τύπου A που υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων, εφόσον η μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε εξαιρετικές περιστάσεις. Οι ανωτέρω διατάξεις του ενωσιακού δικαίου δεν προβλέπουν δυνατότητα του εισαγωγέα να αντικαταστήσει (πολύ μετά από την εισαγωγή και, δη, μετά από την έναρξη του τελωνειακού ελέγχου) το μη γνήσιο πιστοποιητικό καταγωγής που υπέβαλε κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων, προκειμένου αυτά να τύχουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ούτε, άλλωστε, η τοιαύτη χρήση μη γνήσιου πιστοποιητικού καταγωγής θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί εξαιρετική περίπτωση αθέλητου σφάλματος ή παράλειψης, ικανή να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής, δυνάμει του άρθρου 81 του προαναφερόμενου Κανονισμού. Επομένως, εν προκειμένω, η επίκληση από την αιτούσα μεταγενέστερου πιστοποιητικού καταγωγής έγινε κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και δεν μπορούσε ούτε να θεμελιώσει νομίμως την ινδονησιακή καταγωγή και την προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση των επίμαχων εμπορευμάτων ούτε, περαιτέρω, να υπονομεύσει τη νομιμότητα του επίδικου καταλογισμού των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή τους δασμών και φόρων, ενώ είναι διάφορο το ζήτημα της δυνατότητας λήψης υπόψη ενός τέτοιου πιστοποιητικού υπέρ του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα λαθρεμπορίας.

14. Επειδή, με βάση όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας εκ του ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντίθετα προς την προαναφερόμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμ. Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όσον αφορά την καταγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων.

15. Επειδή, η συγκεκριμένη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειάς της και βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αλλά και στο δικαίωμα (σεβασμού του ιδιωτικού βίου της) που προστατεύει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, Allen, op.cit., σκέψη 94 και ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 83). Ωστόσο, η διοικητική δίκη επί της προσφυγής κατά πράξης επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμών ή/και φόρων αφορά στην αντικειμενική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (ειδικότερα, στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας ύλης/πράξης, στην οποία στηρίζεται η γένεση της επίδικης φορολογικής ενοχής, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και, γενικότερα, παραβατικής συμπεριφοράς του υπόχρεου: βλ. ανωτέρω σκέψη 6) και όχι σε κάποιο εξ υποκειμένου δικαίωμα, όπως στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της υπόληψης/προσωπικότητας του υπόχρεου (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.). Συνεπώς, λόγοι προσφυγής, στο πλαίσιο τέτοιας δίκης, προβάλλονται λυσιτελώς, εάν αφορούν στην αντικειμενική νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης. Αντίθετα, δεν είναι λυσιτελείς λόγοι προσφυγής και, περαιτέρω, έφεσης ή αναίρεσης που στηρίζονται στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειας του υπόχρεου. Πράγματι, το εν λόγω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσει την αντικειμενική νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ούτε να θίξει την κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου να κρίνει (αυτοτελώς) τη νομιμότητα της πράξης αυτής ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική πρωτοβάθμια κρίση του κατώτερου διοικητικού δικαστηρίου. Είναι, δε, διάφορο το ζήτημα αν το ως άνω δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αξίωση/αγωγή αποζημίωσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω ηθικής βλάβης απορρέουσας από τη διατύπωση της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72, σε συνδυασμό με ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). Η τοιαύτη ηθική βλάβη του υποκειμένου του δικαιώματος, εν πάση περιπτώσει, δεν καλύπτει ούτε συνάπτεται προς την υλική/οικονομική βλάβη του η οποία αντιστοιχεί στους επίμαχους δασμούς ή/και φόρους που αυτός οφείλει να πληρώσει δυνάμει της οικείας καταλογιστικής πράξης της φορολογικής Διοίκησης (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72). Ο προαναφερόμενος τρόπος προστασίας του ως άνω δικαιώματος είναι επαρκώς αποτελεσματικός και συνιστά εκδήλωση της αρχής της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας του ελληνικού κράτους, στο πλαίσιο της οποίας ουδόλως επιβάλλεται η διάνοιξη μιας άλλης δικονομικής οδού προστασίας του δικαιώματος και, δη, εντός της διοικητικής δίκης που έχει ως αντικείμενο τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων. Συνακόλουθα, έστω κι αν, ενδεχομένως, χωρεί παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος από τη διατύπωση (του σκεπτικού) της σχετικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, πάντως, η τοιαύτη προσβολή του παραπάνω δικαιώματος, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου αυτού, δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που προβλέπει το άρθρο 56 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. Ειδικότερα, (i) το ως άνω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν αποτελεί στοιχείο «του νόμου που διέπει την επίδικη έννομη σχέση» (φορολογική οφειλή), κατά την έννοια της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 56, (ii) το εν λόγω δικαίωμα δεν συνιστά «τύπο» της διαδικασίας έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της ίδιας παραγράφου και (iii) η άσκηση από το διοικητικό δικαστήριο της κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητάς του να κρίνει τη νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (στο πλαίσιο προσφυγής ή έφεσης, αντίστοιχα) δεν μπορεί να ενέχει «υπέρβαση καθηκόντων», κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της ίδιας παραγράφου.

16. Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί, επικουρικά, και ως αλυσιτελής.

17. Επειδή, η υιοθετηθείσα στις προηγούμενες σκέψεις έννοια των ενωσιακών αρχών του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, σε υπόθεση όπως η παρούσα, είναι τόσο σαφής, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικού προδικαστικού ερωτήματος, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμο το οικείο αίτημα της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής η επίκληση από την αναιρεσείουσα των διατάξεων του άρθρου 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο 1 του ν. 4596/2019, Α΄ 32) 16ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες δεν έχουν πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση, όπως η παρούσα, που παρουσιάζει σύνδεσμο με το ενωσιακό (τελωνειακό) δίκαιο, ώστε να έλκονται προς εφαρμογή οι κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4596/2019, στην οποία σημειώνεται ότι «Είναι προφανές ότι εάν ανακύψει ζήτημα από την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου που θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 267 της [ΣΛΕΕ], το δικάζον δικαστήριο υποχρεούται [...] να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Συνεπώς, η δυνατότητα υποβολής αιτήματος γνωμοδότησης στο ΕΔΔΑ τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 267 [ΣΛΕΕ] και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό.»).

18. Επειδή, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής του ανωτέρω ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της (κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) ΕΣΔΑ στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος, διότι δεν στοιχειοθετείται αντίθεση, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, μεταξύ της παρούσας απόφασης και των αποφάσεων 124/2017 και 1824/2019 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επικαλείται η αναιρεσείουσα (βλ. επίσης και ΕλΣυν 271/2019 Ολομ.), διότι (α) κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος και 6 περίπτ. ε και 48 παρ. 1 του Κώδικα περί ΑΕΔ, για να υπάρξει αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων ως προς την έννοια τυπικού νόμου, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του ΑΕΔ, πρέπει οι αποφάσεις αυτές να αναφέρονται στο ίδιο κρίσιμο νομικό ζήτημα με βάση τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει αντίθεση, μεταξύ άλλων, όταν τα ανώτατα δικαστήρια δεν ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο την ίδια διάταξη τυπικού νόμου, αλλά το ένα από αυτά την ερμήνευσε σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις και, ως εκ τούτου, το επιλυθέν ζήτημα δεν είναι το ίδιο, αλλά διαφορετικό (βλ. λ.χ. ΑΕΔ 2/2015, 5/2013), (β) οι ως άνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούν στο ζήτημα της δέσμευσης αυτού από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από πράξη καταλογισμού δημοσιολογιστικής ευθύνης, προς αποκατάσταση ελλείμματος στη δημόσια διαχείριση, ενώ η παρούσα απόφαση αφορά στο διαφορετικό νομικό ζήτημα της δέσμευσης τακτικού διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από διοικητική πράξη επιβολής των διαφυγόντων, κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, δασμών και φόρων και (γ) η εν λόγω διαφοροποίηση του κριθέντος νομικού ζητήματος αντανακλάται και στις ερμηνευόμενες διατάξεις και αρχές, δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όχι αποκλειστικά ή μόνο σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, αλλά επιπλέον σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα που μνημονεύονται στη σκέψη 9, καθώς και σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, με την (κατοχυρωμένη στην ΕΣΔΑ και στο ενωσιακό δίκαιο) αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και με την αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, ήτοι στηρίζεται σε ερμηνεία ευρύτερου και (εν μέρει) διαφορετικού πλέγματος διατάξεων και αρχών, σε σχέση με τις διατάξεις που ερμηνεύουν οι παραπάνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

19. Επειδή, τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος της που αφορά στην επιβολή στην αναιρεσείουσα δασμών και φόρων.

20. Επειδή, λαμβανομένου υπόψη του διατακτικού της απόφασης 359/2020 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και εκτιμωμένων των περιστάσεων, κρίνεται ότι πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που αυτή κατέβαλε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, της έφεσης και της προσφυγής και ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος της που απέμεινε να εξεταστεί μετά από την 359/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέβαλε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, της έφεσης και της προσφυγής.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2020 και 9 Σεπτεμβρίου 2020 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 14ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Η Πρόεδρος του Β΄ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Β΄ Τμήματος

Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!