Νομολογία

ΣτΕ 3777/2008

Αριθμός 3777/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 20 Ιανουαρίου 2003 αίτηση: του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγίου Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τον Π. Βαρελά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, κατά του Α. Γ., κατοίκου Β. Α. (Φ. 46), ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1585/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 - Α΄ 31).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 1585/2002 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 1118/2001 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά της 599/1998 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Βύρωνος, με την οποία απορρίφθηκε ένστασή του κατά της 168/1998 απόφασης του Διευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί αίτημα του αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. ο χρόνος απασχόλησής του στην Κωνσταντινούπολη.

3. Επειδή, κατά την 165/1963 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 167), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 4377/1964 (Α΄ 174), έλληνες υπήκοοι και ομογενείς, οι οποίοι την 1η Ιανουαρίου 1956 ήταν μονίμως εγκατεστημένοι στην Νότια Επαρχία της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας (Αίγυπτο) και εγκατέλειψαν ή εγκαταλείπουν οριστικώς την εκεί μόνιμη εγκατάστασή τους, δικαιούνται να ασκήσουν στην Ελλάδα το επάγγελμα που ασκούσαν στην χώρα αυτή (άρθρο 1), δύνανται δε να ασφαλιστούν στους οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης της Ελλάδας για το επάγγελμα αυτό (άρθρο 5 παρ. 1). Οι κατ’ αυτόν τον τρόπο υπαγόμενοι στην ασφάλιση των ασφαλιστικών οργανισμών της Ελλάδας δικαιούνται να αναγνωρίσουν, με εξαγορά, την πραγματική προϋπηρεσία τους στην Αίγυπτο, υπό την προϋπόθεση της υποβολής σχετικής αίτησης μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία, η οποία αρχίζει, για όσους μεν αφίχθησαν στην Ελλάδα πριν από τη δημοσίευση της Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, από τη δημοσίευση αυτή, για δε τους λοιπούς, από την άφιξή τους στην Ελλάδα (άρθρο 5 παρ. 2). Η αποκλειστική αυτή προθεσμία παρατάθηκε αρχικώς με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του ν.δ. 4377/1964 επί ένα έτος από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και, ακολούθως, με την παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ν.δ. 4577/1966 (Α΄ 230) έως 30 Ιουνίου 1967. Ε. άλλου, με το άρθρο 1 του ν.δ. 4378/1964 (Α΄ 174) οι ρυθμίσεις αυτές επεκτάθηκαν και στους εκ Τουρκίας έλληνες υπηκόους και ομογενείς.

4. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 10 του ν. 1469/1984 (Α΄ 111) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ν.δ. 4377/1964 και 4378/1964, η ισχύς δε του άρθρου αυτού άρχισε μετά την πάροδο πενταετίας από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 3 Αυγούστου 1989 (άρθρο 48). Τέλος, στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138) ορίζεται ότι η τελευταία αυτή προθεσμία, η οποία είχε λήξει στις 3 Αυγούστου 1989, παρατείνεται από τη λήξη της επί τρία έτη και, επομένως, η προθεσμία αυτή έληξε στις 3 Αυγούστου 1992.

5. Επειδή, επακολούθησε ο ν. 2079/1992 (Α΄ 142), ο οποίος άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 25), δηλαδή από 27.8.1992. Στο άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής:

«1. Η προθεσμία ισχύος των διατάξεων των ν.δ. 4377/1964 … και 4378/1964 …, που έληξε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 του ν. 1469/1984 …, και παρατάθηκε με τις διατάξεις της παραγρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 1902/1990 … μέχρι την 3.8.1992, παρατείνεται επ’ αόριστον από τη λήξη της για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς Κύριας Ασφάλισης.

2. Από την ισχύ του παρόντος άρθρου για την εφαρμογή των διατάξεων των ν.δ. 4377/1964 και 4378/1964 δεν ισχύουν οι περιορισμοί, που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 1, καθώς και από τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 της 165 ΠΥΣ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 4377/1964».

Ακολούθως, με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 (Α΄ 16) προστέθηκαν τα εξής δύο εδάφια στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του ν. 2079/1992:

«Στους παραπάνω καταργούμενους περιορισμούς δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωση καταβολής εισφοράς για την εξαγορά του χρόνου απασχόλησης στις χώρες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Απαραίτητη προϋπόθεση ισχύος και εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου είναι τα πρόσωπα αυτά να έχουν μόνιμη και συνεχή κατοικία στις χώρες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές».

Τέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 ορίζεται ότι

«Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού ανατρέχει στο χρόνο ισχύος του ν. 2079/1992».

Από τις πιο πάνω διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 – οι οποίες άρχισαν να ισχύουν, αναδρομικώς, από την έναρξη ισχύος του ν. 2079/1992, δηλαδή από 27.8.1992 – προκύπτει ότι από την ανωτέρω χρονολογία και εφεξής τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις εν λόγω διατάξεις, για να αναγνωρίσουν χρόνο απασχόλησής τους στην Τουρκία ως χρόνο που έχει διανυθεί στην ασφάλιση ελληνικού ασφαλιστικού οργανισμού, πρέπει απαραιτήτως να κατοικούν μονίμως και συνεχώς στην Τουρκία (Σ.τ.Ε. 2489/2004, 3828/2004, 3482/2005, 129/2007). Αν όμως τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις πιο πάνω διατάξεις, αποβλέποντας στις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 2079/1992 για την αναγνώριση στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς της Ελλάδας χρόνου απασχόλησής τους στην Τουρκία, εγκατέλειψαν την Τουρκία και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου, δηλαδή μετά τις 27.8.1992, υπέβαλαν δε την αίτηση για αναγνώριση πριν από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 2187/1994 (8.2.1994), η αναδρομική ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του τελευταίου αυτού νόμου – δηλαδή η απαραίτητη προϋπόθεση που τίθεται να κατοικούν τα πρόσωπα αυτά μονίμως και συνεχώς στην Τουρκία – δεν τους καταλαμβάνει, διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, η πιο πάνω διάταξη θα αντέβαινε στη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (Σ.τ.Ε. 1702/2005).

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος, ομογενής από την Τουρκία, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα στις 28.12.1992. Στις 19.1.1993 με αίτησή του προς το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Βύρωνος ζήτησε την αναγνώριση, με εξαγορά, της προϋπηρεσίας του στην Τουρκία. Με την 365/27.8.1993 απόφαση του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος αναγνωρίστηκαν ως διανυθείσες στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. 4350 ημέρες εργασίας του αναιρεσιβλήτου, χρονικής περιόδου από 30.4.1978 έως 31.10.1992, κατόπιν εξαγοράς τους με το ποσό των 3.550.470 δραχμών. Η τελευταία πράξη ανακλήθηκε με την 6311/1993 απόφαση του Διευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. με την αιτιολογία ότι η περίπτωση του αναιρεσιβλήτου δεν καταλαμβανόταν από τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2079/1992. Ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της τελευταίας απόφασης απορρίφθηκε με την 549/1994 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου Υποκαταστήματος. Προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής έγινε δεκτή με την 9221/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η προσβληθείσα απόφαση και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Διευθυντή του Υποκαταστήματος, προκειμένου να κριθεί αν ο αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της απασχόλησής του στην Κωνσταντινούπολη βάσει του ν. 1469/1984. Με την 168/1998 απόφαση του Διευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της απασχόλησής του βάσει του ν. 1469/1984, γιατί δεν είχε πραγματοποιήσει καμία ημέρα εργασίας στην Ελλάδα. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε ένσταση ισχυριζόμενος ότι υπαγόταν στις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2079/1992. Η ένσταση απορρίφθηκε με την 599/1998 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά της τελευταίας απόφασης έγινε δεκτή από το διοικητικό πρωτοδικείο με την 1118/2001 απόφαση, έφεση δε του αναιρεσείοντος Ιδρύματος απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Με την απόφαση αυτή το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 2079/1992 δεν απέκλειαν, συντρεχουσών και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των ελλήνων ομογενών, οι οποίοι είχαν ήδη εγκαταλείψει ή θα εγκατέλειπαν εφεξής την Τουρκία, όπως ο αναιρεσίβλητος, οι δε νεότερες ρυθμίσεις του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 δεν μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοστούν αναδρομικά, παρά την περί αναδρομής ρήτρα που περιέχουν, και σε όσους ομογενείς είχαν προηγουμένως εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα και, συγκεντρώνοντας τις νόμιμες προϋποθέσεις, είχαν υποβάλει, ενώ ίσχυε ακόμη το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, αίτηση για αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους στην Τουρκία. Συνεπώς, έκρινε περαιτέρω το διοικητικό εφετείο, ο αναιρεσίβλητος εξακολουθούσε να υπάγεται στις υπό το κράτος του ν. 2079/1992 εισαχθείσες ρυθμίσεις, με βάση τις οποίες εδικαιούτο να υποβάλει αίτηση για αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στην Τουρκία.

7. Επειδή, όπως δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε την Τουρκία και εγκαταστάθηκε μονίμως στην Ελλάδα στις 28.12.1992, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2079/1992 (27.8.1992), το αίτημά του δε στο αναιρεσείον Ίδρυμα για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στην Κωνσταντινούπολη υπέβαλε στις 19.1.1993, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 2187/1994. Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το Ι.Κ.Α. εσφαλμένα απέρριψε τελικώς το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για την αναγνώριση του χρόνου απασχόλησής του στην Τουρκία. Η κρίση αυτή είναι νόμιμη. Τούτο, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη, στην επίδικη περίπτωση δεν είχε εφαρμογή η αναδρομική ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 αλλά η διάταξη του άρθρου 23 του ν. 2079/1992, που δεν θέτει ως προϋπόθεση, όπως αβασίμως υποστηρίζει το αναιρεσείον Ίδρυμα, τη μόνιμη και συνεχή εγκατάσταση του ομογενούς στην Τουρκία. Εν όψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 23 του ν. 2079/1992 και της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2007

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος

Γ. Ανεμογιάννης Ε. Κουμεντέρη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22 Δεκεμβρίου 2008.

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος

Γ. Ανεμογιάννης Μ. Παπασαράντη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!