Φορολογική αρθρογραφία

Άρθρο της Τερζή Γ-Χ Ποιες είναι οι κυρώσεις σε βάρος του κράτους όταν δε συμμορφώνεται με δικαστικές αποφάσεις

ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ [1]
 

της Γλυκερίας-Χριστίνας Τερζή
Ασκ. Δικηγόρου στο Ν.Σ.Κ.

Ι. Εισαγωγή.

1. Ως γνωστόν, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που υπήρχε ανέκαθεν στη χώρα μας, αλλά γιγαντώθηκε πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, είναι και η γνωστή σε όλους μας άρνηση του Κράτους να συμμορφωθεί προς τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε βάρος του. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιας άρνησης, όμως, σχετικά πρόσφατα, αντιμετωπίσαμε  τις γνωστές περιπτώσεις με τις ανεκτέλεστες αποφάσεις του ΣτΕ για τις συντάξεις, αλλά και για τα μισθολογικά των ενστόλων (και φυσικά πολλές άλλες που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας).

2. Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης του Κράτους στις δικαστικές αποφάσεις είναι ζήτημα ύψιστης θεσμικής σημασίας, γι’ αυτό και προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και συγκεκριμένα στο άρθρο 95§5, αλλά και  σε διατάξεις άλλων νομοθετημάτων (π.χ. στο άρθρο 50§4 του Π.Δ. 18/1989 περί Συμβουλίου της Επικρατείας). Μάλιστα, όταν ομιλούμε για συμμόρφωση του Κράτους, δεν εννοούμε μόνο το Δημόσιο με τη στενή έννοια, αλλά και τους Ο.Τ.Α., τα  ΝΠΔΔ  και όσα ΝΠΙΔ ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. 

3.  Στο ερώτημα τι περιεχόμενο έχει η υποχρέωση συμμόρφωσης του Κράτους προς τις δικαστικές αποφάσεις, η νομολογία απαντά παγίως ότι η Διοίκηση οφείλει όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά, συγχρόνως, οφείλει να προχωρήσει και σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε άμεσα ή έμμεσα από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές πράξεις, που εκδόθηκαν στο μεταξύ ή εκδίδοντας άλλες, με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν υπήρχε η ακυρωθείσα πράξη ή παράλειψη (αντί πολλών, βλ. αποφάσεις ΣΤΕ 744/2016, 850/2015, 1277, 3706/2014, 3761/2013, 3606/2012, 100,3854/2011, 957/2010 κ.ά.). Εννοείται ότι, σε περίπτωση που η δικαστική απόφαση καταδικάζει το Δημόσιο σε χρηματική παροχή, η συμμόρφωσή του έγκειται στην πλήρη και χωρίς καθυστέρηση ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης του αντιδίκου του.

ΙΙ.   Η θέσπιση ειδικού νόμου για τη συμμόρφωση του Κράτους.

1.  Όσο και αν φαίνεται απίστευτο, για να αντιμετωπιστεί η χρόνια και ανεξέλεγκτη κατάσταση σχετικά με το πρόβλημα από  τη μη συμμόρφωση του Κράτους προς τις δικαστικές αποφάσεις, η Πολιτεία, δηλαδή το ίδιο το Κράτος, θέσπισε και άλλον ένα νόμο (ν. 3068/2002), ο οποίος είναι εκτελεστικός του Συντάγματος και με τον οποίο ορίζονται συγκεκριμένοι κανόνες για τη συμμόρφωση των κρατικών υπηρεσιών στις εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις, ενώ, μάλιστα προβλέπονται και σοβαρές χρηματικές και άλλες κυρώσεις τόσο σε βάρος του Κράτους,  όσο και σε βάρος όσων υπαλλήλων του παραλείπουν να προβούν στις ενέργειες που απαιτούνται για την υλοποίηση της συμμόρφωσης. 

2. Σημειώνεται πως  ο πιο πάνω νόμος αναφέρεται σε υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων (π.χ. στρατοδικείων), καθώς και προς αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων που κηρύχθηκαν εκτελεστές στην Ελλάδα, εφόσον οι εν λόγω αποφάσεις παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει (άρθρο 1 ν. 3068/02).  Ωστόσο, υπάρχει διάσταση ως προς το εάν παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης και οι αναγνωριστικές αποφάσεις, δεδομένου ότι υποστηρίζεται τόσον η καταφατική άποψη (βλ. ΤρΣυμβ ΣτΕ 10, 17, 51, 78/2010, ΟλΝΣΚ 157/2014),  όσον και η αρνητική (Τρ. ΣυμβΑΠ 19/2016).  

3. Συγκεκριμένα, από τον πιο πάνω νόμο προβλέπεται ότι ο πολίτης που νίκησε σε μια δίκη με το Κράτος, αλλά αυτό δεν εκτελεί τη δικαστική απόφαση, έχει δικαίωμα να προσφύγει σε ένα τριμελές Συμβούλιο, που αποτελείται από δικαστές του ίδιου Δικαστηρίου που εξέδωσε τη μη εκτελούμενη απόφαση [2]  και να ζητήσει την άμεση συμμόρφωση του Κράτους στην απόφαση αυτή (δηλαδή, ο πολίτης αναγκάζεται να κάνει μια νέα δίκη για να ζητήσει το αυτονόητο!).

ΙΙΙ. Οι κυρώσεις που προβλέπονται από το ν. 3068/2002 σε βάρος του Κράτους και των υπαλλήλων του.

Το τριμελές Συμβούλιο συμμόρφωσης, [3] αν μετά την αίτηση του ιδιώτη  διαπιστώσει ότι η καθυστέρηση, ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, τότε κάνει τις εξής ενέργειες (βλ. άρθρο 3):

1. Πρώτα, καλεί εγγράφως την αρμόδια διοικητική Αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο, που μπορεί να παραταθεί μόνο μία φορά για σπουδαίο λόγο.

2. Σε περίπτωση που η Αρχή και πάλι δεν συμμορφωθεί τότε το Συμβούλιο προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί από το Δημόσιο στον πολίτη, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση. Ο νόμος δεν προβλέπει το ύψος του ποσού, όμως ορίζει  ότι κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι η φύση και η σημασία της υπόθεσης, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης κλπ. Έτσι, στην πράξη, έχουμε δει πρόστιμα κατά του Κράτους που ξεκινούν από μερικές δεκάδες ευρώ και φθάνουν σε αρκετές χιλιάδες.

3. Εάν, μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, τότε το τριμελές Συμβούλιο μπορεί  να επιβάλει στο Δημόσιο και νέα χρηματική κύρωση. 

4. Η απαίτηση προς είσπραξη του χρηματικού ποσού της κύρωσης υπόκειται σε παραγραφή πέντε ετών και είναι ακατάσχετη, πλην όμως συμψηφίζεται, εφόσον υπάρχει αντίθετη απαίτηση του Δημοσίου και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. Τυχόν συμμόρφωση της Διοίκησης μετά τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού της κύρωσης δεν καταργεί την εκτελεστότητα της απόφασης του τριμελούς συμβουλίου (άρθρο 8 του Π.Δ. 61/2004).

  • Πάντως, ως προς τη φορολογική μεταχείριση της χρηματικής κύρωσης, θεωρώ ότι αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα εισοδήματος εκ μέρους του ιδιώτη που την εισέπραξε και ως εκ τούτου δεν πρέπει να υπόκειται σε φορολογία.

IV. Λοιπές δυσμενείς συνέπειες κατά του Δημοσίου.

1. Στην περίπτωση που το Δημόσιο, οι Δήμοι, τα ΝΠΔΔ κλπ. αρνούνται να πληρώσουν την πιο πάνω χρηματική κύρωση, τότε ο ιδιώτης μπορεί να  προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος τους με κατάσχεση και πλειστηριασμό της ιδιωτικής τους περιουσίας (άρθρο 4 του ν. 3068/2002).

2. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι διώκονται για ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα και σε περίπτωση που καταδικαστούν, τότε οφείλουν να καταβάλουν αποζημίωση στον ιδιώτη από την ιδιωτική τους περιουσία (άρθρο 5 του ν. 3068/02). 

3. Ο ιδιώτης, εκτός από τα παραπάνω μπορεί να ασκήσει την αγωγή των άρθρων 105 και 106 ΕισΑΚ και να εισπράξει από το Δημόσιο: 

α) αποζημίωση για τυχόν θετική του ζημία αλλά και για διαφυγόντα κέρδη (π.χ. αν αποδείξει ότι θα είχε επενδύσει τα χρήματα που έπρεπε να εισπράξει από το Δημόσιο και θα είχε συγκεκριμένα κέρδη) και 

β) αποζημίωση για ηθική βλάβη, λόγω της ταλαιπωρίας που υπέστη από την άρνηση του  Κράτους να συμμορφωθεί στη δικαστική απόφαση. Την ίδια ευθύνη έχει και ο αρμόδιος υπάλληλος (βλ. σχετικά την απόφαση του Αρείου Πάγου 957/2013, με την οποία η αρμόδια υπάλληλος καταδικάστηκε σε καταβολή αποζημίωσης για ηθική βλάβη που προκάλεσε με την άρνηση συμμόρφωσης). Επίσης, ο υπάλληλος μπορεί να διωχθεί και για παράβαση καθήκοντος (άρθρ. 259 Π.Κ.), εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.

V. Χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη νομολογία.

1. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι, σε περίπτωση που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση που υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και, εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος  μπορεί, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, δηλαδή χρημάτων του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 819/2015).

2. Εξάλλου, κρίθηκε ότι, μετά την ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων με απόφαση του Διοικ. Δικαστηρίου, το Δημόσιο (ή ο ΕΦΚΑ κλπ.) οφείλει να άρει όλες τις συνέπειες των πράξεων που ακυρώθηκαν και συγκεκριμένα, όχι μόνον να θεωρήσει ανύπαρκτες τις ακυρωθείσες πράξεις και να διαγράψει τις βεβαιωθείσες οφειλές και τις τυχόν προσαυξήσεις τους, αλλά και να επιστρέψει στους αιτούντες τα ποσά, που είχαν καταβάλει ως αχρεωστήτως καταβληθέντα (βλ. Τρ. Συμβ. ΣτΕ 30/2009).  

3. Επίσης, έχει κριθεί ότι στην έννοια της συμμόρφωσης για πλήρη   αποκατάσταση υπαλλήλου, ο οποίος πέτυχε τη δικαστική ακύρωση της παράλειψης διορισμού του ή προαγωγής του, περιλαμβάνεται όχι μόνον η διοικητική του αποκατάσταση αλλά και η αποκατάστασή του από μισθολογική άποψη, με την καταβολή των οφειλομένων, στο δικαιούχο, αναδρομικών αποδοχών του (ΣΤΕ 201/2014, 1832/2009, 1378, 1599, 1378 /2007).

4. Επειδή η Διοίκηση, παρά τη δικαστική ακύρωση της άρνησής της να άρει ρυμοτομικό βάρος (απαλλοτρίωση) επί οικοπέδου  και   παρά την κοινοποίηση σε αυτήν σχετικού Πρακτικού του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ, εξακολουθούσε αυτή αδικαιολόγητα να μην συμμορφώνεται προς την ακυρωτική απόφαση,  το Τριμ. Συμβούλιο του ΣτΕ επέβαλε ως κύρωση στο Δημόσιο και υπέρ των ιδιωτών το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ (βλ. πρακτ. 10/2016)

VI. Επίμετρο.

Τελειώνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η πλήρης συμμόρφωση του Κράτους στις δικαστικές αποφάσεις είναι βασικό στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας του Πολιτεύματος. Βέβαια, σε όχι λίγες περιπτώσεις, οι κρατικοί λειτουργοί, για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις, επικαλούνται το μεγάλο χρηματικό κόστος για το Δημόσιο Ταμείο ή τις δυσχέρειες από την αναδρομική ανατροπή παγιωμένων νομικών σχέσεων  ή καταστάσεων.

Όμως, ακόμη και αν αυτές οι δικαιολογίες δεν στερούνται βασιμότητας, εντούτοις πιστεύω ακράδαντα ότι εκπτώσεις στην ορθή λειτουργία των συνταγματικών θεσμών δεν μπορούν να είναι αποδεκτές σε καμία περίπτωση. Κατά συνέπεια, σε τέτοιου είδους εξωθεσμικά διλήμματα εμείς οι πολίτες πρέπει να απαντάμε θεσμικά και ίσως με τη  ρηξικέλευθη ρήση των σοφών Λατίνων νομομαθών: «fiat justitia et pereat mundus», δηλαδή «ας επικρατήσει δικαιοσύνη και ας χαθεί ο κόσμος».

Υποσημειώσεις

1. Θα ήθελα να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στον κύριο Ψυχογυιό Θεόδωρο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους για την λεπτομερή επιμέλεια του παρόντος άρθρου. 

2. Κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων όλων των βαθμίδων, αρμόδιο είναι το τριμ. Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

3. Τα τριμελή Συμβούλια οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 61/2004.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ