Υπουργείο Εργασίας

Βουλή Κατατέθηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας

Βουλή: Κατατέθηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας

ΑΠΕ ΜΠΕ/ΑΠΕ ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας με τίτλο "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις."

Μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά:

Παρατίθεται ακολούθως το ακριβές εισαγωγικό απόσπασμα από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου:

"Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ένα σύνολο θεσμικών παρεμβάσεων στον τομέα της εργασίας και της κοινωνικής προστασίας, που στόχο έχουν να ενισχύσουν και επεκτείνουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, να βελτιώσουν ουσιωδώς κρίσιμες πτυχές της καθημερινότητας τους, αλλά καί να διευκολύνουν τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

Το πρώτο μέρος (Μέρος Α') συγκροτείται από ένα σύνολο διατάξεων που έχουν στόχο την επιτάχυνση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, η οποία επήλθε με το ν. 4387/2016 (Α' 85). Με το νόμο αυτό υλοποιείται η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου οι γενικές αρχές είναι η εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων και αρχών για όλους τους ασφαλισμένους, απώτερος σκοπός είναι η κατάργηση της εκτεταμένης πολυνομίας, η οποία είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Η ασφαλιστική αυτή μεταρρύθμιση καθιερώνει πλήρη ισονομία, μέσω της ουσιαστικής ενοποίησης του προϋπάρχοντος συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με θέσπιση ενιαίων κανόνων για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν σχέδιο νόμου θεσμοθετούνται οι απαραίτητες ρυθμίσεις για την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, διευθετούνται διοικητικής φύσεως ζητήματα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και επιλύονται χρόνια προβλήματα που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα των ασφαλισμένων. Προς τον τελευταίο σκοπό προβλέπεται λ.χ. η άτοκη επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών προς τους δικαιούχους, αφού προηγηθεί συμψηφισμός με πάσης φύσεως οφειλές του κάθε δικαιούχου προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι επιλύεται με ενιαίο τρόπο ένα διαρκές πρόβλημα στις περιπτώσεις επιστροφής εισφορών, οι οποίες τελικά δεν οφείλονταν από τους ασφαλισμένους. Περαιτέρω, με ειδική διάταξη που περιλαμβάνεται στο εν λόγω μέρος του νομοσχεδίου προβλέπεται η αποσύνδεση της υποχρέωσης υπαγωγής στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. από την ιδιότητα του εγγεγραμμένου στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) ή του εγγεγραμμένου στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Παύει, έτσι, η άδικη μεταχείριση που ισχύει ως σήμερα σε βάρος συγκεκριμένων κατηγοριών επαγγελματιών, οι οποίοι είχαν υποχρέωση καταβολής εισφορών ανεξάρτητα από την πραγματική άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και η υποχρέωση αυτή συνδέεται πλέον με την άσκηση δραστηριότητας, όπως ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες ασφαλισμένων. Επιπροσθέτως, με επιμέρους ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του νομοσχεδίου ενθαρρύνεται η διαδικασία κοινωνικής και εργασιακής επανένταξης των πασχόντων από φυχικά νοσήματα. Προς το σκοπό αυτό, εισάγονται διατάξεις για τη μη αναστολή ή περικοπή της αναπηρικής τους σύνταξης σε περίπτωση ανάληψης εργασίας, εφόσον αυτή ενδείκνυται για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης.

Το δεύτερο μέρος (Μέρος Β') του παρόντος σχεδίου νόμου περιλαμβάνει ένα πλέγμα διατάξεων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων. Μολονότι βεβαίως η βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας επιτυγχάνεται πρωτίστως στο επίπεδο της απονομής ουσιαστικών δικαιωμάτων, είναι γνωστό ότι μόνη η τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων δεν εγγυάται και την πραγματική απόλαυσή τους από τους δικαιούχους. Καθοριστική παράμετρο σε αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η ενίσχυση των συνοδευτικών θεσμικών εργαλείων που ενθαρρύνουν την συμμόρφωση με το νομικό πλαίσιο. Ακόμα και όταν το δίκαιο αναγνωρίζει δικαιώματα ή επιβάλλει υποχρεώσεις σε επαρκές επίπεδο, η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου της συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων στους παραβάτες απειλεί να ματαιώσει την πρακτική εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων, ενθαρρύνοντας τις παραβάσεις. Παράμετροι όπως η διάρκεια και το κόστος της δίκης, η στελέχωση και οι αρμοδιότητες των ελεγκτικών υπηρεσιών, η ευχέρεια πρόσβασης σε αποδεικτικά μέσα κλπ., επηρεάζουν καθοριστικά την τήρηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Η ενίσχυση των ελεγκτικών και δικαιοδοτικών μηχανισμών αποκτά επείγοντα χαρακτήρα ιδίως σε πεδία όπως η εργατική νομοθεσία, όπου αφενός η οικονομική και αποδεικτική δυσκολία των εργαζομένων να υποστηρίξουν έναν μακρόχρονο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα και αφετέρου η πρακτική δυσκολία ελέγχου των παραβάσεων και επιβολής κυρώσεων εκ μέρους των αρμοδίων κρατικών αρχών ενδέχεται να ματαιώσουν τον ίδιο τον προστατευτικό σκοπό του νομικού πλαισίου. Μάλιστα, ιδίως στο πεδίο αυτό, η βελτίωση της συμμόρφωσης των εργοδοτών με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την εργατική και την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία δεν διασφαλίζει απλώς τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά επιπροσθέτως συμβάλλει θετικά στα δημόσια έσοδα και εξαλείφει το αθέμιτο πλεονέκτημα που αποκτούν οι παραβάτες έναντι των νομοταγών ανταγωνιστών τους.

Το παρόν σχέδιο νόμου παρεμβαίνει και στα δύο αυτά επίπεδα βελτίωσης της προστασίας των εργαζομένων. Καταρχάς, στο επίπεδο των ουσιαστικών δικαιωμάτων, οι διατάξεις που περιλαμβάνει το παρόν σχέδιο νόμου λειτουργούν προστατευτικά για τους εργαζόμενους σε δύο κυρίως κατευθύνσεις: Αφενός, επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων εργατικών δικαιωμάτων, προκειμένου να καλύψουν πρόσθετους τρόπους οργάνωσης του οικογενειακού βίου (όπως π.χ. στις περιπτώσεις απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας ή υιοθεσίας). Αφετέρου, αντιμετωπίζουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο καταστάσεις που παραδοσιακά το δίκαιό μας εκλάμβανε ως εντελώς εξαιρετικές, αλλά κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης έπληξαν τους εργαζομένους με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συχνότητα, όπως λ.χ. η οφειλή δεδουλευμένων μισθών και η συνακόλουθη ολοένα και συχνότερη άσκηση εκ μέρους των εργαζομένων δικαιωμάτων όπως αυτά που απορρέουν από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (άρθρο 7 του ν. 2112/1920).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το παρόν σχέδιο νόμου ενισχύει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των εργαλείων ελέγχου και επιβολής της εργατικής νομοθεσίας τόσο από τα δικαστήρια όσο και από την διοίκηση. Βασικός σκοπός των θεσμικών παρεμβάσεων που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου είναι η αντιμετώπιση της παραβατικότητας στους χώρους εργασίας. Η αδήλωτη, υποδηλωμένη και ανασφάλιστη εργασία παραβιάζει βασικά δικαιώματα των εργαζομένων, συνιστά επιβραδυντικό και στρεβλωτικό παράγοντα της οικονομίας, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, μειώνει τα δημόσια έσοδα και αποδυναμώνει το ασφαλιστικό σύστημα, υπονομεύοντας την ικανότητά του να ανταποκριθεί στην κοινωνική του αποστολή. Υπηρετώντας την κεντρική πολιτική προτεραιότητα για την καταπολέμηση της παραβατικότητας στους χώρους δουλειάς, με τις προτεινόμενες διατάξεις ισχυροποιείται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ώστε να θωρακιστεί κατά το δυνατό η τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και να διευκολυνθεί το έργο των ελεγκτικών μηχανισμών. Παρομοίως, αξιοποιείται πλέον με αυξημένη βαρύτητα ως κύρωση για σοβαρές παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας ο αποκλεισμός του παραβάτη εργοδότη από δημόσιες συμβάσεις και διαγωνισμούς. Ο αποκλεισμός των ασυνεπών εργοδοτών από το δημόσιο χρήμα αποτελεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό κίνητρο συμμόρφωσής των επιχειρήσεων με την εργατική νομοθεσία. Επίσης ενισχύεται σημαντικά ο πρωτεύων ελεγκτικός και κυρωτικός ρόλος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) τόσο με απλούστευση των διαδικασιών ελέγχου των παραβάσεων και επιβολής κυρώσεων όσο και με την επαύξηση των στοιχείων που οφείλουν να αναρτούν οι εργοδότες ή να επιδεικνύουν οι ελεγχόμενοι.

Στην ίδια κατεύθυνση, της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, επιταχύνεται σημαντικά η εκδίκαση των κρισιμότερων περιπτώσεων εργατικών διαφορών: των δικών για οφειλόμενους μισθούς και των δικών σχετικά με το κύρος της απόλυσης. Έτσι, με την προσαρμογή του θεσμού της διαταγής πληρωμής στις ιδιαιτερότητες των μισθολογικών αξιώσεων, ο εργαζόμενος θα μπορεί πλέον πολύ ευκολότερα και συχνότερα να αποκτά εκτελεστό τίτλο κατά του εργοδότη του για οφειλόμενους μισθούς μέσα σε λίγες μόλις εργάσιμες ημέρες. Αντιστοίχως, η ταχεία εκδίκαση των αγωγών για άκυρη απόλυση θα προσφέρει αφενός αποτελεσματική δικαστική προστασία για τον εργαζόμενο και ταχεία εκκαθάριση της νομικής αβεβαιότητας για τον εργοδότη. Τέλος, σε επίπεδο συλλογικού εργατικού δικαίου, ενισχύεται το πλαίσιο ενημέρωσης και διαβούλευσης μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων.

Στο τρίτο μέρος (Μέρος Γ') του παρόντος νομοσχεδίου περιλαμβάνονται πρόσθετες ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίες συντείνουν στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και βελτίωσης της προστασίας τους, ιδίως εφόσον προσεγγισθούν υπό το φως των διατάξεων που προηγούνται. Περιλαμβάνονται έτσι διατάξεις που επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν υφιστάμενες ρυθμίσεις ή να άρουν εμπόδια που δυσχεραίνουν την πρακτική άσκηση κύριων δικαιωμάτων των εργαζομένων. Προβλέπεται λ.χ. ότι ο άνεργος, ο οποίος έχει θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη και έλυσε τη σύμβαση, λαμβάνει επίδομα ανεργίας, ενώ μέχρι σήμερα μπορούσε να το λάβει μόνο εφόσον προσκόμιζε τη δικαστική απόφαση που του επιδίκαζε την αποζημίωση απόλυσης. Αίρεται έτσι ένα σημαντικό εμπόδιο για την άσκηση εκ μέρους των εργαζομένων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Επιπροσθέτως, καθίστανται ευνοϊκότερες οι προϋποθέσεις χορήγησης στους αυτοτελώς και ανεξάρτητα απασχολούμενους οικονομικού βοηθήματος, παρεμφερούς σκοπού με την επιδότηση ανεργίας, ενώ επεκτείνεται ο σκοπός της καταβολής της ήδη προβλεπόμενης εισφοράς στους εν λόγω ασφαλισμένους, ώστε να παρέχει επιπλέον τη δυνατότητα εκπόνησης στοχευμένων προγραμμάτων ενίσχυσης της απασχόλησής τους.

Με το τέταρτο μέρος (Μέρος Δ') του παρόντος νομοσχεδίου εισάγονται μια σειρά μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότιμης μεταχείρισης των Ατόμων με Αναπηρίες, της πλήρους απόλαυσης θεμελιωδών δικαιωμάτων εκ μέρους τους αλλά και της διευκόλυνσης της ζωής και της καθημερινότητας τους. Παράλληλα μέσω των προτεινόμενων ρυθμίσεων προωθείται η αντιμετώπιση των ατόμων αυτών όχι ως άτομα με ανάγκες αλλά ως άτομα με δυνατότητες, τις οποίες το κράτος οφείλει να αναγνωρίσει, ώστε να τους επιτρέψει να αποκτήσουν πρόσβαση σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Από τον ορισμό που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υιοθετεί για την αναπηρία προκύπτει ότι πέραν του στοιχείου της εγγενούς διαφορετικότητας που καθορίζεται στη βάση μιας ιατρικής διάγνωσης, ο ρόλος του περιβάλλοντος, ως επιβαρυντικού παράγοντα μέσω των εμποδίων του ή ως επιβοηθητικού παράγοντα λόγω των βοηθημάτων που παρέχει, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στο βαθμό της δυσκολίας που η αναπηρία δημιουργεί στο άτομο. Την ίδια επιρροή ασκούν και οι κοινωνικές αντιλήψεις, με επίδραση είτε ανασταλτική είτε προωθητική στην κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων αυτών.

Στην Ελλάδα ζουν πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα με αναπηρία. Η μη «ορατότητά» τους από το κοινωνικό σύνολο αποτελεί συνέπεια της κοινωνικής κατασκευής της αναπηρίας, συνέπεια της ελλιπούς προσβασιμότητάς τους στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, συνέπεια των εγκαθιδρυμένων στερεοτύπων και νοοτροπιών. Αποτελεί συνέπεια του τρόπου που το ίδιο το πρόσωπο με αναπηρία βλέπει τον εαυτό του ετεροπροσδιοριζόμενο μέσα από το πρίσμα της κοινωνίας στην οποία ανήκει και ζει.

Καθώς η Διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες διαγιγνώσκει τον κίνδυνο περιθωριοποίησης και απομόνωσης των ατόμων αυτών, καλείτα κράτη να τον αποσοβήσουν εφαρμόζοντας το κανονιστικό περιεχόμενό της προς το σκοπό της ενεργότερης και εναργέστερης συμμετοχής του ατόμου στην κοινωνικοοικονομική ζωή. Σ' αυτό το πλαίσιο, το μέρος Δ' του παρόντος νομοσχεδίου στοχεύει στην εξειδίκευση, αποσαφήνιση και υποβοήθηση της εφαρμογής των διατάξεων της Σύμβασης και στην αντιστροφή της παγιωμένης αντιμετώπισης των ατόμων με αναπηρίες ως ατόμων υψηλής ευαλωτότητας με διαρκώς συρρικνούμενο βαθμό συμμετοχής. Επιπλέον οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποσκοπούν στην κατάρριψη αναχρονιστικών στερεοτύπων που αντιλαμβάνονται ως ολοκληρωμένο άνθρωπο μόνο τον (κυριολεκτικά και μεταφορικά) «όρθιο» άνθρωπο, που θέτουν κάθε μορφής αναπηρία εκτός του φάσματος της κανονικότητας, που καθιστούν άνευ ετέρου περιθωριακά τα ζητήματα του αναπηρικού κινήματος και που καταφάσκουν σοβαρούς αποκλεισμούς των ατόμων με αναπηρία σε όλο το φάσμα των δικαιωμάτων τους. Οι διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου αποσκοπούν στο να αποτελέσουν όπλο στη μάχη κατά του θεσμικού ρατσισμού, υπό τη σκιά του οποίου δημιουργούνται και παγιώνονται σοβαρές διακρίσεις στις δομές της κοινωνίας, καθώς ο περιορισμός των δικαιωμάτων και των επιλογών συγκεκριμένων ευάλωτων ομάδων που παρεκκλίνουν με οποιονδήποτε τρόπο από τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα (εν προκειμένω αυτά της σωματικής, αισθητηριακής, ψυχικής αρτιμέλειας) τείνει να κατοχυρώνεται θεσμικά μέσα από πρακτικές, διαδικασίες και κανονιστικά μέτρα, τα οποία θεσμοπο ιού νται και γίνονται ανεκτά τόσο από τη διοίκηση όσο και από την κοινωνία. Στην κατεύθυνση της πραγμάτωσης ουσιαστικής ισονομίας, οι ρυθμίσεις του τετάρτου μέρους του παρόντος νομοσχεδίου ενσωματώνουν νομοθετικές επιλογές προς το σκοπό της ανεμπόδιστης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις πτυχές της ζωής και της συνολικής θωράκισης των δικαιωμάτων τους.

Με το πέμπτο μέρος (Μέρος Ε') του παρόντος νομοσχεδίου ρυθμίζεται η οργάνωση και λειτουργία του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Οι παρεμβάσεις της κοινωνικής εργασίας καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δράσεων που αφορούν το κοινωνικό σύνολο και εκτείνονται από την ατομική συμβουλευτική έως την αξιολόγηση και το σχεδίασμά προγραμμάτων κοινωνικής φροντίδας και τη διαμόρφωση εθνικής κοινωνικής πολιτικής, με στόχο την κοινωνική ένταξη των περισσότερο ευάλωτων στρωμάτων.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα έπληξαν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο τα παραδοσιακά ασθενέστερα και πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας μας αλλά και νέες ομάδες του πληθυσμού που εξωθούνται στα όρια της επιβίωσης, δοκιμάζοντας τα όρια της κοινωνικής συνοχής. Ως αποτέλεσμα, ολοένα ευρύτερες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, απευθύνονται στον κοινωνικό λειτουργό προσβλέποντας σε υποστήριξη και βοήθεια. Ο πολύπλευρος χαρακτήρας των θεματικών παρέμβασης των κοινωνικών λειτουργών και η πολυεπίπεδη επαγγελματική τους δραστηριοποίηση, όπως και η σημασία του λειτουργήματος τους για το κοινωνικό σύνολο, καθιστούν αναγκαία και επιβεβλημένη την οργάνωση και λειτουργία ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος. Το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού είναι αναγνωρισμένο, με σαφείς υποχρεώσεις και δικαιώματα (ν.δ. 4018/59, π.δ. 50/1989, π.δ. 23/92). Οι κοινωνικοί λειτουργοί (π.δ. 50/1989) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα πλήθος τομέων της κοινωνικής προστασίας: κοινωνική πρόνοια, υγεία, ψυχική υγεία, κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση. Σήμερα στην Ελλάδα, οι εν ενεργεία κοινωνικοί λειτουργοί υπολογίζονται στους 10.000.

Με τις ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πέμπτο μέρος του νομοσχεδίου καθίσταται υποχρεωτική η εγγραφή στο ν.π.δ.δ. όλων των επαγγελματιών του κλάδου. Εξασφαλίζεται, έτσι, ένα αξιόπιστο πλαίσιο καταγραφής όλων των επαγγελματιών κοινωνικών λειτουργών καθώς και η τήρηση των όρων απόκτησης της άδειας άσκησης επαγγέλματος, ενώ κατοχυρώνεται η τήρηση του κώδικα δεοντολογίας του λειτουργήματος. Παράλληλα, αναδεικνύεται ένας θεσμικός συνομιλητής στην διαμόρφωση στρατηγικής κοινωνικής πολιτικής. Η οργάνωση και λειτουργία του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ως ν.π.δ.δ. αναμένεται να δώσει ώθηση στην εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής που θα βασίζονται όχι μόνο σε επιστημονική γνώση αλλά, κυρίως, στη γνώση του πεδίου και των κάθε φορά ιδιαιτεροτήτων, από ένα σώμα λειτουργών πιστοποιημένων, ελεγχόμενων και αξιόπιστων στις σχέσεις τους με την πολιτεία."

Μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά:

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!