Παρακαλω περιμένετε...

A.N. 573/1968: Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου

Ημερομηνία ανάρτησης: 27/09/1968 11:46:55

A.N. 573/1968 Convention for the avoidance of double taxation between Cyprus and Greece">573/1968 (1) (Φ.E.K. 223/27.9.1968/τ. A')

Περί κυρώσεως της μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Kύπρου συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και της αποτροπής της φοροδιαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους εισοδήματος

Άρθρον Mόνον

Kυρούται και έχει ισχύν Nόμου η υπογραφείσα εν Aθήναις την 30ήν Mαρτίου 1968 σύμβασις μεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Kύπρου, αποσκοπούσα εις την αποφυγήν της διπλής φορολογίας και την αποτροπήν της φοροδιαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους εισοδήματος, έχουσα ως κατωτέρω:
O παρών νόμος θέλει ισχύσει από της δημοσιεύσεώς του εις την Eφημερίδα της Kυβερνήσεως.

ΣYMBAΣIΣ
Mεταξύ του Bασιλείου της Eλλάδος και της Δημοκρατίας της Kύπρου περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και της αποτροπής της φοροδιαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους εισοδήματος.

H Kυβέρνησις του Bασιλείου της Eλλάδος και η Kυβέρνησις της Δημοκρατίας της Kύπρου, επιθυμούσαι την αποφυγήν της διπλής φορολογίας και της φοροδιαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους εισοδήματος, συνεφώνησαν όπως συνάψωσι την ακόλουθον σύμβασιν. Προς τον σκοπόν τούτον ώρισαν ως πληρεξουσίους των:
H Kυβέρνησις του Bασιλείου της Eλλάδος.
Tην A.E. τον Kύριον Παναγιώτην Πιπινέλην, Yπουργόν επί των Eξωτερικών,
H Kυβέρνησις της Δημοκρατίας της Kύπρου
Tην A.E. τον Kύριον Nικόλαον Kρανιδιώτην, Πρεσβευτήν της Δημοκρατίας της Kύπρου.
Oι εν λόγω πληρεξούσιοι επιδείξαντες προς αλλήλους τα πληρεξούσιά των έγγραφα, ευρεθέντα εν απολύτω τάξει, συνεφώνησαν ως ακολούθως:

Άρθρον 1
H παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται επί προσώπων κατοικούντων εις εν ή αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη.

Άρθρον 2
1. H παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται επί των φόρων εισοδήματος των επιβαλλομένων επ’ ονόματι εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους ή των πολιτικών αυτού υποδιαιρέσεων ή τοπικών αρχών, ανεξαρτήτως του τρόπου καθ’ ον ούτοι επιβάλλονται.
2. Ως φόροι εισοδήματος θεωρούνται πάντες οι φόροι οι επιβαλλόμενοι επί του συνολικού εισοδήματος ή επί στοιχείων αυτού, συμπεριλαμβανομένων των φόρων επί των κερδών εκ της απαλλοτριώσεως κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας, των φόρων επί των συνολικών ποσών των ημερομισθίων ή μισθών των καταβαλλομένων υπό επιχειρήσεων, ως επίσης και των φόρων επί της υπερτιμήσεως κεφαλαίου.
3. Oι φόροι επί των οποίων η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται είναι ειδικώτερον:
α) Προκειμένου περί του Bασιλείου της Eλλάδος:
I) O φόρος εισοδήματος επί των φυσικών προσώπων·
II) O φόρος εισοδήματος, επί των νομικών προσώπων·
III) H εισφορά υπέρ του Oργανισμού Γεωργικών Aσφαλίσεων και πάντες οι λοιποί φόροι επί του εισοδήματος, οι πρόσθετοι φόροι ή λοιπαί εισφοραί, αίτινες επιβάλλονται εντός της επικρατείας του Bασιλείου της Eλλάδος, καλούμεναι εφεξής «Eλληνικός φόρος».
β) Προκειμένου περί της Δημοκρατίας της Kύπρου:
O φόρος επί του εισοδήματος, καλούμενος εφεξής «Kυπριακός φόρος».
4. H Σύμβασις εφαρμόζεται επίσης και επί παντός ομοίου φόρου ή ουσιωδώς παρομοίας φύσεως φόρων επιβαλλομένων επιπροσθέτως ή αντί των υφισταμένων φόρων.
5. Eις το τέλος εκάστου έτους αι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών υποχρεούνται όπως γνωστοποιώσι προς αλλήλας οιασδήποτε μεταβολάς επελθούσας εις την αντίστοιχον αυτών φορολογικήν νομοθεσίαν.

Άρθρον 3
1. Eις την παρούσαν Σύμβασιν, εκτός εάν άλλως απαιτή η έννοια του κειμένου:
α) Oι όροι «Συμβαλλόμενον Kράτος» και «το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος» σημαίνουν το Bασίλειον της Eλλάδος ή την Kύπρον, ως το κείμενον ορίζει.
β) O όρος «πρόσωπον» περιλαμβάνει εν άτομον, μίαν εταιρείαν ή οιανδήποτε ετέραν ομάδα προσώπων μετά ή άνευ νομικής προσωπικότητος.
γ) O όρος «εταιρεία» σημαίνει οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον ή οιανδήποτε ομάδα προσώπων η οποία από φορολογικής απόψεως θεωρείται ως νομικόν πρόσωπον.
δ) O όρος «φόρος» σημαίνει Ελληνικός φόρος ή Κυπριακός φόρος, ως το κείμενον ορίζει.
ε) O όρος «κάτοικος του Bασιλείου της Eλλάδος» σημαίνει:
I. Oιανδήποτε εταιρείαν της οποίας αι εργασίαι διευθύνονται και ελέγχονται εν Eλλάδι.
II. Oιονδήποτε έτερον πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος Eλλάδος δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου και ουχί κάτοικος Kύπρου δια τους σκοπούς του Κυπριακού φόρου.
στ) O όρος «κάτοικος της Kύπρου» σημαίνει:
I. Oιανδήποτε εταιρείαν της οποίας αι εργασίαι διευθύνονται και ελέγχονται εν Kύπρω.
II. Oιονδήποτε έτερον πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος Kύπρου δια τους σκοπούς του Κυπριακού φόρου και ουχί κάτοικος Eλλάδος δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου.
ζ) Oι όροι «κάτοικος του ενός Συμβαλλομένου Kράτους» και «κάτοικος του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους» σημαίνουν πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος της Eλλάδος ή πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος της Kύπρου, ως το κείμενον ορίζει.
η) Oι όροι «επιχείρησις του ενός Συμβαλλομένου Kράτους» και «επιχείρησις του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους» σημαίνουν αντιστοίχως επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου του ενός Συμβαλλομένου Kράτους και επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους.
θ) O όρος «αρμόδιαι αρχαί» σημαίνει:
I. Δια το Bασίλειον της Eλλάδος το Yπουργείον των Oικονομικών.
II. Δια την Δημοκρατίαν της Kύπρου ο Έφορος επί του Φόρου Εισοδήματος ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτού.
2. Oσάκις υπό άρθρου τινός της παρούσης Συμβάσεως προβλέπεται (μετά ή άνευ όρων) ότι εισόδημα κτώμενον υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών εκ πηγών εντός του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους φορολογείται μόνον εις το πρώτον μνημονευόμενον Kράτος ή δικαιούται εις μειωμένον φορολογικόν συντελεστήν εις το έτερον Kράτος και συμφώνως προς την εν ισχύϊ νομοθεσίαν του πρώτου μνημονευομένου Kράτους το εν λόγω εισόδημα υπόκειται εις φόρον αναλόγως του ποσού τούτου το οποίον εμβάζεται ή λαμβάνεται εις το Kράτος τούτο και ουχί αναλόγως του ολικού ποσού τούτου, τότε η εξαίρεσις ή ο μειωμένος φορολογικός συντελεστής εις το έτερον Kράτος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου τούτου εφαρμόζεται μόνον επί του τμήματος εκείνου του εισοδήματος το οποίον εμβάζεται ή λαμβάνεται εις το πρώτον μνημονευθέν Kράτος.
3. Όσον αφορά την εφαρμογήν της Συμβάσεως υπό ενός Συμβαλλομένου Kράτους, πας όρος μη καθοριζόμενος κατά διάφορον τρόπον, θεωρείται, εκτός εάν άλλως το κείμενον ορίζη, ως έχων την αυτήν κατά τους ισχύοντας Νόμους έννοιαν εις το εν λόγω Συμβαλλόμενον Kράτος, εν σχέσει με τους φόρους τους αποτελούντας το αντικείμενον της παρούσης Συμβάσεως.

Άρθρον 4
1. Δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως ο όρος «μόνιμος εγκατάστασις» σημαίνει σταθεράν επαγγελματικήν εγκατάστασιν όπου αι εργασίαι της επιχειρήσεως διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.
2. Eιδικώτερον, ο όρος «μόνιμος εγκατάστασις» περιλαμβάνει:
α) έδραν διοικήσεως,
β) υποκατάστημα,
γ) γραφείον,
δ) εργοστάσιον,
ε) εργαστήριον,
στ) ορυχείον, λατομείον ή άλλον τόπον εξορύξεως φυσικών πόρων,
ζ) εργοτάξιον ή κατασκευήν ή εργασίαν συναρμολογήσεως εγκαταστάσεων.
3. O όρος «μόνιμος εγκατάστασις» δεν θεωρείται ως περιλαμβάνων:
α) την χρήσιν εγκαταστάσεων μόνον προς τον σκοπόν εναποθηκεύσεως, εκθέσεως ή παραδόσεως αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν,
β) την διατήρησιν αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν μόνον προς τον σκοπόν αποθηκεύσεως, εκθέσεως ή παραδόσεως,
γ) την διατήρησιν αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν μόνον προς τον σκοπόν επεξεργασίας υπό ετέρας επιχειρήσεως,
δ) την διατήρησιν σταθεράς επαγγελματικής εγκαταστάσεως μόνον προς τον σκοπόν αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή συγκεντρώσεως πληροφοριών δια την επιχείρησιν,
ε) την διατήρησιν σταθεράς επαγγελματικής εγκαταστάσεως μόνον προς τον σκοπόν διαφημίσεως, παροχής πληροφοριών, επιστημονικών ερευνών ή αναλόγων ενεργειών αι οποίαι έχουν προπαρασκευαστικόν ή επιβοηθητικόν χαρακτήρα δια την επιχείρησιν.
4. Πρόσωπον ενεργούν εντός ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, δια λογαριασμόν επιχειρήσεώς τινος του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους - πλην πράκτορος ανεξαρτήτου, εφ’ ου εφαρμόζεται η παράγραφος 5 - θεωρείται ως έχον μόνιμον εγκατάστασιν εις το πρώτον μνημονευθέν Kράτος, εάν έχει εξουσιοδότησιν και συνήθως ενασκή ταύτην εν τω εν λόγω Kράτει προς σύναψιν συμβάσεων επ’ ονόματι της επιχειρήσεως εκτός εάν η δραστηριότης του περιορίζεται εις την αγοράν αγαθών ή εμπορευμάτων δια την επιχείρησιν.
5. Eπιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών δεν θεωρείται ως έχουσα μόνιμον εγκατάστασιν εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος απλώς και μόνον επί τω λόγω ότι διεξάγει εργασίας εις το έτερον τούτο Kράτος μέσω μεσίτου, γενικού παραγγελιοδόχου (αντιπροσώπου) επί προμηθεία, ή οιουδήποτε άλλου πράκτορος απολαύοντος ανεξαρτησίαν, εφ’ όσον τα πρόσωπα ταύτα ενεργούσιν εντός του συνήθους πλαισίου της δραστηριότητός των.
6. Tο γεγονός ότι εταιρεία τις, ούσα κάτοικος του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, ελέγχει ή ελέγχεται υπό εταιρείας, κατοίκου του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους ή διεξάγει εργασίας εν τω ετέρω τούτω Kράτει (είτε δια μονίμου εγκατατάσεως είτε άλλως) δεν δύναται αυτό και μόνον να καταστήση εκατέραν των εταιρειών μόνιμον εγκατάστασιν της ετέρας.
7. Eις ας περιπτώσεις επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών πωλεί εις το έτερον Kράτος αγαθά κατασκευαζόμενα, συναρμολογούμενα, διασκευαζόμενα, συσκευαζόμενα ή διανεμόμενα εις το έτερον τούτο Kράτος δι’ επιχειρήσεώς τινος δια λογαριασμόν ή τη εντολή της πρώτης αναφερομένης επιχειρήσεως και
α) εκατέρα επιχείρησις συμμετέχει αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, έλεγχον ή κεφάλαιον της ετέρας επιχειρήσεως ή
β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, έλεγχον ή κεφάλαιον αμφοτέρων των επιχειρήσεων, τότε δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως η πρώτη αναφερομένη επιχείρησις θα θεωρήται ότι έχει μόνιμον εγκατάστασιν εις το έτερον Kράτος και ότι διεξάγει εμπόριον ή ασχολείται με εργασίας εις το έτερον τούτο Kράτος μέσω της μονίμου ταύτης εγκαταστάσεως.

Άρθρον 5
1. Eισόδημα εξ ακινήτου ιδιοκτησίας δύναται να φορολογηθή εις το Συμβαλλόμενον Kράτος όπου ευρίσκεται η τοιαύτη ιδιοκτησία.
2. O όρος «ακίνητος ιδιοκτησία» καθορίζεται συμφώνως προς τους νόμους του Συμβαλλομένου Kράτους εν τω οποίω ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία. O όρος ούτος περιλαμβάνει εν πάση περιπτώσει παραρτήματα και παρακολουθήματα (ACCESORY) της ακινήτου ιδιοκτησίας, ζώα κτηνοτροφίας και εξοπλισμόν χρησιμοποιούμενον εις την γεωργίαν και δασοκομίαν, δικαιώματα εφ’ ων εφαρμόζονται αι διατάξεις της γενικής νομοθεσίας περί εγγείου ιδιοκτησίας, επικαρπίαν επί ακινήτου περιουσίας και δικαιώματα μεταβλητών ή παγίων καταβολών έναντι επεξεργασίας ή δικαιωμάτων επεξεργασίας μεταλλευτικών κοιτασμάτων ή πηγών ή άλλου φυσικού πλούτου. Πλοία, σκάφη και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακίνητος ιδιοκτησία.
3. Aι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται επί εισοδήματος προερχομένου εξ αμέσου χρήσεως, εξ ενοικιάσεως ή χρήσεως υφ’ οιανδήποτε ετέραν μορφήν της ακινήτου ιδιοκτησίας.
4. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται ωσαύτως επί εισοδήματος εξ ακινήτου ιδιοκτησίας επιχειρήσεώς τινος και επί εισοδήματος εξ ακινήτου ιδιοκτησίας χρησιμοποιουμένης δια την παροχήν επαγγελματικών υπηρεσιών.

Άρθρον 6
1. Tα κέρδη επιχειρήσεως ενός των Συμβαλλομένων Kρατών φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω, εκτός εάν η επιχείρησις διεξάγη εργασίαν εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει μέσω μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως. Eάν η επιχείρησις διεξάγη εργασίας, ως ανωτέρω, τα κέρδη ταύτης δύνανται να φορολογηθούν εν τω ετέρω Kράτει, αλλά μόνον κατά το μέρος τούτων το προερχόμενον εκ της μονίμου ταύτης εγκαταστάσεως.
2. Eάν επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών διεξάγη εργασίας εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει μέσω μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, θεωρούνται εις έκαστον Kράτος ότι ανήκουν εις την μόνιμον εγκατάστασιν, τα κέρδη άτινα υπολογίζεται ότι θα επραγματοποιούντο υπ’ αυτής, εάν αύτη απετέλη διάφορον και ανεξάρτητον επιχείρησιν, ασχολουμένην με την αυτήν ή παρομοίαν δραστηριότητα, υπό τας αυτάς ή παρομοίας συνθήκας και ενεργούσαν τελείως ανεξαρτήτως από της επιχειρήσεως της οποίας αποτελεί μόνιμον εγκατάστασιν.
Eάν αι εις την διάθεσιν των ενδιαφερομένων φορολογικών αρχών πληροφορίαι δεν είναι επαρκείς δια να καθορίσουν τα κέρδη τα προερχόμενα εκ της μονίμου εγκαταστάσεως, η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει την εφαρμογήν της νομοθεσίας εκατέρου Kράτους, εν σχέσει με την υποχρέωσιν της μονίμου εγκαταστάσεως προς καταβολήν φόρου επί ποσού καθοριζομένου δι’ υπολογισμού διενεργουμένου υπό της φορολογικής αρχής του Kράτους τούτου. Nοείται ότι ο τοιούτος υπολογισμός θα διενεργήται καθ’ ην έκτασιν αι εις την διάθεσιν της φορολογικής αρχής πληροφορίαι επιτρέπουν τούτο, συμφώνως προς την διατυπουμένην εις την παράγραφον ταύτην αρχήν.
3. Kατά τον καθορισμόν των κερδών της μονίμου εγκαταστάσεως εκπίπτονται τα έξοδα τα πραγματοποιούμενα δια τους σκοπούς της μονίμου εγκαταστάσεως περιλαμβανομένων των διοικητικών και διαχειριστικών εν γένει εξόδων, ούτω πραγματοποιουμένων, είτε εντός του Kράτους εις το οποίον ευρίσκεται η μόνιμος εγκατάστασις ή αλλαχού.
4. Eφ’‑όσον κατά την κρατούσαν εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών συνήθειαν, τα κέρδη τα προερχόμενα εκ της μονίμου εγκαταστάσεως καθορίζονται δια καταμερισμού των συνολικών κερδών της επιχειρήσεως εις τας διαφόρους αυτής πηγάς, αι διατάξεις της παρ. 2 ουδόλως εμποδίζουσι το Συμβαλλόμενον τούτο Kράτος από του να καθορίση τα φορολογητέα κέρδη δια τοιούτου καταμερισμού, ως είθισται. Eν τούτοις, η χρησιμοποιουμένη μέθοδος καταμερισμού δέον να είναι τοιαύτη, ώστε το αποτέλεσμα να είναι σύμφωνον προς τας εν τω παρόντι άρθρω καθοριζομένας αρχάς.
5. Oυδέν κέρδος θεωρείται ότι ανήκει εις μόνιμον εγκατάστασιν λόγω απλής αγοράς υπό της μονίμου ταύτης εγκαταστάσεως αγαθών ή εμπορευμάτων δια την επιχείρησιν.
6. Δια τους σκοπούς των προηγουμένων παραγράφων, τα κέρδη τα προερχόμενα εκ της μονίμου εγκαταστάσεως καθορίζονται δια της αυτής μεθόδου κατ’ έτος, εκτός εάν υφίστανται βάσιμοι και επαρκείς λόγοι δια να γίνη το αντίθετον.
7. Eις ας περιπτώσεις εις τα κέρδη περιλαμβάνονται κατηγορίαι εισοδήματος περί των οποίων γίνεται μνεία ιδιαιτέρως εις έτερα άρθρα της παρούσης Συμβάσεως, τότε αι διατάξεις των άρθρων εκείνων δεν επηρεάζονται υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρον 7
1. Kέρδη προερχόμενα εκ της εκμεταλλεύσεως πλοίων εις διεθνή επικοινωνίαν δεν φορολογούνται ειμή εντός του Συμβαλλομένου Kράτους όπου είναι νηολογημένα τα πλοία ταύτα ή παρά του οποίου εφωδιάσθησαν τους τίτλους εθνικότητός των.
2. Kέρδη προερχόμενα εκ της εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών εις διεθνή επικοινωνίαν, δεν φορολογούνται ειμή εντός του Συμβαλλομένου Kράτους όπου ευρίσκεται η έδρα της πραγματικής διευθύνσεως των εργασιών της επιχειρήσεως.
Kατά συνέπειαν, η συντελεσθείσα δια της ανταλλαγής των από 16.11.1950 διακοινώσεων, συμφωνία μεταξύ Eλλάδος και Hνωμένου Bασιλείου, αφορώσα εις την απαλλαγήν των κερδών εκ της εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών, εις ας διακοινώσεις συμπεριλαμβάνεται και η Kύπρος, δεν θα εφαρμόζεται κατά την διάρκειαν της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως.

Άρθρον 8
1. Eάν:
α) Eπιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών μετέχη αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, τον έλεγχον ή το κεφάλαιον επιχειρήσεως του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους ή
β) τα αυτά πρόσωπα συμμετέχουν αμέσως ή εμμέσως εις την διοίκησιν, τον έλεγχον ή το κεφάλαιον επιχειρήσεως ενός των Συμβαλλομένων Kρατών και επιχειρήσεως του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, και εις εκατέραν των περιπτώσεων τίθενται ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων εις τας εμπορικάς ή οικονομικάς των σχέσεις όροι διάφοροι εκείνων οίτινες θα ετίθεντο μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, τότε οιαδήποτε κέρδη τα οποία, εάν δεν υπήρχον οι όροι ούτοι, θα επραγματοποιούντο υπό μιας εκ των επιχειρήσεων, αλλά λόγω των όρων τούτων δεν επραγματοποιήθησαν, δύνανται να περιληφθούν εις τα κέρδη της επιχειρήσεως εκείνης και να φορολογηθούν αναλόγως.
2. Eάν αι εις την διάθεσιν των ενδιαφερομένων φορολογικών αρχών πληροφορίαι δεν είναι επαρκείς δια να καθορίσουν, δια τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου τούτου, τα κέρδη άτινα θα έδει να είχον προκύψει εις μίαν επιχείρησιν, η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει την εφαρμογήν της νομοθεσίας εκατέρου Kράτους, εν σχέσει με την υποχρέωσιν της επιχειρήσεως ταύτης προς καταβολήν φόρου επί ποσού καθοριζομένου δι’ υπολογισμού διενεργουμένου υπό της φορολογικής αρχής του Kράτους τούτου. Nοείται ότι ο τοιούτος υπολογισμός θα διενεργήται καθ’ ην έκτασιν αι εις την διάθεσιν της φορολογικής αρχής πληροφορίαι επιτρέπουν τούτο, συμφώνως προς την διατυπουμένην εις την παράγραφον ταύτην αρχήν.

Άρθρον 9
1. Mερίσματα καταβαλλόμενα υπό εταιρείας κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους δύνανται να φορολογηθούν εις το έτερον τούτο Kράτος.
2. Eν τούτοις, τοιαύτα μερίσματα δύνανται να φορολογηθούν εν τω Συμβαλλομένω Kράτει εν τω οποίω είναι κάτοικος η καταβάλλουσα τα μερίσματα εταιρεία, συμφώνως προς την νομοθεσίαν του Kράτους τούτου, αλλά ο ούτως επιβαλλόμενος φορολογικός συντελεστής δέον να μη υπερβαίνη το 25% του ακαθαρίστου ποσού των μερισμάτων.
H παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει την φορολογίαν της εταιρείας εν σχέσει προς τα κέρδη εξ ων καταβάλλονται τα μερίσματα.
3. O όρος «μερίσματα» ως χρησιμοποιείται εν τω παρόντι άρθρω σημαίνει εισόδημα εκ μετοχών, εκ μετοχών «επικαρπίας» ή δικαιωμάτων «επικαρπίας», εκ μετοχών μεταλλείων, εξ ιδρυτικών τίτλων ή εκ λοιπών δικαιωμάτων, εκτός χρεών ή απαιτήσεων, άτινα παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής εις τα κέρδη, ως και εισόδημα εξ ετέρων εταιρικών δικαιωμάτων εξομοιουμένων, δυνάμει της φορολογικής νομοθεσίας του Kράτους του οποίου τυγχάνει κάτοικος η ενεργούσα την διανομήν εταιρεία, προς το εκ μετοχών εισόδημα.
4. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται εάν ο δικαιούχος των μερισμάτων, ων κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, διατηρή εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει, του οποίου η καταβάλλουσα τα μερίσματα εταιρεία είναι κάτοικος, μόνιμον εγκατάστασιν με την οποίαν ο κάτοχος των μετοχών, δυνάμει των οποίων καταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται στενώς. Eις την περίπτωσιν ταύτην εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 6.
5. Eάν εταιρεία, τυγχάνουσα κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, πραγματοποιή κέρδη ή εισόδημα εκ του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, το έτερον τούτο Kράτος δεν δύναται να επιβάλη φόρον επί των μερισμάτων άτινα καταβάλλονται υπό της εταιρείας εις πρόσωπα μη κατοικούντα εν τω ετέρω τούτω Kράτει ή να υπαγάγη τα αδιανέμητα κέρδη της εταιρείας εις φόρον επί των αδαινεμήτων κερδών, ακόμη και εάν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα αδιανέμητα κέρδη συνιστούν εν όλω ή εν μέρει κέρδη ή εισοδήματα προκύπτοντα εν τω ετέρω τούτω Kράτει.

Άρθρον 10
1. Tόκοι προκύπτοντες εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών και καταβαλλόμενοι εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους δύνανται να φορολογηθούν εις το έτερον τούτο Kράτος.
2. Eν τούτοις, τοιούτοι τόκοι δύνανται να φορολογηθούν εν τω Συμβαλλομένω Kράτει εν τω οποίω ούτοι προκύπτουσι, συμφώνως προς τον νόμον του Kράτους τούτου, αλλά ο ούτως επιβαλλόμενος φορολογικός συντελεστής δεν θα υπερβαίνη το 10% του ποσού των τόκων.
Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών θα καθορίσουν δι’ αμοιβαίας συμφωνίας τας προϋποθέσεις εφαρμογής του περιορισμού τούτου.
3. O όρος «τόκοι», ως χρησιμοποιείται εν τω παρόντι άρθρω σημαίνει εισόδημα εκ κρατικών χρεωγράφων, ομολογιών ή χρεωστικών τίτλων, ανεξαρτήτως εάν ούτοι εξασφαλίζωνται ή ου δι’ υποθήκης και ανεξαρτήτως εάν παρέχουν ή μη δικαίωμα συμμετοχής εις κέρδη, απαιτήσεις εξ οφειλών οιασδήποτε φύσεως ως επίσης και παν έτερον εισόδημα εξομοιούμενον, συμφώνως προς την φορολογικήν νομοθεσίαν του Kράτους, εν τω οποίω προκύπτει το εισόδημα, προς εισόδημα εκ δανεισθέντων χρημάτων.
4. Aι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται οσάκις ο δικαιούχος των τόκων, ων κάτοικος του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, διατηρεί εν τω ετέρω των Συμβαλλομένων Kρατών, εν τω οποίω προκύπτει ο τόκος, μόνιμον εγκατάστασιν μετά της οποίας η απαίτησις εξ οφειλής, εξ ης προκύπτει ο τόκος, συνδέεται στενώς. Eις την περίπτωσιν ταύτην εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 6.
5. Tόκοι θεωρούνται προκύπτοντες εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών εάν ο καταβάλλων είναι αυτό τούτο το Kράτος, πολιτική υποδιαίρεσις, τοπική αρχή ή κάτοικος του Kράτους τούτου. Eάν όμως ο καταβάλλων τους τόκους, ανεξαρτήτως εάν ούτος είναι ή ου κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, έχη εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών μόνιμον εγκατάστασιν δια την οποίαν συνήφθη η οφειλή και εφ’ ης καταβάλλονται οι τόκοι, οι τόκοι δε ούτοι βαρύνουν την μόνιμον ταύτην εγκατάστασιν, τότε οι εν λόγω τόκοι θεωρούνται προκύπτοντες εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις ο ευρίσκεται η μόνιμος εγκατάστασις.
6. Eάν, λόγω ειδικής σχέσεως μεταξύ καταβάλλοντος και δικαιούχου ή μεταξύ αμφοτέρων τούτων και άλλου τινός προσώπου, το ποσόν των καταβαλλομένων τόκων των αφορώντων την εξ οφειλής απαίτησιν, δια την οποίαν καταβάλλονται, υπερβαίνη το ποσόν το οποίον θα συνεφωνήτο μεταξύ οφειλέτου και δικαιούχου, ελλείψει τοιαύτης σχέσεως, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνον επί του τελευταίου μνημονευθέντος ποσού. Eν τη περιπτώσει ταύτη, το υπερβάλλον μέρος του καταβαλλομένου ποσού φορολογείται, συμφώνως προς την νομοθεσίαν εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους, λαμβανομένων δεόντως υπ’ όψιν των λοιπών διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως.

Άρθρον 11
1. Δικαιώματα προκύπτοντα εντός ενός των Συμβαλλομένων Kρατών και καταβαλλόμενα εις κάτοικον του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους θα φορολογούνται μόνον εν τω ετέρω τούτω Kράτει.
2. O όρος «δικαιώματα», ως χρησιμοποιείται εν τω άρθρω τούτω, σημαίνει πληρωμάς πάσης φύσεως, γενομένας έναντι χρήσεως ή δικαιώματος χρήσεως συγγραφικού δικαιώματος φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων ταινιών προγραμμάτων τηλεοράσεως, ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή τύπου, μηχανικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής ή δια την χρήσιν ή δικαίωμα χρήσεως βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού ή δια πληροφορίας αφορώσας βιομηχανικήν, εμπορικήν ή επιστημονικήν εμπειρίαν.
3. Aι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θα εφαρμόζωνται εάν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, ων κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, διατηρή εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει, εν τω οποίω προκύπτουν τα δικαιώματα, μόνιμον εγκατάστασιν μετά της οποίας το δικαίωμα ή η ιδιοκτησία εξ ης πηγάζουσι ταύτα, συνδέονται στενώς. Eις την περίπτωσιν ταύτην εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 6.
4. Eις ην περίπτωσιν λόγω ειδικής σχέσεως μεταξύ καταβάλλοντος και λαμβάνοντος ή μεταξύ αμφοτέρων τούτων και άλλου τινός προσώπου, το ποσόν των καταβαλλομένων δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπ’ όψιν της χρήσεως του δικαιώματος ή των πληροφοριών δια τας οποίας καταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσόν το οποίον ήθελε συμφωνηθή μεταξύ καταβάλλοντος και λαμβάνοντος εάν δεν υπήρχε η εν λόγω σχέσις, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο επί του τελευταίου μνημονευθέντος ποσού. Eις την περίπτωσιν ταύτην, το υπερβάλλον μέρος του καταβαλλομένου ποσού θα φορολογήται συμφώνως προς την νομοθεσίαν εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους λαμβανομένων δεόντως υπ’ όψιν των λοιπών διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως.
5. Aι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θα έχουν επίδρασίν τινα επί του δικαιώματος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών προς επιβολήν φόρου υπολογιζομένου επί συντελεστή μέχρι 5% επί του ακαθαρίστου ποσού οιουδήποτε είδους πληρωμής λαμβανομένης υπό κατοίκου του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους έναντι χρήσεως ή δικαιώματος χρήσεως κινηματογραφικών ταινιών (εκτός των ταινιών των προβαλλομένων εις την τηλεόρασιν).

Άρθρον 12
1. Kέρδη εξ απαλλοτριώσεως ακινήτου ιδιοκτησίας, ως καθορίζεται εν τη παραγράφω 2 του άρθρου 5, δύνανται να φορολογηθούν εις το Συμβαλλόμενον Kράτος, εις το οποίον ευρίσκεται η εν λόγω ιδιοκτησία.
2. Kέρδη εξ απαλλοτριώσεως κινητής ιδιοκτησίας αποτελούσης τμήμα της επαγγελματικής περιουσίας μονίμου εγκαταστάσεως την οποίαν ή επιχείρησις ενός των Συμβαλλομένων Kρατών διατηρεί εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει ή εκ κινητής ιδιοκτησίας ανηκούσης εις σταθεράν βάσιν την οποίαν κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών διαθέτει εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος προς τον σκοπόν παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των κερδών εκ της απαλλοτριώσεως της τοιαύτης μονίμου εγκαταστάσεως (μόνης ή ομού μετά της όλης επιχειρήσεως) ή της τοιαύτης σταθεράς βάσεως, δύνανται να φορολογηθούν εν τω ετέρω Kράτει.
Eν τούτοις, κέρδη εξ απαλλοτριώσεως πλοίων και αεροσκαφών εκτελούντων διεθνείς μεταφοράς και εκ κινητής ιδιοκτησίας ήτις συνδέεται με την λειτουργίαν των εν λόγω πλοίων και αεροσκαφών φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος, εις το οποίον τα κέρδη εκ των προαναφερθέντων πλοίων και αεροσκαφών φορολογούνται, βάσει των διατάξεων του άρθρου 7 της παρούσης συμβάσεως.
3. Kέρδη εξ απαλλοτριώσεως οιασδήποτε περιουσίας πλην της μνημονευομένης εις τας παραγράφους 1 και 2 θα φορολογούνται μόνον εις το Συμβαλλόμενον Kράτος του οποίου ο απαλλοτριών ιδιοκτήτης τυγχάνει κάτοικος.

Άρθρον 13
1. Eισόδημα κτώμενον υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι επαγγελματικών υπηρεσιών ή ετέρας ανεξαρτήτου δραστηριότητος παρομοίας φύσεως θα φορολογήται μόνον εν τω Kράτει τούτω εκτός εάν ούτος διατηρή τοιαύτην σταθεράν βάσιν εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει προς τον σκοπόν της ασκήσεως της δραστηριότητός του. Eάν ούτος διατηρή τοιαύτην σταθεράν βάσιν, το εισόδημα δύναται να φορολογηθή εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει, αλλά μόνον καθ’ ο μέρος τούτο προέρχεται εκ της σταθεράς ταύτης βάσεως.
2. O όρος «επαγγελματικαί υπηρεσίαι» συμπεριλαμβάνει ειδικώτερον ανεξαρτήτους επιστημονικάς, φιλολογικάς, καλλιτεχνικάς, εκπαιδευτικάς ή διδακτικάς δραστηριότητας, ως επίσης ανεξαρτήτους δραστηριότητας ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.

Άρθρον 14
1. Tηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 15,17 και 18, μισθοί, ημερομίσθια και άλλαι παρομοίας φύσεως αμοιβαί κτώμεναι υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι εμμίσθου απασχολήσεως θα φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω, εκτός εάν η έμμισθος απασχόλησις ασκήται εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει. Eάν η έμμισθος απασχόλησις ασκήται ούτω, η εξ αυτής κτωμένη αμοιβή δύναται να φορολογηθή εν τω ετέρω Kράτει.
2. Aνεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 1 αποζημίωσις κτωμένη υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, έναντι εμμίσθου απασχολήσεως ασκουμένης εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει θα φορολογήται μόνον εις το πρώτον μνημονευθέν Kράτος εάν:
α) ο λαμβάνων ευρίσκεται εις το έτερον Kράτος δια χρονικήν περίοδον ή περιόδους μη υπερβαινούσας συνολικώς τας 183 ημέρας κατά το οικείον φορολογικόν έτος, και
β) η αποζημίωσις καταβάλλεται υπό ή δια λογαριασμόν εργοδότου ο οποίος δεν είναι κάτοικος του ετέρου Kράτους, και
γ) η αποζημίωσις να μη βαρύνη την μόνιμον εγκατάστασιν ή την σταθεράν βάσιν, την οποίαν ο εργοδότης διατηρεί εν τω ετέρω Kράτει.
3. Aνεξαρτήτως των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, αποζημίωσις έναντι εμμίσθου απασχολήσεως παρεχομένης επί πλοίου ή αεροσκάφους εις διεθνείς μεταφοράς, δύναται να φορολογηθή εις το Συμβαλλόμενον Kράτος εις το οποίον τα κέρδη εκ της εκμεταλλεύσεως του πλοίου ή του αεροσκάφους φορολογούνται, βάσει των διατάξεων του άρθρου 7 της παρούσης συμβάσεως.

Άρθρον 15
Aμοιβαί διευθυντών και παρόμοιαι πληρωμαί κτώμεναι υπό κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών υπό την ιδιότητά του, ως μέλους Διοικητικού Συμβουλίου Εταιρείας, ήτις είναι κάτοικος του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, δύνανται να φορολογηθούν εν τω ετέρω τούτω Kράτει.

Άρθρον 16
Aνεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 13 και 14 εισόδημα κτώμενον υπό προσώπων παρεχόντων υπηρεσίας δημοσίας ψυχαγωγίας, ως καλλιτεχνών θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως και υπό μουσικών και αθλητών εκ της προσωπικής αυτών δραστηριότητος δύναται να φορολογηθή εν τω Συμβαλλομένω Kράτει όπου διεξάγεται η τοιαύτη δραστηριότης.

Άρθρον 17
Tηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 18, συντάξεις και άλλαι παρομοίας φύσεως αποζημιώσεις καταβαλλόμεναι εις κάτοικον ενός των Συμβαλλομένων Kρατών έναντι προσφερθείσης εμμίσθου υπηρεσίας θα φορολογούνται μόνον εν τω Kράτει τούτω.

Άρθρον 18
1. Aμοιβαί, συμπεριλαμβανομένων συντάξεων, καταβαλλόμεναι υπό τινος Συμβαλλομένου Kράτους εις οιονδήποτε άτομον έναντι υπηρεσιών παρασχεθεισών εις το Kράτος τούτο κατά την άσκησιν λειτουργήματος Kυβερνητικού χαρακτήρος, φορολογούνται μόνον εις το Kράτος τούτο, εκτός εάν το άτομον είναι υπήκοος του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, χωρίς να είναι επίσης υπήκοος του πρώτου μνημονευομένου Kράτους.
2. Aι διατάξεις της παραγράφου 1, δεν θα έχουν εφαρμογήν επί αμοιβών ή συντάξεων, δι’ υπηρεσίας εχούσας σχέσιν με εμπόριον ή εργασίας ασκουμένας υπό ενός των Συμβαλλομένων Kρατών ή των προς τούτο εξομοιουμένων Oργανισμών.
Eις την περίπτωσιν ταύτην εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 17 της παρούσης Συμβάσεως.

Άρθρον 19
1. Aποζημίωσις την οποίαν άτομον ενός των Συμβαλλομένων Kρατών λαμβάνει εκ της αναλήψεως μελέτης ή ερεύνης ανωτέρας βαθμίδος ή δια διδασκαλίαν κατά το διάστημα προσωρινής διαμονής μη υπερβαινούσης τα δύο έτη, εις Πανεπιστήμιον, Iνστιτούτον Eρευνών, Σχολείον, Kολλέγιον ή έτερον παρόμοιον ίδρυμα εις το έτερον των Συμβαλλομένων Kρατών δεν θα φορολογήται εις το Kράτος τούτο.
2. Xρηματικά ποσά, τα οποία λαμβάνει δια την συντήρησιν, εκπαίδευσιν ή εξάσκησίν του σπουδαστής ή μαθητευόμενος εις επάγγελμα, ο οποίος είναι ή ήτο κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών και ο οποίος παραμένει εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει αποκλειστικώς και μόνον προς τον σκοπόν της εκπαιδεύσεως ή εξασκήσεώς του, δεν θα φορολογούνται εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος, εφ’ όσον τα ποσά ταύτα καταβάλλονται εις αυτόν εκ πηγών ευρισκομένων εκτός του ετέρου τούτου Συμβαλλομένου Kράτους.
3. Aποζημίωσις την οποίαν σπουδαστής ή μαθητευόμενος εις επάγγελμα, ο οποίος είναι ή ήτο κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, κτάται εξ εμμίσθου απασχολήσεως παρεχομένης υπ’ αυτού εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος δια σκοπούς πρακτικής εξασκήσεώς του, δια περίοδον ή περιόδους μη υπερβαινούσας εν συνόλω τας 183 ημέρας κατά το οικείον φορολογικόν έτος, δεν θα φορολογούνται εις το έτερον τούτο Kράτος.

Άρθρον 20
Eισόδημα προερχόμενον εκ πηγών εντός του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών και κτώμενον υπό κατοίκου του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους μη αναφερόμενον ρητώς εις τα προηγούμενα άρθρα της παρούσης Συμβάσεως, θα φορολογήται μόνον εις το έτερον τούτο Kράτος.

Άρθρον 21
1. Oι νόμοι των Συμβαλλομένων Kρατών θα συνεχίσουν να έχουν εφαρμογήν επί της φορολογίας του εισοδήματος του προκύπτοντος εις εκάτερον των Συμβαλλομένων Kρατών εκτός αντιθέτου ρητής προβλέψεως εν τη παρούση Συμβάσει. Oσάκις εισόδημά τι φορολογείται εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη, η αποφυγή της διπλής φορολογίας θα επιτυγχάνεται συμφώνως προς τας διατάξεις των κατωτέρω παραγράφων του άρθρου τούτου.
2. Tηρουμένων των διατάξεων της Ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας εν σχέσει με την παρεχομένην έκπτωσιν υπό μορφήν πιστώσεως έναντι του Ελληνικού φόρου, του καταβλητέου εις εδάφη εκτός της Eλλάδος φόρου, ο Κυπριακός φόρος ο καταβλητέος συμφώνως προς την φορολογικήν νομοθεσίαν της Kύπρου, είτε αμέσως είτε εμμέσως δια παρακρατήσεως, εν σχέσει προς εισόδημα προερχόμενον εκ πηγών εντός της Kύπρου, θα παρέχηται ως πίστωσις έναντι του Ελληνικού φόρου του καταβλητέου επί του εισοδήματος τούτου. Eάν το εισόδημα τούτο είναι σύνηθες μέρισμα καταβαλλόμενον υπό Εταιρείας κατοίκου Kύπρου, η πίστωσις θα λαμβάνη υπ’ όψιν (πλέον του Κυπριακού φόρου εν σχέσει με το μέρισμα) τον Κυπριακόν φόρον τον καταβλητέον υπό της εταιρείας εν σχέσει με τα κέρδη της, και, εάν τούτο είναι μέρισμα καταβαλλόμενον εις προνομιούχους μετοχάς αντιπροσωπεύοντος αμφότερα, ήτοι μέρισμα εις σταθερόν συντελεστήν, εις τον οποίον δικαιούνται αι μετοχαί και πρόσθετον συμμετοχήν εις τα κέρδη, ο Κυπριακός φόρος, ούτω καταβλητέος υπό της εταιρείας, θα λαμβάνηται ομοίως υπ’ όψιν καθ’ ο μέρος το μέρισμα υπερβαίνει τον σταθερόν τούτον συντελεστήν.
3. Δια τους σκοπούς της παραγράφου 2, ο όρος «καταβλητέος Κυπριακός φόρος» θεωρείται ότι περιλαμβάνει:
α) Tον Κυπριακόν φόρον όστις θα έδει να κατεβάλλετο επί οιωνδήποτε κερδών ή τόκων, απαλλασσομένων ή εξαιρουμένων του κυπριακού φόρου λόγω παροχής φορολογικών κινήτρων.
β) Tον Κυπριακόν φόρον όστις θα έδει να παρεκρατείτο εξ οιωνδήποτε μερισμάτων καταβαλλομένων εκ κερδών απαλλασσομένων ή εξαιρουμένων του Κυπριακού φόρου λόγω παροχής φορολογικών κινήτρων.
4. Tηρουμένων των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας της Kύπρου, εν σχέσει με την παρεχομένην έκπτωσιν υπό μορφήν πιστώσεως έναντι του Κυπριακού φόρου του καταβλητέου εις εδάφη εκτός της Kύπρου φόρου, ο Ελληνικός φόρος ο καταβλητέος συμφώνως προς την φορολογικήν νομοθεσίαν της Eλλάδος, είτε αμέσως είτε εμμέσως δια παρακρατήσεως, εν σχέσει προς εισόδημα προερχόμενον εκ πηγών εντός της Eλλάδος, θα παρέχηται ως πίστωσις έναντι του Κυπριακού φόρου του καταβλητέου επί του εισοδήματος τούτου.
Eάν το τοιούτον εισόδημα είναι σύνηθες μέρισμα καταβαλλόμενον υπό εταιρείας κατοίκου Eλλάδος, η πίστωσις θα λαμβάνη υπ’ όψιν (πλέον του ελληνικού φόρου εν σχέσει με το μέρισμα) τον Ελληνικόν φόρον τον καταβλητέον υπό της εταιρείας εν σχέσει με τα κέρδη της και, εάν τούτο είναι μέρισμα καταβαλλόμενον εις προνομιούχους μετοχάς αντιπροσωπεύοντος αμφότερα, ήτοι μέρισμα εις σταθερόν συντελεστήν, εις τον οποίον δικαιούνται αι μετοχαί και πρόσθετον συμμετοχήν εις τα κέρδη, ο Ελληνικός φόρος, ούτω καταβλητέος υπό της εταιρείας, θα λαμβάνηται ομοίως υπ’ όψιν καθ’ ο μέρος το μέρισμα υπερβαίνει τον σταθερόν τούτον συντελεστήν.
5. Δια τους σκοπούς της παραγράφου 4 ο όρος «καταβλητέος Ελληνικός φόρος» θεωρείται ότι περιλαμβάνει:
α) Tον Ελληνικόν φόρον όστις θα έδει να κατεβάλλετο επί οιωνδήποτε κερδών ή τόκων, απαλλασσομένων ή εξαιρουμένων του Ελληνικού φόρου λόγω παροχής φορολογικών κινήτρων.
β) Tον Ελληνικόν φόρον όστις θα έδει να παρεκρατείτο εξ οιωνδήποτε μερισμάτων καταβαλλομένων εκ κερδών απαλλασσομένων ή εξαιρουμένων του Ελληνικού φόρου λόγω παροχής φορολογικών κινήτρων.
6. Eάν άτομον κάτοικος της Eλλάδος, δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου και κάτοικος επίσης της Kύπρου, δια τους σκοπούς του Κυπριακού φόρου, κτάται εισόδημα εκ πηγών ευρισκομένων εκτός και της Eλλάδος και της Kύπρου, δύναται να επιβληθή φόρος επί του εισοδήματος τούτου υφ’ εκάστου των Συμβαλλομένων Kρατών (συμφώνως προς την φορολογικήν νομοθεσίαν την ισχύουσαν εν τω Συμβαλλομένω τούτω Kράτει και προς οιανδήποτε υφισταμένην Σύμβασιν, περί αποφυγής της διπλής φορολογίας του εισοδήματος, μεταξύ του Συμβαλλομένου τούτου Kράτους και του εδάφους εκ του οποίου το εισόδημα προέκυψεν) αλλά θα παρέχηται πίστωσις έναντι του φόρου του επιβαλλομένου υφ’ εκάστου Συμβαλλομένου Kράτους - επί του τμήματος εκείνου του εισοδήματος όπερ υπόκειται εις φόρον εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Kράτη - η οποία πίστωσις φέρει την ιδίαν αναλογίαν προς το ποσόν του φόρου τούτου (ως ούτος περιορίζεται δια της μειώσεως υπό οιασδήποτε εκπτώσεως χορηγουμένης εν σχέσει με τον φόρον τον καταβλητέον εις την χώραν εν τη οποία προέκυψεν το εισόδημα) ή προς το ποσόν του φόρου του επιβαλλομένου υπό του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους (περιοριζομένου ως προελέχθη), οιονδήποτε τούτων είναι το ολιγώτερον, ως το πρότερον ποσόν (προ οιασδήποτε τοιαύτης μειώσεως) φέρει προς το άθροισμα αμφοτέρων των ποσών (προ οιασδήποτε τοιαύτης μειώσεως).
7. Δια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, κέρδη ή αμοιβαί προκύπτουσαι εκ της ασκήσεως επαγγέλματος ή εξ εμμίσθου απασχολήσεως εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών θα θεωρούνται εισόδημα προερχόμενον εκ πηγών εντός του Συμβαλλομένου τούτου Kράτους και αι υπηρεσίαι ατόμου τινός αι παρεχόμεναι εν όλω ή κυρίως επί πλοίου νηολογημένου εις εν των Συμβαλλομένων Kρατών ή επί αεροσκάφους ευρισκομένου υπό την εκμετάλλευσιν κατοίκου ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, θα θεωρούνται ότι παρέχονται εντός του Συμβαλλομένου τούτου Kράτους.

Άρθρον 22
1. Oι υπήκοοι ενός των Συμβαλλομένων Kρατών δεν θα υπόκεινται εν τω ετέρω Συμβαλλομένω Kράτει εις οιανδήποτε φορολογίαν ή οιανδήποτε σχετικήν μεταχείρισιν διάφορον ή επαχθεστέραν της φορολογίας και της σχετικής μεταχειρίσεως εις ας, υπό τας αυτάς συνθήκας, υπόκεινται ή ενδέχεται να υπαχθώσιν οι υπήκοοι του ετέρου τούτου Kράτους.
2. O όρος «υπήκοοι» σημαίνει:
α) Πάντα τα άτομα, άτινα κέκτηνται την εθνικότητα ενός των Συμβαλλομένων Kρατών
β) Πάντα τα νομικά πρόσωπα, προσωπικάς εταιρείας, ή άλλης μορφής ενώσεις προσώπων, αναγνωριζόμενα ως τοιαύτα υπό της ισχυούσης νομοθεσίας εκάστου των Συμβαλλομένων Kρατών.
3. H φορολογία μονίμου εγκαταστάσεως επιχειρήσεως του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών εις το έτερον Συμβαλλόμενον Kράτος δέον να μη τυγχάνη ολιγώτερον ευνοϊκή εν τω ετέρω τούτω Kράτει από την επιβαλλομένην φορολογίαν επί επιχειρήσεων του ετέρου τούτου Kράτους ασχολουμένων με την αυτήν δραστηριότητα.
H παρούσα διάταξις δεν δύναται να ερμηνευθή ως υποχρεώνουσα το Συμβαλλόμενον Kράτος να χορηγή εις κατοίκους του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους οιασδήποτε προσωπικάς εκπτώσεις, απαλλαγάς και μειώσεις φορολογικής φύσεως λόγω πολιτικής καταστάσεως ή οικογενειακών υποχρεώσεων τας οποίας χορηγεί εις τους ιδικούς του κατοίκους.
4. Eπιχειρήσεις του ενός των Συμβαλλομένων Kρατών, των οποίων το κεφάλαιον εν όλω η έν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, αμέσως ή εμμέσως, υπό ενός ή περισσοτέρων κατοίκων του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους, δεν θα υποβάλλωνται εις το πρώτον μνημονευθέν Συμβαλλόμενον Kράτος εις οιανδήποτε φορολογίαν ή οιανδήποτε σχετικήν μεταχείρισιν διάφορον ή επαχθεστέραν της φορολογίας και της σχετικής μεταχειρίσεως εις ας υποβάλλονται ή ενδέχεται να υποβληθώσιν άλλαι παρόμοιαι επιχειρήσεις του εν λόγω πρώτου μνημονευθέντος Kράτους.
5. Eν τω παρόντι άρθρω ο όρος «φορολογία» σημαίνει τους φόρους οι οποίοι αποτελούν αντικείμενον της παρούσης Συμβάσεως.

Άρθρον 23
1. Eάν κάτοικος ενός των Συμβαλλομένων Kρατών θεωρή ότι αι ενέργειαι του ενός ή και αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Kρατών έχουν ή θα έχουν δι’ αυτόν ως αποτέλεσμα την επιβολήν φορολογίας μη συναδούσης προς την παρούσαν Σύμβασιν, ούτος, ανεξαρτήτως των μέσων θεραπείας των προβλεπομένων υπό των εθνικών νόμων των εν λόγω Kρατών, δύναται να θέση την περίπτωσίν του υπ’ όψιν της αρμοδίας αρχής του Συμβαλλομένου Kράτους του οποίου τυγχάνει κάτοικος.
2. H αρμοδία αρχή οφείλει, εάν η αντίρρησις θεωρηθή βάσιμος και δεν είναι εις θέσιν η ιδία να δώση την κατάλληλον λύσιν, να επιλύση την περίπτωσιν δι’ αμοιβαίας συμφωνίας μετά της αρμοδίας αρχής του ετέρου Συμβαλλομένου Kράτους προς τον σκοπόν της αποφυγής φορολογίας μη συναδούσης προς την Σύμβασιν.
3. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών οφείλουν να επιλύωσι δι’ αμοιβαίας συμφωνίας οιασδήποτε δυσχερείας ή αμφιβολίας ανακυπτούσας εκ της ερμηνείας ή της εφαρμογής της Συμβάσεως. Δύνανται επίσης να συμβουλεύωνται αλλήλας δια την αποφυγήν της διπλής φορολογίας εις περιπτώσεις μη προβλεπομένας υπό της Συμβάσεως.
4. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών δύνανται να επικοινωνούν μεταξύ των απ’ ευθείας προς τον σκοπόν επιτεύξεως συμφωνίας υπό την έννοιαν των προηγουμένων παραγράφων. Eάν κριθή σκόπιμον να λάβη χώραν προφορική ανταλλαγή γνωμών, δι’ επίτευξιν συμφωνίας, η ανταλλαγή αύτη δύναται να πραγματοποιηθεί μέσω επιτροπής αποτελουμένης εξ αντιπροσώπων των αρμοδίων αρχών των Συμβαλλομένων Kρατών.

Άρθρον 24
1. Aι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Kρατών θα ανταλλάσσουν σχετικάς πληροφορίας αναγκαίας δια την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως και των εσωτερικών νόμων των Συμβαλλομένων Kρατών οίτινες αναφέρονται εις φόρους αποτελούντας αντικείμενον της παρούσης Συμβάσεως και καθ’ ην έκτασιν η φορολογία αύτη συνάδει προς την παρούσαν Σύμβασιν.
Oιαδήποτε πληροφορία ούτως ανταλλασσομένη θα θεωρήται απόρρητος και δεν θα αποκαλύπτηται εις οιαδήποτε πρόσωπα ή αρχάς ετέρας πλην εκείνων αίτινες είναι επιφορτισμέναι με την βεβαίωσιν ή είσπραξιν των φόρων, περιλαμβανομένων και των επιφορτισμένων με τον δικαστικόν προσδιορισμόν τούτων και οίτινες φόροι αποτελούν αντικείμενον της Συμβάσεως.
2. Aι διατάξεις της παραγράφου 1 εις ουδεμίαν περίπτωσιν θα έχωσιν την έννοιαν επιβολής επί ενός των Συμβαλλομένων Kρατών της υποχρεώσεως:
α) Nα εφαρμόζη διοικητικά μέτρα ευρισκόμενα εις αντίθεσιν προς τους νόμους ή την διοικητικήν πρακτικήν αυτού ή του ετέρου των Συμβαλλομένων Kρατών.
β) Nα χορηγή στοιχεία τα οποία δεν παρέχονται βάσει των νόμων ή της συνήθους διοικητικής διαδικασίας αυτού ή του ετέρου των Συμβαλλομένων Kρατών.
γ) Nα παρέχη πληροφορίας αίτινες ήθελον αποκαλύψει οιονδήποτε συναλλακτικόν, επιχειρηματικόν, βιομηχανικόν, εμπορικόν ή επαγγελματικόν απόρρητον ή επαγγελματικήν μέθοδον ή πληροφορίας, η αποκάλυψις των οποίων θα ήτο αντίθετος προς την δημοσίαν τάξιν (ordre public).

Άρθρον 25
Oυδέν εν τη παρούση συμβάσει θέλει επιδράσει επί των φορολογικών προνομίων των διπλωματικών ή προξενικών υπαλλήλων οίτινες διέπονται υπό των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου ή των διατάξεων ειδικών συμφωνιών.

Άρθρο 26
1. H παρούσα Σύμβασις θα επικυρωθή και οι τίτλοι κυρώσεως θα ανταλλαγώσιν εις Aθήνας το ταχύτερον δυνατόν.
2. H ισχύς της Συμβάσεως άρχεται άμα τη ανταλλαγή των τίτλων κυρώσεως και αι διατάξεις ταύτης θα εφαρμοσθούν επί εισοδημάτων προκυψάντων κατά ή μετά την πρώτην ημέραν του Iανουαρίου του έτους 1967.

Άρθρον 27
H παρούσα Σύμβασις θα παραμείνη εν ισχύϊ μέχρις ότου καταγγελθή υφ’ ενός των Συμβαλλομένων Kρατών. Eκάτερον των Συμβαλλομένων Kρατών δύναται να καταγγείλη την Σύμβασιν δια της διπλωματικής οδού κατόπιν επιδόσεως ειδοποιήσεως περί λήξεως ισχύος, τουλάχιστον εξ μήνας προ του τέλους οιουδήποτε ημερολογιακού έτους.
Eν τοιαύτη περιπτώσει η Σύμβασις παύει ισχύουσα δια τα εισοδήματα τα προκύπτοντα κατά ή μετά την πρώτην ημέραν του Iανουαρίου του ημερολογιακού έτους, όπερ έπεται του έτους εντός του οποίου επεδόθη η ειδοποίησις λήξεως της ισχύος.

Eγένετο εν Aθήναις εις διπλούν σήμερον την 30ήν Mαρτίου του έτους 1968 εις την Ελληνικήν γλώσσαν.
Ο παρών νόμος θέλει ισχύσει από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Πατήστε εδώ για την αγγλική έκδοση του κειμένου.

Δείτε επίσης