Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

Υπουργείο Εργασίας

Κ.Υ.Α. 67360 ΕΞ 2021 Ρύθμιση τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου πρώτου ν. 4738/2020 (Α΄ 207).

Αριθμ. 67360 ΕΞ 2021

ΦΕΚ B’ 2499/10.06.2021

Ρύθμιση τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου πρώτου ν. 4738/2020 (Α΄ 207).

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Την παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 207).

2. Τη διαδικασία που ορίζεται στο Κεφάλαιο Α΄ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Βιβλίου (άρθρα 5-30) του ν. 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 207).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του «Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

4. Τις διατάξεις του π.δ. 81/2019 «Σύσταση, συγχώνευση και μετονομασία Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους - Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείων» (Α΄ 119).

5. Τις διατάξεις του π.δ. 83/2019 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 121).

6. Τις διατάξεις του π.δ. 142/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών» (Α΄ 181).

7. Το π.δ. 147/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης» (Α΄ 192).

8. Το π.δ. 134/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Α΄ 68).

9. Τις διατάξεις του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143).

10. Τον ν. 4727/2020 (Α΄ 184) «Ψηφιακή Διακυβέρνηση (Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2102 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024) - Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (Ενσωμάτωση στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972) και άλλες διατάξεις.

11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τις ανάγκες της παρούσας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) Ως «αίτηση» νοείται η αίτηση του άρθρου 8 του ν. 4738/2020.

β) Ως «χρηματοδοτικοί φορείς» νοούνται:

βα) τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση,

ββ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης,

βγ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων,

βδ) οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), ενεργώντας για λογαριασμό προσώπων που έχουν αποκτήσει δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, καθώς και

βε) τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις προς τιτλοποίηση και οι διαχειριστές αυτών.

γ) Ως «πιστωτές» νοούνται οι χρηματοδοτικοί φορείς, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.

δ) Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται το ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές.

ε) Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές.

στ) Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης» νοείται η δικαιοπραξία που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και των συναινούντων πιστωτών, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση των οφειλών του οφειλέτη.

ζ) Ως «Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικής Ρύθμισης Οφειλών» ή «ηλεκτρονική πλατφόρμα» νοείται η ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 29 του ν. 4738/2020.

η) Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που έχει συμβληθεί στη σύμβαση συμμετοχής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 71 του ν. 4738/2020. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης συμμετέχουν αυτοδικαίως στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης και καταλαμβάνονται από τον ορισμό του «συμμετέχοντα πιστωτή».

θ) Ως «εξυπηρετούμενες ή ενήμερες οφειλές» νοούνται οι οφειλές που παρουσιάζουν καθυστέρηση για χρονικό διάστημα μικρότερο από ενενήντα (90) ημέρες ή η σχετική σύμβαση από την οποία απορρέουν δεν έχει καταγγελθεί, και περιλαμβάνει τυχόν ήδη ρυθμισμένες κατά το παρελθόν οφειλές, οι οποίες εξυπηρετούνται κανονικά κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης.

ι) Ως «οφειλέτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα που έχει χρηματικές οφειλές που μπορούν να ρυθμιστούν μέσω της αίτησης εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών για τις οποίες ευθύνεται είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε εις ολόκληρον ως συνοφειλέτης, ή εγγυητής.

ια) Ως «τρέχουσα περίοδος» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών νοείται (εκτός των περιπτώσεων των εποχικών επιχειρήσεων) το τελευταίο εξάμηνο για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση, στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και στους Χρηματοδοτικούς Φορείς, πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

ιβ) Ως «περίοδος βάσης» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών νοείται (εκτός των περιπτώσεων των εποχικών επιχειρήσεων) το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση, στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και στους Χρηματοδοτικούς Φορείς.

ιγ) Ως «τρέχουσα περίοδος» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών των εποχικών επιχειρήσεων νοείται το τελευταίο διαθέσιμο έτος πριν την υποβολή της αίτησης κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση.

ιδ) Ως «περίοδος βάσης» για τον προσδιορισμό της μεταβολής των εισοδημάτων και των δαπανών των εποχικών επιχειρήσεων νοείται το αντίστοιχο της τρέχουσας περιόδου προηγούμενο έτος.

ιε) Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται το άθροισμα του εισοδήματος του οφειλέτη μετά φόρων και του εισοδήματος του/της συζύγου, συμβίου/ας μετά φόρων.

ιστ) Ως «φυσικό πρόσωπο-επιτηδευματίας» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά εισόδημα από ελεύθερο επάγγελμα ή από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 47 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167).

ιζ) Ως «άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία» νοούνται χρηματοπιστωτικά μέσα του οφειλέτη σύμφωνα με το ν. 4514/2018 (ενδεικτικά μετοχές, ομόλογα, μερίδια σε αμοιβαία κεφάλαια, επενδύσεις σε συνάλλαγμα ή παράγωγα προϊόντα), βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση και που αντλούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

ιη) Ως «αρχή της μη χειροτέρευσης» νοείται η απαγόρευση του να βρεθεί οποιοσδήποτε καταλαμβανόμενος πιστωτής σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής κατάσχεσης ή επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση.

ιθ) Ως «αυτοματοποιημένη λύση» νοείται η πρόταση σύμβασης αναδιάρθρωσης που προκύπτει από τη χρήση του υπολογιστικού εργαλείου.

κ) Ως «εύλογες δαπάνες διαβίωσης» νοούνται οι δαπάνες του οφειλέτη (φυσικού προσώπου επιτηδευματία ή μη) ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του, όπως καθορίζονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και αποτελούν την πρώτη ομάδα εύλογων δαπανών αφού πολλαπλασιαστούν με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρεθούν με το οικογενειακό εισόδημα.

κα) Ως «Λοιπές Δαπάνες» νοούνται οι παρακάτω δαπάνες που θα προκύπτουν κατά δήλωση του οφειλέτη και για τις οποίες θα συνυποβάλλονται αντίστοιχα δικαιολογητικά:

i) το ποσό που καταβάλλεται ως ενοίκιο από τον οφειλέτη (μέχρι του ποσού των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ προσαυξάνεται κατά πενήντα (50) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πενήντα (50) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη) και ως ενοίκιο για την κατοικία τέκνων που έχουν την ιδιότητα του φοιτητή (μέχρι του ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ), όπως αυτό θα προκύπτει πολλαπλασιάζοντας το ποσό ενοικίου με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρώντας με το οικογενειακό εισόδημα,

ii) ιατρικές δαπάνες για χρόνιες ασθένειες, φυσικές ή διανοητικές αναπηρίες και προβλήματα υγείας που απαιτούν ιδιαίτερη θεραπεία, οι οποίες μπορεί να είναι είτε μόνιμες είτε προσωρινές. Το ποσό των ιατρικών δαπανών θα προκύπτει πολλαπλασιάζοντας το ποσό των ιατρικών δαπανών με το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων και διαιρώντας με το οικογενειακό εισόδημα,

iii) τα ποσά που αφορούν σε λοιπούς φόρους, τέλη και εισφορές π.χ. ΕΝ.Φ.Ι.Α. και

iv) τα ποσά που καταλογίζονται από αποφάσεις δικαστικών αρχών π.χ. έξοδα διατροφής λόγω διαζυγίου.

Σχετικά με τις προσωρινές ιατρικές δαπάνες, τα ενοίκια για την κατοικία τέκνων, που έχουν την ιδιότητα του φοιτητή και τα ποσά που καταλογίζονται από αποφάσεις δικαστικών αρχών, ο οφειλέτης θα δηλώνει το χρονικό διάστημα που αυτά θα οφείλονται.

κβ) Ως «καταθέσεις του οφειλέτη» νοούνται όλοι οι λογαριασμοί που ο οφειλέτης διατηρεί σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση και που αντλούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στους οποίους εμφανίζονται ως δικαιούχοι ή συν δικαιούχοι.

κγ) Ως «καταλαμβανόμενος πιστωτής» νοείται το πρόσωπο και ο φορέας που δεσμεύονται από σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.

κδ) Ως «ΚΠΑ» νοείται η Καθαρά Παρούσα Αξία.

κε) Ως «ΚΠολΔ» νοείται ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας.

κστ) Ως «Ικανότητα Αποπληρωμής» ή «Μέγιστη Δυνατότητα Αποπληρωμής Χρέους» ή «ΜΔΑΧΟ» νοείται το μέγιστο ποσό που δύναται να αποπληρώσει ο οφειλέτης έναντι των οφειλών του προς όλους τους πιστωτές.

κζ) Ως «Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής» του οφειλέτη νοείται η Μέγιστη Δυνατότητα Αποπληρωμής Χρέους (ΜΔΑΧΟ) αφού αφαιρεθεί το ποσό που θα λάμβαναν οι μη καταλαμβανόμενοι πιστωτές από την υποθετική άσκηση ρευστοποίησης. Η εναπομένουσα ικανότητα αποπληρωμής πρόκειται να κατανεμηθεί στους καταλαμβανόμενους πιστωτές.

κη) Ως «μεθοδολογία» νοείται η λογική αλληλουχία βημάτων και υπολογισμών που εκτελεί το υπολογιστικό εργαλείο προκειμένου να παραχθεί η αυτοματοποιημένη λύση.

κθ) Ως «νοικοκυριό» νοούνται όλα τα άτομα που διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Στο νοικοκυριό εντάσσονται οι σύζυγοι και τα εξαρτώμενα τέκνα και ενήλικες.

λ) Ως «σύζυγος» νοείται και ο αντισυμβαλλόμενος σε σύμφωνο συμβίωσης (ο συμβίος ή η συμβία) του ν. 4356/2015 (Α΄ 181) ή του ν. 3719/2008 (Α΄ 241).

λα) Ως «συμμετέχων πιστωτής» νοείται κάθε πιστωτής που έχει συμβληθεί στη σύμβαση συμμετοχής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν. 4738/2020. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης συμμετέχουν αυτοδικαίως στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης και καταλαμβάνονται από τον ορισμό του συμμετέχοντα πιστωτή.

λβ) Ως «σύμμετρη ικανοποίηση» ή «ικανοποίηση συμμέτρως» νοείται η ικανοποίηση απαίτησης ενός πιστωτή ανάλογα με το ύψος της σε συνάρτηση με την αξία ρευστοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας η αξία ρευστοποίησης που αναλογεί σε κάθε πιστωτή, προσδιορίζεται με την απλή μέθοδο των τριών, και συνίσταται στο γινόμενο της αξίας ρευστοποίησης επί το κλάσμα που, ως αριθμητή έχει την εκάστοτε απαίτηση και ως παρονομαστή το άθροισμα όλων των απαιτήσεων.

λγ) Ως «υποθετική άσκηση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη» νοείται η άσκηση ρευστοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο (ή μη) πιστωτή και να ελεγχθεί εάν πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης.

λδ) Ως «Υπολογιστικό εργαλείο» νοείται το μοντέλο υπολογισμού της αυτοματοποιημένης λύσης, που προβλέπεται στην παρ. 2ζ του άρθρου 71 του ν. 4738/2020.

Μέρος 1ο

Τεχνικά Ζητήματα Αίτησης

Άρθρο 2

Συμπλήρωση των Στοιχείων της Αίτησης - Διόρθωση Σφαλμάτων

1. Τα στοιχεία της αίτησης εκάστου οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 του ν. 4738/2020, είτε έχουν αντληθεί αυτοματοποιημένα, είτε έχουν συμπληρωθεί από τον οφειλέτη, εφόσον δεν είναι δυνατή η αυτόματη άντλησή τους, δύνανται να συμπληρωθούν ή/και να διορθωθούν, εφόσον σχετική έλλειψη ή σφάλμα διαπιστωθεί από τον οφειλέτη ή οποιονδήποτε συμμετέχοντα πιστωτή, σύμφωνα με τη διαδικασία των κατωτέρω παραγράφων. Για το λόγο αυτό, η αίτηση, μόλις υποβληθεί, γνωστοποιείται στο σύνολο των συμμετεχόντων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, των οποίων η συναίνεση στη συμφωνία αναδιάρθρωσης τεκμαίρεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 21 ν. 4738/2020.

2. Κάθε έλλειψη ή σφάλμα συμπληρώνεται ως εξής:

α) Σε περίπτωση που η έλλειψη ή το σφάλμα αφορά σε στοιχεία που δεν έχουν αντληθεί αυτοματοποιημένα αλλά έχουν συμπληρωθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη: ο συμμετέχων πιστωτής ή ο ίδιος ο οφειλέτης που εντόπισε το σφάλμα ή την έλλειψη ειδοποιεί σχετικά, μέσω της πλατφόρμας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και ο οφειλέτης προβαίνει αμελλητί και το αργότερο εντός πέντε (5) ημερών στη συμπλήρωση ή τη διόρθωση των ελλείψεων ή σφαλμάτων προκειμένου να προχωρήσει η αίτηση. Αν ο οφειλέτης δεν συμπληρώσει ή δεν διορθώσει τα στοιχεία της αίτησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τότε η αίτηση του οφειλέτη θεωρείται απορριφθείσα και η διαδικασία περαιώνεται ως άκαρπη. Στην περίπτωση αυτή, δεν αναστέλλεται η προθεσμία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 16 ν. 4738/2020.

β) Σε περίπτωση που η έλλειψη ή το σφάλμα αφορά σε στοιχεία που έχουν αντληθεί αυτοματοποιημένα ή έχουν συμπληρωθεί από κάποιον από τους συμμετέχοντες πιστωτές: ο πιστωτής προβαίνει στη συμπλήρωση ή τη διόρθωση των ελλείψεων ή σφαλμάτων εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών, η οποία εκκινεί από την επομένη της σχετικής διαπίστωσης της έλλειψης ή του σφάλματος από τα εμπλεκόμενα μέρη και την διατύπωση σχετικού αιτήματος από το μέρος που διαπίστωσε την έλλειψη, μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών του άρθρου 29 του ν. 4738/ 2020. Στη συνέχεια ο οφειλέτης επισκοπεί τις διορθώσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, τις επιβεβαιώνει και οριστικοποιεί εκ νέου την αίτηση. Με την οριστικοποίηση διενεργούνται εκ νέου τα βήματα ελέγχων επιλεξιμότητας και πληρότητας και η διαδικασία συνεχίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4738/2020. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 16 του ν. 4738/2020 παρατείνεται για δεκαπέντε (15) ημέρες.

3. Ως έλλειψη που θα πρέπει να αποκατασταθεί με τη διαδικασία της παρ. 2 λογίζεται και η αλλαγή του προσώπου του πιστωτή, λόγω μεταβίβασης της απαίτησης στο πλαίσιο του ν. 4354/2015. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία τροποποίησης του προσώπου του πιστωτή γίνεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 2 του παρόντος.

4. Εάν το σφάλμα αφορά σε στοιχεία του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, των οποίων η συναίνεση στη συμφωνία αναδιάρθρωσης τεκμαίρεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 ν. 4738/2020 και εφόσον το σφάλμα αυτό ασκεί επίδραση στη συμφωνία αναδιάρθρωσης, η προθεσμία διόρθωσης της αίτησης εκκινεί είτε από τον εντοπισμό του σφάλματος από αυτούς, στο πλαίσιο κοινοποίησης της αίτησης σύμφωνα με την παρ. 1 είτε από την κοινοποίηση της αίτησης σύμφωνα με την περ. α της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4738/2020. Στην περίπτωση αυτή, το σφάλμα αποκαθίσταται σύμφωνα με την παρ. 2 της παρούσας, ενώ το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δύνανται να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία της περ. δ της παρ. 2 του άρθρου 21 ν. 4738/2020.

Άρθρο 3

Διαδικασία διαγραφής και επανυποβολής αίτησης

1. Αν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των άρθρων 5 έως 30 του ν. 4738/2020 διαπιστωθεί από τον οφειλέτη ή συμμετέχοντα πιστωτή ότι στην αίτηση υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα, τα οποία κατά το χρόνο διαπίστωσής τους, δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων ή/και τροποποίηση αυτών κατά το άρθρο 2 της παρούσας, ο οφειλέτης, κατόπιν σχετικού έγγραφου ηλεκτρονικού αιτήματος στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα, έχει τη δυνατότητα διαγραφής της αίτησής του με ταυτόχρονη επανυποβολή αυτής. Η διαγραφή της αίτησης δεν συνεπάγεται την απώλεια των εγγράφων και στοιχείων που εισήγαγε ο αιτών, τα οποία εξακολουθούν να τηρούνται στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα, ούτε του μοναδικού αριθμού που έχει λάβει η αίτηση, ο οποίος εξακολουθεί να συνοδεύει την αίτηση και μετά την επανυποβολή αυτής. Σε περίπτωση που το σφάλμα που απαιτεί τη διαγραφή της αίτησης έχει προέλθει λόγω των στοιχείων που έχει εισάγει ο ίδιος ο οφειλέτης στην αίτηση, θα ακολουθείται η διαδικασία διόρθωσης σφαλμάτων σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 2 της παρούσας.

2. Η ΕΓΔΙΧ εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος ελέγχει εάν το σφάλμα δεν δύναται να διορθωθεί με άλλο τρόπο και στην περίπτωση αυτή τάσσει, με σχετική ηλεκτρονική ενημέρωση, στον οφειλέτη προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών προκειμένου να προβεί στην επανυποβολή της αίτησης. Αν ο οφειλέτης δεν επαναυποβάλλει αίτηση, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τότε η αίτηση του ακυρώνεται και θεωρείται μη υποβληθείσα. Στην περίπτωση επαναυποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη λόγω διαγραφής, εκκινεί εκ νέου η προθεσμία του πρώτου εδαφ. του άρθρου 16 ν. 4738/2020 από την ημερομηνία υποβολής της νέας αίτησης.

3. Επανυποβολή της αιτήσεως είναι δυνατή μόνο μία φορά.

Μέρος 2ο

Κριτήρια αποδοχής αιτήσεων με ενήμερες ή εξυπηρετούμενες οφειλές

Άρθρο 4

Κριτήρια αποδοχής της αίτησης των οφειλετών της περ. στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4738/2020

1. Ο οφειλέτης, ο οποίος έχει εξυπηρετούμενες ή ενήμερες οφειλές προς το σύνολο των πιστωτών του, δικαιούται να υποβάλει αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Επικαλείται γεγονότα από τα οποία προκύπτει η επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%), η οποία προέρχεται από την συνολική μεταβολή του εισοδήματος και των δαπανών για την δηλωθείσα περίοδο προς το εισόδημα για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα που λαμβάνεται ως βάση, όπως προκύπτει από τον παρακάτω τύπο με βάση τα αναφερόμενα δικαιολογητικά ανά κατηγορία οφειλέτη που παρατίθενται στις παραγράφους 2 και 3:

Μεταβολή Εισοδήματος Τρέχουσας Περιόδου - Μεταβολή Δαπανών Τρέχουσας Περιόδου Χ 100

Εισόδημα Περιόδου Βάσης

β) Η επικαλούμενη μείωση των εισοδημάτων δεν θα πρέπει να οφείλεται στα ακόλουθα γεγονότα:

i. μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης,

ii. καταβολή μερίσματος ή επιπλέον αμοιβής από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή, εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης, που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης,

iii. παραίτηση από τη διεκδίκηση αντίστοιχης απαίτησης, ή σε πρόωρη εξόφληση δανείου ή άλλης οφειλής προς τρίτο, που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης.

γ) Η επικαλούμενη αύξηση δαπανών θα πρέπει να συνδέεται με την επιδείνωση των οικονομικών του δεδομένων, τυχόν μεταβολές στην οικογενειακή κατάσταση ή έκτακτα περιστατικά ή περιστατικά ανωτέρας βίας.

δ) Σε περίπτωση που δεν προκύπτει η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) από τους φορείς που διαθέτουν τα εν λόγω στοιχεία ή προκύπτει μείωση από άλλες διαθέσιμες πηγές εισοδήματος, ο αιτών δηλώνει τα στοιχεία και προσκομίζει τα αντίστοιχα έγγραφα που τεκμηριώνουν τη μείωση των εισοδημάτων του κατά την εξεταζόμενη περίοδο πριν την υποβολή της αίτησης με βάση τα κάτωθι αναφερόμενα δικαιολογητικά της παραγράφου 4. Μετά την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του και όταν, εντός εύλογου χρόνου από την υποβολή της αίτησης, τα στοιχεία θα είναι διαθέσιμα από τους φορείς παροχής τους, θα ελέγχεται η ορθότητα των υποβληθέντων στοιχείων από τους εμπλεκομένους πιστωτές για την εξακρίβωση της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, η αίτηση του οφειλέτη απορρίπτεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο στοιχείο στ της παρ. 3 του άρθρο 7, του ν. 4738/2020.

2. Για την μεταβολή του εισοδήματος του οφειλέτη λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

Α) Για εργαζόμενους του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές όπως οι αποδοχές αυτές δηλώνονται στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από τον εργοδότη ή στην ΕΑΠ από τους φορείς του Δημοσίου, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών, για το τελευταίο εξάμηνο πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (τρέχουσα περίοδος) κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση, σε σύγκριση με τις αποδοχές κατά το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο (περίοδος βάσης).

Β) Για συνταξιούχους, η μικτή μηνιαία σύνταξη όπως οι αποδοχές αυτές δηλώνονται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στην ΕΑΠ, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών, για το τελευταίο εξάμηνο πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (τρέχουσα περίοδος) κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση, σε σύγκριση με τις αποδοχές κατά το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο (περίοδος βάσης).

Γ) Για φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και νομικά πρόσωπα, τα έσοδα για το τελευταίο εξάμηνο πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (τρέχουσα περίοδος) κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση, σε σύγκριση με τα έσοδα κατά το εξάμηνο πριν την τρέχουσα περίοδο (περίοδο βάσης), όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές φορολογικές δηλώσεις ΦΠΑ. Εάν οι ανωτέρω δεν υπόκεινται σε Φ.Π.Α., η μείωση πρέπει να προκύπτει από τα υποβαλλόμενα στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.

Δ) Για όσους ασκούν εποχική απασχόληση ή δραστηριότητα, οι αποδοχές ή τα έσοδα του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της αίτησης για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (τρέχουσα περίοδος) κατά το οποίο προκύπτει η επιδείνωση, σε σχέση με το έτος πριν την τρέχουσα περίοδο (περίοδος βάσης). Ως «εποχική» νοείται η απασχόληση ή δραστηριότητα που παρέχεται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υποκαταστήματα ή παραρτήματα επιχειρήσεων οι οποίες από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ημερολογιακό έτος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) και μικρότερο από εννέα (9) μήνες, κατά το υπόλοιπο δε χρονικό διάστημα του ημερολογιακού έτους δεν απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του μέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχμής της δραστηριότητάς τους.

3. Για την μεταβολή των δαπανών του αιτούντος λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

Α) Για όλα τα φυσικά πρόσωπα οι έκτακτες δαπάνες λόγω απρόβλεπτων περιστατικών ή/και περιστατικών ανωτέρας βίας, για λόγους υγείας και μεταβολές στην οικογενειακή κατάσταση, όπως ενδεικτικά έγγαμη συμβίωση ή υπογραφή συμφώνου συμβίωσης, παροχή διατροφής λόγω διαζυγίου, απόκτηση τέκνου, καταστροφές οικιακού εξοπλισμού, επισκευές κύριας κατοικίας λόγω φυσικών καταστροφών (πλημμύρες, φωτιές, σεισμοί), σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο μέλους της οικογένειας, όπως αυτές δηλώνονται από τον αιτούντα και συνοδεύονται από τα απαραίτητα έγγραφα που τεκμηριώνουν την αύξηση των δαπανών για την τρέχουσα περίοδο σε σύγκριση με τις δαπάνες κατά την περίοδο βάσης.

Β) Επιπλέον για φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και νομικά πρόσωπα πάσης νομικής μορφής το σύνολο των δαπανών που περιλαμβάνουν λειτουργικές και έκτακτες δαπάνες, όπως ενδεικτικά έκτακτες δαπάνες λόγω Covid-19, καταστροφής παγίων στοιχείων της επιχείρησης ή εμπορευμάτων, πληρωμής αποζημιώσεων λόγω εργατικών ατυχημάτων, όπως αυτές προκύπτουν από τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για την τρέχουσα περίοδο σε σύγκριση με τις δαπάνες κατά την περίοδο βάσης.

Οι παραπάνω δαπάνες δηλώνονται από τον αιτούντα και συνοδεύονται από τα απαραίτητα έγγραφα που τεκμηριώνουν την αύξηση των δαπανών. Μετά την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του και όταν, εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή της αίτησης, τα στοιχεία θα είναι διαθέσιμα από τους φορείς παροχής τους θα ελέγχεται η ορθότητα των υποβληθέντων στοιχείων από τους εμπλεκομένους πιστωτές για την εξακρίβωση της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

4. Για τα στοιχεία του παρόντος άρθρου, η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα πραγματοποιεί τους απαραίτητους υπολογισμούς για την απόδειξη της επέλευσης των προϋποθέσεων της οικονομικής επιδείνωσης. Εναπόκειται ωστόσο στον έλεγχο των πιστωτών κατά πόσο τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά πράγματι τεκμηριώνουν την οικονομική επιδείνωση του οφειλέτη.

5. Σε περίπτωση που οι οφειλές του πρωτοφειλέτη είναι ενήμερες ή εξυπηρετούμενες, δεν εξετάζεται η αίτηση του εγγυητή ή του εκ του νόμου συνοφειλέτη για τις οφειλές αυτές.

Μέρος 3ο

Προθεσμίες - Παρατάσεις

Άρθρο 5

Ορισμός Προθεσμιών

1. Η, με επιμέλεια του πιστωτή, κοινοποίηση προς την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. της πρόσκλησης του Δημοσίου, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ή των χρηματοδοτικών φορέων στον οφειλέτη για εξωδικαστική αναδιάρθρωση των οφειλών του, ως περιγράφεται στο δεύτερο εδάφ. της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4738/2020, διενεργείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την σχετική αποστολή της πρόσκλησης προς τον οφειλέτη. Οι πιστωτές δύνανται να αποστέλλουν μαζικά προς την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. τις σχετικές κοινοποιήσεις των ως άνω προσκλήσεων σε μηνιαία βάση.

2. Η πρόταση ρύθμισης οφειλών από τους συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, προς τον οφειλέτη, η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφ. της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4738/2020, δύναται να κατατίθεται κατά τα προβλεπόμενα, εντός τριάντα πέντε (35) ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της αρχικής αίτησης του οφειλέτη με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 5 και στο άρθρο 16 του ν. 4738/2020. Εφόσον ο χρηματοδοτικός φορέας προτείνει συμφωνία αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο οφειλέτης οφείλει να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει εντός δέκα (10) ημερών από την πρόταση.

3. Η δήλωση αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος υπαγωγής σε διαμεσολάβηση του οφειλέτη από την πλειοψηφία των χρηματοδοτικών φορέων, ως προς την αξία των σχετικών απαιτήσεων, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφ. του άρθρου 15 του ν. 4738/2020, συντελείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την σχετική κατάθεση του αιτήματος υπαγωγής σε διαμεσολάβηση.

4. Στις πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών, η κοινοποίηση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης της έγκρισης σύμβασης από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη, η οποία αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4738/2020, συντελείται εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών από την επίτευξη της έγκρισης.

Άρθρο 6

Διαδικασία διαχείρισης αιτημάτων παράτασης προθεσμιών

1. Εντός της προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αρχικής αίτησης για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 του ν. 4738/2020, ο οφειλέτης ή οι συμμετέχοντες πιστωτές που δύνανται να υποβάλλουν πρόταση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4738/ 2020, μπορούν να υποβάλουν αίτημα παράτασης, μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών. Το αίτημα περιλαμβάνει:

α. το χρόνο παράτασης και

β. την αιτιολογία της παράτασης.

2. Παράταση χορηγείται κατ’ εξαίρεση μόνο σε περίπτωση που η μη τήρησή της προθεσμίας των δύο (2) μηνών, οφείλεται σε λόγους, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το μέρος που ζητά την παράταση, όπως ενδεικτικά την ανάγκη χορήγησης συμπληρωματικών στοιχείων ή εγγράφων, την αδυναμία προσκόμισης εγγράφων για αντικειμενικούς λόγους, έκτακτες περιστάσεις που εμποδίζουν την πρόοδο της διαδικασίας. Το συνολικό χρονικό διάστημα της παράτασης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του ενός (1) μήνα εξαιρουμένων τυχόν δοθεισών παρατάσεων για λόγους διόρθωσης σφάλματος/ συμπλήρωσης έλλειψης της αίτησης και δύναται να χορηγείται εφάπαξ.

3. Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος παράτασης, η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών ενημερώνει μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα υπόλοιπα μέρη που συμμετέχουν στην διαδικασία για την υποβολή αιτήματος παράτασης. Το μήνυμα περιλαμβάνει:

α) στοιχεία του αιτούντος, ήτοι Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ), Επωνυμία (για νομικά πρόσωπα) ή Ονοματεπώνυμο/Πατρώνυμο (για φυσικά πρόσωπα),

β) το χρόνο παράτασης και

γ) την αιτιολογία της παράτασης.

4. Σε περίπτωση συναίνεσης του οφειλέτη και πλέον του ½ των συμμετεχόντων πιστωτών που δύνανται να υποβάλλουν πρόταση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4738/2020 και οι οποίοι δήλωσαν ρητώς τη συναίνεση τους στο αίτημα παράτασης, επικαιροποιείται η σχετική προθεσμία στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών και ενημερώνονται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οι συμμετέχοντες πιστωτές και ο οφειλέτης για τη χορήγηση παράτασης. Το μήνυμα περιλαμβάνει τον χρόνο παράτασης. Για τον υπολογισμό του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, δεν λαμβάνονται υπόψιν οι συμμετέχοντες πιστωτές οι οποίοι δεν δήλωσαν ρητά τη βούλησή τους για αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος παράτασης.

Σε αντίθετη περίπτωση οι συμμετέχοντες πιστωτές και ο οφειλέτης ενημερώνονται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών για τη μη χορήγηση παράτασης.

5. Η χορήγηση παράτασης δεν επιφέρει καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέκταση ή τροποποίηση στο διάστημα αναστολής των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 18 του ν. 4738/2020.

Μέρος 4ο

Διαδικασία

Άρθρο 7

Θέματα επικοινωνίας και συντονισμού των συμμετεχόντων πιστωτών, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ως προς τη συμμετοχή τους στη διαδικασία αναδιάρθρωσης οφειλών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας

Με την επιφύλαξη των άρθρων 21-23 και 25 του ν. 4738/2020, ως προς τους υποχρεωτικούς κανόνες συμμετοχής του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης οφειλών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, οι πιστωτές του ιδιωτικού τομέα έχουν κοινούς κανόνες ως προς τα θέματα επικοινωνίας και συντονισμού που αφορούν στη συμμετοχή τους στην ως άνω διαδικασία. Επίσης, δύναται να ορίζεται μεταξύ των συμμετεχόντων πιστωτών ο συντονιστής της διαδικασίας. Αναφορικά με τα θέματα επικοινωνίας των πιστωτών καθώς και τον ορισμό του Συντονιστή Πιστωτή ισχύουν τα αναφερόμενα στην υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 5 του άρθρου 71 ν. 4738/2020 και με την οποία καθορίζεται το περιεχόμενο της σύμβασης στην οποία προσχωρούν οι χρηματοδοτικοί φορείς προκειμένου να καταστούν συμμετέχοντες πιστωτές.

Μέρος 5ο

Υπολογιστικό εργαλείο

Άρθρο 8

1. Οι χρηματοδοτικοί φορείς, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, μπορούν να επιλέξουν να κάνουν χρήση του περιγραφόμενου στο παρόν άρθρο Υπολογιστικού Εργαλείου για τον προσδιορισμό των όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Το υπολογιστικό εργαλείο:

α) αντλεί τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό της αυτοματοποιημένης λύσης και αφορούν στον οφειλέτη, στα εισοδήματα, στις οφειλές, στα περιουσιακά στοιχεία και τα βάρη επί των περιουσιακών στοιχείων,

β) υπολογίζει όλα τα απαραίτητα μεγέθη που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό σε μηνιαίες δόσεις του τελικού ποσού αποπληρωμής, συγκεκριμένα:

βα) υπολογίζει την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη ή ΜΔΑΧΟ με όρους καθαρής παρούσας αξίας,

ββ) υπολογίζει την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, και

βγ) κατατάσσει τις απαιτήσεις των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό που θα λάμβανε κάθε πιστωτής από την άσκηση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,

γ) προσδιορίζει τα ποσά αποπληρωμής και καθορίζει τις δόσεις, συγκεκριμένα:

γα) κατανέμει το ελάχιστο ποσό που θα λάμβαναν όλες οι οφειλές από την άσκηση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και υπολογίζει τη ΜΔΑΧΟ που δύναται να κατανεμηθεί στις οφειλές των καταλαμβανόμενων πιστωτών (Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής),

γβ) κατανέμει την αποπληρωμή των οφειλών σε τέσσερα στάδια και συγκρίνει τα ποσά των τεσσάρων σταδίων με την Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής. Με τη σύγκριση προκύπτουν τα ποσά που μπορεί να καλύψει η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής και δη τα τελικά ποσά αποπληρωμής ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή, καθώς και οι επιτρεπόμενες διαγραφές των ποσών που δεν μπορούν να καλυφθούν,

γγ) καθορίζει σε μηνιαίες δόσεις τα ποσά αποπληρωμής ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή.

2. Για τον καθορισμό των δόσεων του τελικού ποσού αποπληρωμής ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή, λαμβάνονται υπόψιν τα εξής μεγέθη:

i. η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη ΜΔΑΧΟ σε όρους καθαρής παρούσας αξίας (ΚΠΑ),

ii. η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, και

iii. η κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή.

Άρθρο 8Α

Iκανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη ΜΔΑΧΟ σε όρους καθαρής παρούσας αξίας (ΚΠΑ)

1. Η ικανότητα αποπληρωμής ή Μέγιστη Δυνατότητα Αποπληρωμής Χρέους Οφειλέτη (ΜΔΑΧΟ) αποτελεί τη μέγιστη τιμή μεταξύ:

α) της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βάσει των φορολογικών στοιχείων του οφειλέτη,

β) της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από τις ροές της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής που δηλώνει ο οφειλέτης στην αίτηση (μηνιαία δυνατότητα δόσης κατά δήλωσή του), και

γ) του ελάχιστου ποσού ανάκτησης των πιστωτών, δηλαδή το ποσό που θα έπαιρνε κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής από την άσκηση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2. Στην περίπτωση που η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει της περ. (α), οι μηνιαίες δόσεις που θα προκύψουν ενδέχεται να εμφανίσουν μεταβολή από τον πρώτο στον δεύτερο και από τον τέταρτο στον πέμπτο χρόνο της ρύθμισης (step-up process), σε συνάρτηση με τα φορολογικά στοιχεία που θα ληφθούν υπόψιν όπως αναλύεται κατωτέρω. Στην περίπτωση που η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει της περίπτωσης (β), οι μηνιαίες δόσεις που θα προκύψουν ενδέχεται να εμφανίσουν μεταβολή από τον πρώτο στον δεύτερο και από τον τέταρτο στον πέμπτο χρόνο της ρύθμισης (step-up process), σε συνάρτηση με τη δήλωση του. Στην περίπτωση που η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάση της περίπτωσης (γ) οι μηνιαίες δόσεις υπολογίζονται ως εξής:

i) για τον πρώτο χρόνο υπολογίζονται στο πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού ποσού των δόσεων που θα καταβαλλόταν,

ii) για την περίοδο από το δεύτερο έως και τον τέταρτο χρόνο, υπολογίζονται στο εξήντα πέντε (65%) του συνολικού ποσού των δόσεων που θα καταβαλλόταν και

iii) για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι δόσεις υπολογίζονται κανονικά, αφού προστεθεί η διαφορά που αντιστοιχεί στη χρονική περίοδο των πρώτων τεσσάρων χρόνων της ρύθμισης, η οποία θα επιμερίζεται στα υπόλοιπα έτη της ρύθμισης, σε συνάρτηση με τη δόση που υπολογίζεται βάσει του ελάχιστου ποσού ανάκτησης (step-up process).

3. Βασική παράμετρος για την προεξόφληση των ροών της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, και κατ’ επέκταση την εύρεση της τελικής ΜΔΑΧΟ, είναι το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιεί η αυτοματοποιημένη λύση, ήτοι επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο Εuribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες και 0,75, το οποίο είναι σταθερό, με κρίσιμο χρόνο την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, και υπολογίζεται ετησίως:

Προεξοφλητικό Επιτόκιο = 3,75 % + max (0;Euribor)

4. Η μεθοδολογία υπολογισμού της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ μέσω φορολογικών στοιχείων του οφειλέτη εξαρτάται από το εάν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, φυσικό πρόσωπο/επιτηδευματίας ή νομικό πρόσωπο.

5. Ο υπολογισμός της ΜΔΑΧΟ λαμβάνει υπόψιν την Καθαρή Παρούσα Αξία (ΚΠΑ) των ροών της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, η οποία καθορίζεται με βάση τους παρακάτω κανόνες, στην περίπτωση που η ΜΔΑΧΟ προκύπτει βάσει της περ. (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου:

i. Για τον υπολογισμό των δόσεων για το πρώτο έτος της ρύθμισης, ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βασίζεται στα φορολογικά στοιχεία του τελευταίου χρόνου,

ii. Για τις υπόλοιπες δόσεις:

α) για τις δόσεις του δεύτερου έως και του τέταρτου έτους της ρύθμισης, ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βασίζεται στη μέση τιμή των δύο υψηλότερων ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βάσει των φορολογικών στοιχείων των τριών τελευταίων ετών σε ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), εφόσον προκύψει τιμή μεγαλύτερη από αυτή που υπολογίστηκε με βάση τα φορολογικά στοιχεία του τελευταίου χρόνου και

β) για τις δόσεις μετά το τέταρτο έτος της ρύθμισης ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βασίζεται στη μέση τιμή των δύο υψηλότερων ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βάσει των φορολογικών στοιχείων των τριών τελευταίων ετών, εφόσον προκύψει τιμή μεγαλύτερη από αυτή που υπολογίστηκε με βάση τα φορολογικά στοιχεία του τελευταίου χρόνου. Σε αντίθετη περίπτωση, ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ βασίζεται στα φορολογικά στοιχεία του τελευταίου χρόνου για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

6. Η τελική ΜΔΑΧΟ υπολογίζεται σε ετήσια βάση και εν συνεχεία ανάγεται σε μηνιαία.

7. Ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ Νομικού Προσώπου γίνεται μέσω των φορολογικών στοιχείων του ως εξής:

i) Βήμα 1: Πραγματοποιείται υπολογισμός του φόρου του οφειλέτη βάσει της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) των αντίστοιχων φορολογικών ετών που αναφέρονται ανωτέρω.

ii) Βήμα 2: Ακολουθεί ο υπολογισμός του εισοδήματος του οφειλέτη που βασίζεται στα Κέρδη προ φόρων-τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) που αναγράφονται στη Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) του οφειλέτη (των αντίστοιχων φορολογικών ετών που αναφέρονται ανωτέρω), μείον τον φόρο που υπολογίσθηκε στο Βήμα 1. Η φόρμουλα που χρησιμοποιείται για αυτό το σκοπό είναι η ακόλουθη:

Εισόδημα οφειλέτη = (Κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων) - Φόρος οφειλέτη

iii) Βήμα 3: Στη συνέχεια, καθορίζεται το ύψος των καταθέσεων που διατηρεί ο οφειλέτης σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση και που αντλούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δη ως η μέγιστη τιμή μεταξύ του μέσου υπολοίπου των τελευταίων δώδεκα μηνών και του τρέχοντος υπολοίπου.

iv) Βήμα 4: Στο βήμα αυτό, υπολογίζεται το ποσοστό του Κύκλου Εργασιών που αποτελεί το Αναγκαίο Κεφάλαιο Κίνησης και δεν περιλαμβάνεται στα διαθέσιμα κεφάλαια του οφειλέτη, πολλαπλασιάζοντας τον Κύκλο Εργασιών που λαμβάνεται από την Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) του οφειλέτη, με το ποσοστό του εννιά τοις εκατό (9%).

Η φόρμουλα που εφαρμόζεται είναι η ακόλουθη:

Αναγκαίο Κεφάλαιο Κίνησης = Κύκλος εργασιών * 9 %

v) Βήμα 5: Στο βήμα αυτό, υπολογίζονται τα Ταμειακά Διαθέσιμα του οφειλέτη αφαιρώντας από το ύψος των καταθέσεων του οφειλέτη (Βήμα 3) το Αναγκαίο Κεφάλαιο Κίνησης (Βήμα 4), βάσει της φόρμουλας:

Ταμειακά Διαθέσιμα οφειλέτη = Καταθέσεις οφειλέτη - Αναγκαίο Κεφάλαιο Κίνησης

Ακολούθως, καθορίζεται η ΚΠΑ του Ποσού Ταμειακών Διαθεσίμων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων ως το άθροισμα των Ταμειακών Διαθεσίμων οφειλέτη, που υπολογίστηκε ανωτέρω και της ΚΠΑ των άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του, βάσει της ακόλουθης φόρμουλας:

ΚΠΑ Ποσού Ταμειακών Διαθεσίμων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων = Ταμειακά Διαθέσιμα οφειλέτη +* ΚΠΑ [άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη]

vi) Βήμα 6: Στο τελευταίο βήμα γίνεται ο τελικός υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από το άθροισμα της ΚΠΑ Ποσού Ταμειακών Διαθεσίμων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων (Βήμα 5) και της ΚΠΑ του Εισοδήματος του οφειλέτη (Βήμα 2) ως εξής:

8. Η ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ Φυσικού Προσώπου μέσω των φορολογικών στοιχείων του υπολογίζεται βάσει της ακόλουθης μεθόδου:

i) Βήμα 1: Αρχικά, πραγματοποιείται υπολογισμός του εισοδήματος του οφειλέτη μετά φόρων βάσει της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματός του (εκκαθαριστικό των αντίστοιχων φορολογικών ετών που αναφέρονται ανωτέρω).

ii) Βήμα 2: Πραγματοποιείται ο υπολογισμός του εισοδήματος μετά φόρων του/της συζύγου ή του/της συμβίου/ας του οφειλέτη (εφόσον υπάρχει).

iii) Βήμα 3: Στο Βήμα αυτό, γίνεται υπολογισμός του οικογενειακού εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη, το οποίο προκύπτει ως το άθροισμα του εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη (Βήμα 1) και του εισοδήματος μετά φόρων του/της συζύγου ή του/της συμβίου/ας του οφειλέτη (εφόσον υπάρχει), που έχει υπολογιστεί στο Βήμα 2.

iv) Βήμα 4: Ακολούθως, καθορίζεται η ΚΠΑ του ποσού των καταθέσεων και των άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων ως το άθροισμα:

α. του ύψους των καταθέσεων που διατηρεί ο οφειλέτης σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση και που αντλούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στους οποίους εμφανίζεται ως δικαιούχος και ως συνδικαιούχος, αφού αφαιρεθεί από το ποσό αυτό των καταθέσεων το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2000) για μονομελές νοικοκυριό και χίλια (1000) ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος της οικογένειας (μέχρι του ποσού των πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ), και

β. της ΚΠΑ των άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, βάσει της ακόλουθης φόρμουλας:

ΚΠΑ Ποσού Καταθέσεων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων = Καταθέσεις + ΚΠΑ [άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη]

v) Βήμα 5: Έπειτα, καθορίζονται οι Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης και τυχόν Λοιπές Δαπάνες του οφειλέτη ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας. Από το υπόλοιπο που μένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω από το εισόδημα του οφειλέτη μετά φόρων το ογδόντα τοις εκατό (80%) θα είναι διαθέσιμο για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του προσώπου, καθώς το είκοσι τοις εκατό (20%) θα διατίθεται για απρόβλεπτα και έκτακτες δαπάνες και θα αφαιρείται.

vi) Βήμα 6: Τέλος, στο τελευταίο βήμα γίνεται ο τελικός υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία του οφειλέτη, ως το άθροισμα της ΚΠΑ Ποσού Καταθέσεων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων και του ογδόντα τοις εκατό (80%) της ΚΠΑ του ποσού που έχει προκύψει αφού από το Εισόδημα του οφειλέτη, έχει αφαιρεθεί ο Φόρος του Οφειλέτη και οι Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης, καθώς και οι Λοιπές Δαπάνες που αντιστοιχούν στον οφειλέτη σύμφωνα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του και την αναλογία του εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη ως προς το οικογενειακό εισόδημα μετά φόρων και δη ως εξής:

9. Ο υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ Φυσικού Προσώπου - Επιτηδευματία μέσω των φορολογικών στοιχείων του γίνεται βάσει της ακόλουθης μεθόδου:

i) Βήμα 1: Στο πρώτο βήμα πραγματοποιείται υπολογισμός του εισοδήματος του οφειλέτη εκτός επιχειρηματικής δραστηριότητας, βάσει των στοιχείων της δήλωσης εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) και της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος του (εκκαθαριστικό των αντίστοιχων φορολογικών ετών που αναφέρονται ανωτέρω).

ii) Βήμα 2: Στη συνέχεια, πραγματοποιείται υπολογισμός του φόρου του οφειλέτη βάσει των στοιχείων που λαμβάνονται από την πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος του (εκκαθαριστικό των αντίστοιχων φορολογικών ετών που αναφέρονται ανωτέρω).

iii) Βήμα 3: Σε αυτό το βήμα, πραγματοποιείται ο υπολογισμός του εισοδήματος του οφειλέτη που προέρχεται από επιχειρηματική δραστηριότητα. Για τον συγκεκριμένο υπολογισμό ο φόρος οφειλέτη που υπολογίσθηκε στο προηγούμενο βήμα, αφαιρείται από τα Κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) του οφειλέτη που λαμβάνονται από την κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητά (Ε.3) του.

Η φόρμουλα που χρησιμοποιείται είναι η ακόλουθη:

Εισόδημα οφειλέτη από επιχειρηματική δραστηριότητα = (Κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων οφειλέτη) - Φόρος οφειλέτη

iv) Βήμα 4: Yπολογίζεται το συνολικό εισόδημα του οφειλέτη, προσθέτοντας τα ποσά που υπολογίσθηκαν στο Βήμα 1 και στο Βήμα 3 και δη με τον ακόλουθο τρόπο:

Συνολικό Εισόδημα οφειλέτη = Εισόδημα οφειλέτη από επιχειρηματική δραστηριότητα + Εισόδημα οφειλέτη εκτός επιχειρηματικής δραστηριότητας

v) Βήμα 5: Έπειτα, πραγματοποιείται υπολογισμός του εισοδήματος μετά φόρων του/της συζύγου ή του/της συμβίου/ας του οφειλέτη (εφόσον υπάρχει).

vi) Βήμα 6: Στο Βήμα αυτό, γίνεται υπολογισμός του οικογενειακού εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη, το οποίο προκύπτει ως το άθροισμα του εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη (Βήμα 4) και του εισοδήματος μετά φόρων του/της συζύγου ή του/της συμβίου/ας του οφειλέτη (εφόσον υπάρχει), που έχει υπολογιστεί στο Βήμα 5.

vii) Βήμα 7: Στη συνέχεια, καθορίζονται οι Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης και οι τυχόν Λοιπές Δαπάνες του οφειλέτη ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του που θα προστεθούν, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας. Από το υπόλοιπο που μένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω από το συνολικό εισόδημα του οφειλέτη (που έχει υπολογιστεί στο Βήμα 4), το ογδόντα τοις εκατό (80%) θα είναι διαθέσιμο για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του προσώπου, καθώς το είκοσι τοις εκατό (20%) θα διατίθεται για απρόβλεπτα και έκτακτες δαπάνες και θα αφαιρείται.

viii) Βήμα 8: Ακολούθως, καθορίζεται η ΚΠΑ του ποσού των καταθέσεων και των άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων ως το άθροισμα:

α. του ύψους των καταθέσεων που διατηρεί ο οφειλέτης σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση και που αντλούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στους οποίους εμφανίζεται ως δικαιούχος ή συνδικαιούχος. Όσον αφορά στις καταθέσεις που διατηρούνται σε επαγγελματικούς λογαριασμούς, από το τρέχον υπόλοιπο αφαιρείται το μέσο υπόλοιπο των τελευταίων δώδεκα μηνών και εφόσον το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερο του μηδενός, τότε προστίθεται στο ύψος των καταθέσεων. και

β. της ΚΠΑ των άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του, βάσει της ακόλουθης φόρμουλας:

ΚΠΑ Ποσού Καταθέσεων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων = Καταθέσεις + ΚΠΑ [άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη]

ix) Βήμα 9: Τέλος, γίνεται ο τελικός υπολογισμός της ΚΠΑ της ΜΔΑΧΟ που προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία του οφειλέτη, ως το άθροισμα της ΚΠΑ του Ποσού Καταθέσεων και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων και το ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) της ΚΠΑ του ποσού που έχει προκύψει από το Συνολικό Εισόδημα του οφειλέτη μείον τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και Λοιπές Δαπάνες που αντιστοιχούν στον οφειλέτη σύμφωνα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του και την αναλογία του εισοδήματος μετά φόρων του οφειλέτη ως προς το οικογενειακό εισόδημα μετά φόρων και δη ως εξής:

Άρθρο 8Β

Αξία ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων σε σενάριο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη όπως προβλέπεται από τον ν. 4738/2020

1. Για τον υπολογισμό της αυτοματοποιημένης λύσης λαμβάνεται υπόψιν η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων που δηλώνονται στην αίτηση του οφειλέτη, ακινήτων και κινητών, προκειμένου να εκτελεστεί η υποθετική άσκηση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Ο υπολογισμός της αξίας των περιουσιακών στοιχείων γίνεται με βάση το ποσοστό κυριότητας που ανήκει στον οφειλέτη, (π.χ. ποσοστό κυριότητας πενήντα τοις εκατό 50%). Συγκεκριμένα, για την αξιολόγηση της «αξίας ρευστοποίησης» ισχύουν τα εξής:

α. Για τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία:

αα) Για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός Ελλάδας, λογίζεται η μέγιστη τιμή μεταξύ της:

i) φορολογητέας αξίας για τον υπολογισμό του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α΄ 287), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου. Ειδικότερα, για γήπεδα εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., λογίζεται η αντικειμενική αξία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 41Α του ν. 1249/1982 και τις ισχύουσες κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστικές πράξεις και

ii) της εμπορικής αξίας, όπως προκύπτει από τις εγγραφές στα βιβλία των χρηματοδοτικών φορέων. Σε περίπτωση δε, που το ακίνητο έχει περισσότερες εξασφαλίσεις/βάρη, λογίζεται η εμπορική αξία που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του χρηματοδοτικού φορέα που έχει την πρώτη κατά την τάξη υποθήκη/προσημείωση απομειωμένη κατά τρία τοις εκατό (3%).

αβ) Για τα ακίνητα που βρίσκονται στην αλλοδαπή, λογίζεται η εμπορική τους αξία, όπως αυτή προκύπτει από έκθεση εκτιμητή ακινήτων την οποία συνυποβάλλει ο οφειλέτης με την αίτησή του, διαφορετικά η αντικειμενική τους αξία, εφόσον υπάρχει. Στην περίπτωση που έχουν προσκομιστεί και οι δύο λαμβάνεται υπόψιν η μεγαλύτερη.

β) Για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία, η αξία ρευστοποίησής τους μπορεί να αναφέρεται είτε στην αξία του συνόλου ομοειδών αντικειμένων όταν αυτά μπορούν να ομαδοποιηθούν, είτε στην αξία κάθε κινητού ξεχωριστά.

Ειδικότερα:

βα) Για τα κινητά μικρής αξίας, ήτοι εκτιμώμενης αξίας μικρότερης των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) λογίζεται ως αξία η εμπορική αξία που δηλώνεται στην αίτηση του οφειλέτη.

ββ) Για τα κινητά μεγάλης αξίας, ήτοι εκτιμώμενης αξίας δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) και άνω λογίζεται ως αξία κατά σειρά προτεραιότητας:

i) η αξία που προκύπτει από πρόσφατη έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107). Πρόσφατη έκθεση είναι αυτή που έχει συνταχθεί εντός των τελευταίων δώδεκα μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης οφειλών,

ii) η εμπορική αξία που προκύπτει από τα βιβλία του χρηματοδοτικού ιδρύματος που έχει εγγράψει εμπράγματη ασφάλεια επί του περιουσιακού στοιχείου, και

iii) η ασφαλιστέα αξία, όπως αναφέρεται σε εν ισχύ ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον υπάρχει και προσκομίζεται με την αίτηση. Ο οφειλέτης υποχρεούται να διασφαλίσει ότι τουλάχιστον μία από τις ανωτέρω αξίες υφίσταται.

βγ) Ειδικές περιπτώσεις κινητών:

i) Ως αξία ρευστοποίησης κινητών όπως ενδεικτικά αυτοκίνητα, σκάφη, αεροπλάνα, ή κινητών όπως ενδεικτικά πίνακες ζωγραφικής, συλλογές έργων τέχνης, κοσμήματα λογίζεται η ασφαλιστέα αξία αυτών, όπως αναφέρεται σε εν ισχύ ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον υπάρχει και προσκομίζεται με την αίτηση. Ελλείψει ασφαλιστικής σύμβασης, ισχύουν τα προαναφερθέντα ως προς τον καθορισμό της αξίας ρευστοποίησης.

ii) Στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο - επιτηδευματίας ή νομικό πρόσωπο, τόσο:

α) ο εξοπλισμός όσο και

β) τα εμπορεύματα εκτιμώνται στο σύνολο τους ως αυτόνομα περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να υπολογιστεί η αξία ρευστοποίησης, σύμφωνα με την ως άνω περίπτωση (ββ).

Άρθρο 8Γ

Κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών και καταμερισμός της αξίας ρευστοποίησης

1. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατάταξη των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης κατά την υποθετική άσκηση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οι πιστωτές χωρίζονται σε πιστωτές με γενικά προνόμια, ειδικά προνόμια και μη εξασφαλισμένοι/ανέγγυοι πιστωτές. Συγκεκριμένα:

α) Ως απαιτήσεις εξασφαλισμένες με γενικό προνόμιο του άρθρου 975 του ΚΠολΔ λαμβάνονται τεχνικά υπόψιν από το υπολογιστικό εργαλείο μόνο οι παρακάτω κατηγορίες απαιτήσεων με την εξής σειρά κατάταξης:

ΑΑ Κατηγορία Απαίτησης Σειρά Κατάταξης Γενικού Προνομίου
1 Οφειλή για Αμοιβές, Έξοδα και Αποζημιώσεις Δικηγόρων 1
2 Οφειλή για την Παροχή Εξαρτημένης Εργασίας 1
3 Οφειλή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης 2
4 Οφειλή από ΦΠΑ και Παρακρατούμενους / Επιρριπτόμενους Φόρους 2
5 Οφειλή προς Αγρότες και Αγροτικούς Συνεταιρισμούς 3
6 Οφειλή προς Λοιπό Φορέα Δημοσίου 4
7 Λοιπές Οφειλές προς Φορολογική Διοίκηση 4

β) Ως απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο που λαμβάνονται υπόψιν από τη μεθοδολογία νοούνται οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με ενέχυρο, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης.

γ) Οι υπόλοιπες απαιτήσεις νοούνται ως μη εξασφαλισμένες.

2. Στη συνέχεια, για να ολοκληρωθεί η υποθετική άσκηση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη συντάσσεται ο πίνακας κατάταξης και κατανέμεται η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων στους πιστωτές, σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 977 του ΚΠολΔ. Στον πίνακα κατατάσσονται όλοι οι πιστωτές, είτε είναι συμμετέχοντες είτε οι οφειλές τους δεν υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, με βάση τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί στην αίτηση. Με βάση τα ανωτέρω, η κατανομή της αξίας ρευστοποίησης στους πιστωτές γίνεται ως εξής:

α) Για τα εξασφαλισμένα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ισχύουν τα ακόλουθα:

αα) Σε περίπτωση που υπάρχουν πιστωτές με απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ειδικά και γενικά προνόμια και πιστωτές με απαιτήσεις χωρίς εξασφαλίσεις αυτοί κατατάσσονται στο αποτέλεσμα της ρευστοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφ. πρώτο και δεύτερο της παρ. 3 του άρθρου 977 ΚΠολΔ ως εξής: εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) της αξίας ρευστοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου κατανέμεται στον πιστωτή που έχει ειδικό προνόμιο επί του περιουσιακού στοιχείου, είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας ρευστοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου κατανέμεται στους πιστωτές που έχουν γενικά προνόμια και το δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ρευστοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου κατανέμεται στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές. Από το υπόλοιπο που απομένει από το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) ή από το είκοσι πέντε (25%) κατατάσσονται, ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις της εκάστοτε άλλης από τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Σε περίπτωση που απομένει αξία ρευστοποίησης από την κατανομή του δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ρευστοποίησης στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές, η αξία κατανέμεται στους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν καλυφθεί:

i) σε αυτούς που έχουν γενικά προνόμια κατά το ένα τρίτο (1/3) της αξίας ρευστοποίησης και

ii) σε αυτούς που έχουν ειδικά προνόμια κατά τα δύο τρίτα (2/3) της αξίας ρευστοποίησης.

αβ) Σε περίπτωση που υπάρχουν πιστωτές με απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο και πιστωτές με απαιτήσεις χωρίς εξασφαλίσεις, τότε η αξία ρευστοποίησης κατανέμεται έως το ενενήντα τοις εκατό (90 %) για τους πρώτους και ως το δέκα τοις εκατό (10 %) για τους δεύτερους, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφ. τρίτου της παρ. 3 του άρθρου 977 ΚΠολΔ.

αγ) Σε περίπτωση που υπάρχουν πιστωτές με απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ειδικά προνόμια και πιστωτές με απαιτήσεις εξασφαλισμένες με γενικά προνόμια, τότε οι δεύτεροι ικανοποιούνται έως το ένα τρίτο (1/3) της αξίας ρευστοποίησης και οι πρώτοι με έως και τα δύο τρίτα (2/3) της αξίας ρευστοποίησης. Από τυχόν υπόλοιπο που απομένει από το ένα τρίτο (1/3) και τα δύο τρίτα (2/3) της αξίας ρευστοποίησης, κατατάσσονται οι απαιτήσεις της άλλης κατηγορίας, που δεν έχουν ικανοποιηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 977 ΚΠολΔ.

β) Για τα μη εξασφαλισμένα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (ελεύθερα βαρών), όπου υπάρχουν απαιτήσεις με γενικό προνόμιο και απαιτήσεις μη προνομιούχες, τότε οι πρώτες ικανοποιούνται έως το εβδομήντα τοις εκατό (70 %) της αξίας ρευστοποίησης και οι δεύτερες στο υπόλοιπο ποσό συμμέτρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφ. τελευταίου της παρ. 3 του άρθρου 977 ΚΠολΔ.

3. Σε περίπτωση συρροής προνομίων, εφαρμόζονται τα κατωτέρω:

α) Σε περίπτωση που συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις με γενικά προνόμια, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης, και αν είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως (εδαφ. πρώτου της παρ. 2 του άρθρου 977 ΚΠολΔ).

β) Σε περίπτωση που συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις με ειδικά προνόμια, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης (π.χ. 1η τάξη υποθήκης προτιμάται από τη 2η τάξη κ.λπ.), με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας (ήτοι με βάση το χρόνο σύστασης του ενεχύρου ή το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης ή της υποθήκης), ενώ όταν οι απαιτήσεις είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως (εδαφ. δεύτερο της παρ. 2 του άρθρου 977 ΚΠολΔ).

γ) Σε περίπτωση που υπάρχουν μόνο μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις ή επί συρροής απαιτήσεων της ίδιας κατηγορίας και τάξης, τότε οι απαιτήσεις ικανοποιούνται συμμέτρως.

4. Ειδικότερα, διακρίνονται και οι κατωτέρω περιπτώσεις για τις οποίες εφαρμόζονται τα εξής:

α) Εξασφαλιστική εκχώρηση: Σε περιπτώσεις όπου έχουν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση καταθέσεις, απαιτήσεις και λοιπά κινητά περιουσιακά στοιχεία, στην υποθετική αξία ρευστοποίησης δεν λαμβάνεται υπόψιν το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που έχει δοθεί ως εξασφάλιση, αλλά αυτό κατανέμεται ολόκληρο στον πιστωτή, ο οποίος έχει λάβει την εν λόγω εξασφάλιση.

β) Χρηματοδοτική μίσθωση και πρακτορεία απαιτήσεων: Σε περίπτωση απαιτήσεων από εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης ή/και εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ισχύουν τα εξής:

i) το περιουσιακό στοιχείο που έχει εκμισθωθεί στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής μίσθωσης (μίσθιο) ή έχει εκχωρηθεί σε εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων δεν θεωρείται περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, καθώς ανήκει στην εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή/και εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την οποία έχει συναφθεί η μίσθωση ή έχει λάβει χώρα η εκχώρηση της απαίτησης και στην υποθετική άσκηση ρευστοποίησης, η αξία του κατανέμεται ολόκληρη στην εν λόγω εταιρεία, ενώ τυχόν τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές από χρηματοδοτικές μισθώσεις θεωρούνται μη εξασφαλισμένες οφειλές.

ii) η αυτοματοποιημένη λύση δεν περιλαμβάνει αναδιάρθρωση για μελλοντικές υποχρεώσεις που αφορούν στο μίσθωμα.

iii) η αυτοματοποιημένη λύση δεν έχει ως αποτέλεσμα η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή/και η εταιρεία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων να ικανοποιηθεί για ποσό μικρότερο από την αξία του πράγματος ή των απαιτήσεων.

5. Με βάση τα ανωτέρω, προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό που θα λάμβανε κάθε πιστωτής σε περίπτωση αναγκαστικής ρευστοποίησης του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη. Το ποσό αυτό αποτελεί το κριτήριο ελέγχου της αρχής της μη χειροτέρευσης των πιστωτών.

Άρθρο 8Δ

Προσδιορισμός τελικών ποσών αποπληρωμής και καθορισμός δόσεων

1. Για τον προσδιορισμό των τελικών ποσών αποπληρωμής με βάση την παρούσα μεθοδολογία πραγματοποιούνται οι ακόλουθοι υπολογισμοί:

α) Κατανομή της ΜΔΑΧΟ και προσδιορισμός Εναπομένουσας Ικανότητας Αποπληρωμής

αα) Οι υπολογισμοί που γίνονται στο πλαίσιο της υποθετικής άσκησης ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τόσο κατά την κατάταξη των πιστωτών όσο και κατά τον καταμερισμό της αξίας ρευστοποίησης, συμπεριλαμβάνουν όλες τις οφειλές που έχει ο οφειλέτης κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης, ανεξαρτήτως από το αν οφείλονται σε συμμετέχοντες πιστωτές ή αν είναι οφειλές που δεν υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, με αποτέλεσμα ένα ποσοστό από την ικανότητα αποπληρωμής του να απορροφάται από τις δεύτερες.

αβ) Πιο συγκεκριμένα, εάν ο οφειλέτης έχει επιπλέον οφειλές που δεν υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, τότε η ΜΔΑΧΟ που προκύπτει θα πρέπει να επιμεριστεί σε:

i) ΜΔΑΧΟ των οφειλών που υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών και

ii) ΜΔΑΧΟ των οφειλών που δεν υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.

αγ) Επομένως, αφού έχει προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό που θα λάμβανε κάθε πιστωτής για κάθε οφειλή του σε περίπτωση άσκησης υποθετικής ρευστοποίησης του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη, η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη, κατανέμεται μόνο στις οφειλές που υπάγονται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.

β) Η κατανομή της Εναπομένουσας Ικανότητας Αποπληρωμής του οφειλέτη στους καταλαμβανόμενους πιστωτές πραγματοποιείται στα ακόλουθα τέσσερα στάδια:

βα) Στάδιο 1: Κατά το πρώτο στάδιο κατανέμεται σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη που αντιστοιχεί στο ελάχιστο ποσό ανά οφειλή που θα λάμβανε κατά την εφαρμογή της άσκησης υποθετικής ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του.

ββ) Στάδιο 2: Στο δεύτερο στάδιο ελέγχεται αν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής επαρκεί για να καλύψει το ελάχιστο ποσό ανά οφειλή που προκύπτει από το μέγιστο μεταξύ:

i) του ελάχιστου ποσού ανάκτησης της οφειλής από ρευστοποίηση (στάδιο 1) και

ii) του ποσού μη διαγραφόμενης οφειλής. Ως μη διαγραφόμενες οφειλές νοούνται η βασική οφειλή παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων προς το Δημόσιο και των ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 22 δ του ν. 4738/2020.

Σε κάθε περίπτωση, η ΜΔΑΧΟ του οφειλέτη είναι πάντα ίση ή μεγαλύτερη του ελάχιστου ποσού που θα έπαιρνε κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής στο στάδιο 2.

βγ) Στάδιο 3: Σε αυτό το στάδιο γίνεται έλεγχος εάν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη επαρκεί προκειμένου να καλυφθεί πλήρως το συνολικό ποσό ανά οφειλή που προκύπτει έπειτα από αφαίρεση των κάτωθι ποσών:

i) του συνόλου των τόκων υπερημερίας των καταλαμβανόμενων πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και

ii) του ποσοστού ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και του ποσοστού ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

βδ) Στάδιο 4: Στο τέταρτο και τελευταίο στάδιο πραγματοποιείται έλεγχος για το αν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής μπορεί να καλύψει το συνολικό ποσό ανά οφειλή που υπάγεται σε ρύθμιση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών και δη εάν η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη είναι ικανή να καλύψει και τα εξής:

i) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και

ii) το ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και το ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

βε) Γενικά, όταν η Εναπομένουσα Ικανότητα Αποπληρωμής του οφειλέτη δεν καλύπτει πλήρως ένα στάδιο, π.χ. Στάδιο 3, αλλά καλύπτει το προηγούμενο, ήτοι Στάδιο 2, τότε η διαδικασία υπολογισμού ξεκινάει από το προηγούμενο στάδιο (Στάδιο 2). Συγκεκριμένα, οι πιστωτές παίρνουν αυτό που τους αναλογεί από το προηγούμενο στάδιο, ήτοι Στάδιο 2 και το ποσό που απομένει, κατανέμεται σε όλους τους καταλαμβανόμενους πιστωτές (οι οποίοι δεν έχουν ικανοποιηθεί πλήρως) συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο, μέχρι να εξαντληθεί η ικανότητα αποπληρωμής. To υπόλοιπο ποσό των οφειλών που δεν καλύπτεται, διαγράφεται.

2. Προσδιορισμός Ποσών Αποπληρωμής

α) Η ΚΠΑ του ποσού που θα αποπληρωθεί, (ήτοι η, Αi), καθώς και το ποσό (ήτοι το Δi) που θα διαγραφεί για κάθε οφειλή (i) του οφειλέτη προκύπτουν μέσω των σταδίων κατανομής της ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη σύμφωνα με την ως άνω παρ. 1β).

β) Το επιτόκιο ρύθμισης που χρησιμοποιεί η αυτοματοποιημένη λύση εξαρτάται από το είδος της οφειλής: α) για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο Εuribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά πέντε (5) εκατοστιαίες μονάδες, β) για τους χρηματοδοτικούς φορείς λαμβάνεται υπόψη επιτόκιο βα) για τις εξασφαλισμένες οφειλές ίσο με το επιτόκιο Εuribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά τρεις και 0,25 (3,25) εκατοστιαίες μονάδες και ββ) για τις ανεξασφάλιστες οφειλές ίσο με το επιτόκιο Εuribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά τέσσερις και 0,5 (4,5) εκατοστιαίες μονάδες.

β) Καθορισμός δόσεων

βα) Για τη συνέχεια των υπολογισμών, ως οφειλή θα λογίζεται κάθε μεμονωμένη οφειλή προς τους χρηματοδοτικούς φορείς και το σύνολο των οφειλών ανά πιστωτή για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.

ββ) Η κατανομή των ποσών αποπληρωμής σε μηνιαίες δόσεις στους καταλαμβανόμενους πιστωτές ακολουθεί τους κάτωθι κανόνες:

i) Ο υπολογισμός των δόσεων στοχεύει στην απορρόφηση του συνολικού ποσού της μηνιαίας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και

ii) Το ύψος της μηνιαίας δόσης βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας (στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, τηρουμένων και των ειδικών κανόνων που αναφέρονται κατωτέρω για το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης).

3. Οι δόσεις προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης έχουν τα εξής χαρακτηριστικά σωρευτικά:

i) Δύναται να προσδιοριστούν είτε σταθερές είτε μεταβαλλόμενες δόσεις κατά τη διάρκεια της ρύθμισης

ii) Έχουν ελάχιστο ύψος μηνιαίως ανά πιστωτή τα πενήντα (50) ευρώ

iii) Ο μέγιστος αριθμός των προαναφερθέντων δόσεων προσδιορίζεται στις διακόσιες σαράντα (240), με την πρώτη δόση να υπολογίζεται από τον πρώτο μήνα της ρύθμισης χωρίς να παρέχεται περίοδος χάριτος προς τον οφειλέτη.

Μέρος 6ο

Βεβαίωση επίτευξης αναδιάρθρωσης

Άρθρο 9

Στοιχεία βεβαίωσης και χρόνος έκδοσης

Σε περίπτωση επίτευξης σύμβασης αναδιάρθρωσης εκδίδεται αυτοματοποιημένα από το σύστημα η σχετική βεβαίωση περί επίτευξης της συμφωνίας αυτής.

Στη βεβαίωση αναγράφονται:

Α) τα συμβαλλόμενα μέρη,

Β) οι καταλαμβανόμενοι από τη σύμβαση πιστωτές,

Γ) οι οφειλές και η συμφωνηθείσα ρύθμιση (δόσεις, χρόνος),

Δ) ο χρόνος επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Άρθρο 10

Η αίτηση στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών της παρούσας απόφασης δεν συνεπάγεται κόστος.

Μέρος 7ο

Περαίωση της διαδικασίας

Άρθρο 11

Λόγοι Περαίωσης της διαδικασίας

Η διαδικασία των άρθρων 5 έως 30 του ν. 4738/2020 περαιώνεται ως άκαρπη:

Α) αν δεν υπογραφεί σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και των τυχόν παρατάσεων που έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας,

Β) αν η πλειοψηφία (ως προς την αξία των σχετικών απαιτήσεων) των συμμετεχόντων πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς αποφασίσουν σε οποιοδήποτε χρόνο να απορρίψουν την αίτηση και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης, κοινοποιώντας σχετική δήλωση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας,

Γ) αν οι συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, δεν καταθέσουν πρόταση ρύθμισης των υποχρεώσεων του οφειλέτη εντός της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου 4 της παρούσας.

Δ) αν ο οφειλέτης δεν συμπληρώσει ή δεν διορθώσει τα στοιχεία της αίτησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 8 Ιουνίου 2021

Οι Υπουργοί

Οικονομικών
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ

Ανάπτυξης και Επενδύσεων
ΣΠΥΡΙΔΩΝ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!