Εκσυγχρονίστε και αναβαθμίστε τη ψηφιακή υποδομή του λογιστικού σας γραφείου!

Μάθετε περισσότερα

Ο φορολογικός σας σύμβουλος! Αποκτήστε πρόσβαση στη γνώση από €8,33/ μήνα.

Μάθετε περισσότερα

Φορολογία εισοδήματος

ΠΟΛ. 1084/16-3-1998 Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 3, 5, 7 και 8 του Ν. 2579-1998 οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος

ΥΠΟΙΚ 1035321/559/ΠΟΛ.1084/16.3.98 Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 3, 5, 7 και 8 του Ν. 2579/1998 οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος.

ΘΕΜΑ : "Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 3, 5, 7 και 8 του ν.2579/1998 οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος".

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 3,5,7 και 8 του ν.2579/1998 "Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 31 Α`/17.2.1998) και παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις και οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή αυτών των διατάξεων.

Αρθρο 3

Υπολογισμός, προκαταβολή και παρακράτηση του φόρου.

1.- Με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις τιμαριθμοποιήθηκαν με το μέσο πληθωρισμό του έτους 1997, ήτοι με συντελεστή 5,5% τα κλιμάκια της φορολογικής κλίμακας.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2238/1994, η νέα κλίμακα ισχύει για τα ποσά των αποζημιώσεων απολυομένων που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

2.- Με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νομου αντικαθίστανται οι περιπτώσεις α`, β` και γ` της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνονται τα ποσά των μειώσεων του φόρου της κλίμακας ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων ως εξής:

α) Είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν έχει μέχρι δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν. β) Τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν. γ) Σαράντα πέντε χιλιάδες (45.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν έχει τέσσερα (4) τέκνα και πάνω που τον βαρύνουν. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

3.- Με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση, καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών οφειλών που συμβεβαιώνονται με αυτόν έκπτωση δύομισι τοις εκατό (2,5%), όταν οι δόσεις ορίζονται σε τρεις.

Συνεπώς, όταν οι δόσεις ορίζονται σε δύο και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, δεν παρέχεται έκπτωση.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

4.- Με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου64 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση που υποβάλλουν οι υπόχρεοι της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994 (ΟΕ, ΕΕ, κοινωνίες κτλ.) καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης παρέχεται έκπτωση δύομισι τοις εκατό (2,5%) στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών οφειλών που συμβεβαιώνονται με αυτόν.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

5.- Με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του ν. 2238/1994.

Με βάση τις νέες διατάξεις, σε περίπτωση που καταβληθεί εφάπαξ το σύνολο της οφειλής, το οποίο προκύπτει με βάση την εμπρόθε σμη δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 110 του ν. 2238/1994 παρέχεται έκπτωση επί αυτού ποσοστού 2,5% έναντι 5% που χορηγείτο με βάση τις αντικατασταθείσες διατάξεις. Το πιο πάνω νέο (μειωμένο), ποσοστό έκπτωσης ισχύει, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1.1.1997 και μετά. Κατά συνέπεια, τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 (ΑΕ, ΕΠΕ, συνεταιρισμοί, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα κτλ.), εφόσον υποβάλλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις τους φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 1998 και επομένως και ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης καταβάλλουν το σύνολο της οφειλής που προκύπτει από αυτές, θα τύχουν έκπτωσης επί της εν λόγω οφειλής ποσοστού 2,5%.

6.- Με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκτούν εισόδημα από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα,στο ποσό του φόρου που αντιστοιχεί με βάση τη φορολογική κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 προστίθεται ποσό φόρου το οποίο προκ ύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) για το τμήμα εισοδήματος μέχρι ένα εκατομμύριο πενήντα πέντε χιλιάδες (1.055.000) δραχμές.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

7.- Με την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν οι περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του ν. 2238/1994.

Μετά την τροποποίηση αυτή και τα κέρδη των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, των οποίων οι μετοχές είναι ονομαστικές και ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία προέκυψαν τα κέρδη, θα φορολογούνται πλέον όπως και τα κέρδη των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, των οποίων οι μετοχές, κατά το ως άνω κρίσιμο χρόνο, είναι ανώνυμες και ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, δηλαδή με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), αντί του συντελεστού τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) που ίσχυε πριν από την τροποποίηση.

Με βάση την περίπτωση γ` του άρθρου 32, με συντελεστή 40% θα φορολογούνται τα κέρδη των ημεδαπών ΑΕ με μετοχές ονομαστικές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τα οποία προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 1997 και μετά.

Μετά την τροποποίηση αυτή ο συντελεστής 35%, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για τα κέρδη, των ημεδαπών ΑΕ των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανεξάρτητα από το είδος τους (ονομαστικές ή ανώνυμες).

Τονίζεται επίσης ότι, ο συντελεστής φορολογίας 40% εξακολουθεί να ισχύει για τα κέρδη όλων γενικά των ημεδαπών τραπεζικών ανωνύμων εταιριών, των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, καθώς και των αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, όπως είναι για παράδειγμα, τα εγκατεστημένα, σύμφωνα με το άρθρο 50 του κ.ν. 2190/20 στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιριών.

8.- `Οπως είναι γνωστό με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 14 του ν. 2459/1997 δόθηκε η δυνατότητα στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να αφαιρέσουν ισόποσα από τα ακαθάριστα έσοδα των χρήσεων 1996, 1997 και 1998 τις απαιτήσεις, που δεν εισέπραξαν λόγω πτώχευσης μέσα στο έτος 1996 αλλοδαπών ξενοδοχειακών πρακτόρων (t.ο).

`Ηδη, με την παράγραφο 8 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 2459/1997 θα έχουν εφαρμογή με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για τις απαιτήσεις ξενοδοχειακών επιχειρήσεων κατά αλλοδαπών tours οperators που έχουν αποδεδειγμένα κηρυχθεί σε πτώχευση μέσα στο έτος 1997. Κατά συνέπεια και για τις απαιτήσεις αυτές θα έχουν εφαρμογή οι οδηγίες που έχουν δοθεί με την 1047166/10364/Β0012/ΠΟΛ 1142/1997 ερμηνευτική εγκύκλιο του ν. 2459/1997.

9.- Με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, με βάση τη δήλωση του άρθρου 61 και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης του άρθρου 74 του ν. 2238/1994, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από αυτούς τους τίτλους βεβαίωσης για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου οικονομικού έτους.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

10.- Με την παράγραφο 10 του άρθρου αυτού αυξάνεται, από πενήντα τοις εκατό (50%) σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%), το ποσοστό της προκαταβολής φόρου εισοδήματος, που βεβαιώνεται σε βάρος των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 (ΑΕ, ΕΠΕ, συνεταιρισμών, νομικών προσώπων μη κερδοκοσπικού χαρακτήρα κλπ.), έναντι του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα της διανυόμενης διαχειριστικής περιόδου.

Το αυξημένο ποσοστό προκαταβολής φόρου εφαρμόζεται, σύμφωνα με την περιπτ. γ` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, για κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 1997 και μετά.

Υπενθυμίζεται ότι, για τις τραπεζικές ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών εξακολουθεί να ισχύει το ποσοστο 60%.

11.- Με την παράγραφο 11 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 54 του ν.2238/1994. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις της ως άνω παραγράφου, στα εισοδήματα της περίπτωσης στ` της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 2238/1994 (δηλαδή στα εισοδήματα από κινητές αξίες που προέρχονται από την υπεραπόδοση επενδύσεων των μαθηματικών αποθεμάτων που σχηματίζονται με τις διατάξεις του ν.δ.400/1970 για ασφαλίσεις ζωής) ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% και με αυτή την παρακράτηση εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων γι`αυτά τα εισοδήματα. Οι νέες διατάξεις της εν λόγω παραγράφου, όπως ορίζεται στην περίπτωση β` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1/1/1998 και μετά. Επομένως, οι ασφαλιστικές εταιρίες, όταν πιστώνουν τους δικαιούχους με τέτοιου είδους εισοδήματα ή καταβάλλουν σ`αυτούς, χωρίς προηγούμενα να τους πιστώσουν, τέτοιου είδους εισοδήματα, υποχρεούνται κατά την πίστωση ή την καταβολή, αντίστοιχα, να παρακρατήσουν φόρο με συντελεστή 15% και όχι με συντελεστή 10% όπως όριζαν οι αντικατασταθείσες διατάξεις της παραπάνω παραγράφου. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατά τα πιο πάνω παρακρατούμενος φόρος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια ΔΟΥ μέσα σε 10 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται από τον Κ.Β.Σ. για το κλείσιμο του ισολογισμού.

12.- Με την παράγραφο 12 αυτού του άρθρου αντικαταστάθηκαν τα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου 4 του άρθρου 54 του ν.2238/1994. Με βάση τις νέες διατάξεις, όλες οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες που έχουν μετοχές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανεξάρτητα αν αυτές είναι ονομαστικές ή ανώνυμες, καθώς και όλες ανεξαιρέτως οι ημεδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο εισοδήματος με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%) στα ακόλουθα εισοδήματα κινητών αξιών που καταβάλλουν: - Στα ποσά που καταβάλλουν στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων για την εξαγορά τους από το νομικό πρόσωπο. - Στους τόκους που καταβάλλουν στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων τους, εφόσον οι τόκοι δεν προέρχονται από τα κέρδη τους. - Στους τόκους που καταβάλλουν στους κατόχους προνομιούχων μετοχών τους και με την προϋπόθεση ότι, οι τόκοι αυτοί δεν προέρχονται από τα κέρδη τους -Στις αμοιβές και αποζημιώσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου, που βαρύνουν την ίδια την ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 24 του κ.ν.2190/20. - Στα εισοδήματα της παρ.5 του άρθρου 25 του ν.2238/94, δηλαδή στις παροχές σε χρήμα ή σε είδος και γενικά στις παροχές χρηματικής αποτιμήσεως, που γίνονται χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση προς διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλους ή προέδρους ή μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές κτλ. με την προϋπόθεση ότι έχουν βαρύνει τα αποτελέσματα χρήσεως της οικείας διαχειριστικής περιόδου.

Δηλαδή, με τις νέες διατάξεις επεκτείνεται ο συντελεστής παρακράτησης 40% επί των ανωτέρω εισοδημάτων και στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων οι μετοχές είναι ονομαστικές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς και σε όλες γενικά τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (εισηγμένες ή μη) και περαιτέρω ο συντελεστής παρακράτησης τριάντα πέντε τοις εκατό 35%, για τα ίδια εισοδήματα γίνεται, σύμφωνα με τις νέες διατάξειες, μόνο από τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες (πλην τραπεζικών) των οποίων οι μετοχές (ονομαστικές ή ανώνυμες) είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατα την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου. Κατά συνέπεια, αν οι μετοχές μιας ανώνυμης εταιρίας εισαχθούν στο Χρηματιστήριο Αθηνών μετά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου η εταιρία αυτή υποχρεούται να συνεχίσει να προβαίνει σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 40% επί των καταβαλλομένων ή πιστουμένων εισοδημάτων.

Αν όμως κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Κυρία ή Παράλληλη Αγορά) και απλά δεν έχει αρχίσει ακόμη η διαπραγμάτευση των μετοχών, η εταιρία θα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 35% (τριάντα πέντε τοις εκατό).

Με την παρακράτηση του φόρου, σύμφωνα με το πιο πάνω εξαντλείται, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα εν λόγω εισοδήματα.

Η απόδοση του παρακρατούμενου φόρου, γίνεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 60 του ν.2238/94, εφάπαξ μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση του φόρου μήνα.

Τα ανωτέρω ισχύουν, σύμφωνα με την περίπτωση β` του άρθρου 32 για τα εισοδήματα που κτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

13.- Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου αυτού τροποποιούνται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περίπτ.α` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν.2238/1994, σχετικά με το συντελεστή με τον οποίο οι ανώνυμες εταιρίες πρέπει να παρακρατούν το φόρο εισοδήματος στους μισθούς τους οποίους καταβάλλουν στα μέλη του ΔΣ τους για υπηρεσίες που παρέχουν αυτά βάσει ειδικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας ή εντολής και με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω μισθοί αποτελούν για τους δικαιούχους εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, κατά τα οριζόμενα από την περίπτ.στ` της παρ.3 του άρθρου 28 του ν.2238/94 (Ασφάλιση για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε οποιοδήποτε, εκτός του ΙΚΑ, ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο). Με βάση λοιπόν τις νέες διατάξεις, η παρακράτηση του φόρου με συντελεστή 35% (που ίσχυε προηγουμένως για όλες γενικά τις ανώνυμες εταιρίες) περιορίζεται πλέον μόνο , σε αυτές που οι μετοχές τους, είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου με εξαίρεση τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες πρέπει να προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 40%, ανεξάρτητα αν οι μετοχές τους είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή όχι. Επίσης, και όλες οι άλλες ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες (των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών) θα πρέπει στο εξής να προβαίνουν σε παρακράτηση επί των διαλαμβανομένων μισθών των μελών ΔΣ με συντελεστή 40%. Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αθηνών μίας εταιρίας έχει ολοκληρωθεί κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου αλλά δεν έχει αρχίσει ακόμη η διαπραγμάτευση των μετοχών σε αυτό, η παρακράτηση θα γίνεται με συντελεστή 35%. Η παρακράτηση φόρου με τους νέους πιο πάνω συντελεστές παρακράτησης πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με την περ.β` του άρθρου 32 σε μισθούς μελών Δ.Σ. που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

14.- Με την παράγραφο 14 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται δύο εδάφια στην περίπτωση γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, σε περίπτωση που η αμοιβή ή προμήθεια για τη σύναψη σύμβασης προμήθειας από αλλοδαπά εργοστάσια ή αλλοδαπούς οίκους αποστέλλεται με έμβασμα ή επιταγή απευθείας στο όνομα του αντιπροσώπου, προκειμένου να διενεργηθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% από τις Τράπεζες, ο αντιπρόσωπος οφείλει ο ίδιος να υποβάλλει σχετική δήλωση σε αυτές με την οποία να τους γνωρίζει ότι το ποσό του εμβάσματος αποτελεί ή όχι προμήθεια.

Ειδικά, όταν η προμήθεια αντιπροσώπου κατατίθεται από τον ξένο οίκο σε τραπεζικό λογαριασμό του αντιπροσώπου στο εξωτερικό,η απόδοση του εν λόγω φόρου γίνεται με την υποβολή δήλωσης από το δικαιούχο της αμοιβής αντιπρόσωπο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίαςτου εισοδήματός του μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από την έκδοση του σχετικού παραστατικού στοιχείου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 17.2.1998 και μετά

15.- Με την παράγραφο 15 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αυξάνεται από 15% σε 20% ο συντελεστής παρακράτησης που προβλέπεται από τις περιπτώσεις δ`, ε`, ζ` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν.2238/1994. Η εν λόγω παρακράτηση φόρου αναφέρεται στην επιχειρηματική αμοιβή που καταβάλλεται στους διαχειριστές εταίρους των Ε.Π.Ε., στις προμήθειες, μεσιτείες κτλ. που καταβάλλουνδημόσιες επιχειρήσεις, Ο.Τ.Α. κτλ., στα εισοδήματα που προέρχονται από αμοιβές λόγω διαμεσολάβησης για πώληση μεριδίων αμοιβαίων κε φαλαίων και στους μισθούς και λοιπές αμοιβές που καταβάλλει η Ε.Π.Ε. σε διαχειριστές εταίρους της.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δηλαδή από 17.2.1998 και μετά.

16.- Με την παράγραφο 16 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι περιπτώσεις α`, γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1 και το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 57 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι, ο φόρος στους αμοιβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους (από φορείς κύριας ασφάλισης) και τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αόριστου χρόνου, υπολογίζεται μετά από προηγούμενη, αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα με βάση τη νέα φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του ν.2238/1994.

Σύμφωνα με τη 1132830/2276/Α0012/ΠΟΛ1330/22-12-1997 διαταγή μας, οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας κάθε μήνα θα διενεργούν αναγωγήτου μηνιαίου καθαρού εισοδήματος, προκειμένου να προσδιορισθεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα κάθε δικαιούχου.

Ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος κατά το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους θα γίνεται με πολλαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου ποσού του μισθού ή της σύνταξης και της οποιασδήποτε άλλης παροχής που εμπίπτει στην έννοια του μισθού και συνεντέλλεται με αυτό και καταβάλλονται κατά το μήνα αυτό, επί 12 μηνιαίους μισθούς, συν δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας.

Με τον ίδιο τρόπο θα προσδιορισθεί το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα του οικείου έτους κατά το μήνα Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο κτλ.

Διευκρινίζεται ότι, όταν καταβάλλεται στο μισθωτό κάποιο έκτακτο εφάπαξ ποσό με εξαίρεση τις υπερωρίες που καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα (π.χ.πριμ παραγωγικότητας, αναδρομικά προηγουμένων μηνών του ίδιου έτους κτλ.) και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές, αυτό το εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό δεν θα συναθροισθεί με τις μηνιαίες αποδοχές, προκειμένου να γίνει αναγωγή των μηνιαίων αποδοχών σε ετήσιο καθαρό εισόδημα, αλλά θα συναθροιστεί με το συνολικό ετήσιο ποσό που προσδιορίζεται με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του συγκεκριμένου μήνα. Στην περίπτωση αυτή ο επιπλέον φόρος που θα προκύψει λόγω της προσθήκης αυτού του ποσού θα παρακρατηθεί στο μήνα που καταβλήθηκε αυτό το ποσό.

Περαιτέρω, όταν το μηνιαίο καταβαλλόμενο ποσό του μισθού ή της σύνταξης μεταβάλλεται λόγω αύξησης των αποδοχών, υπερωριών κτλ. που συνεντέλλονται (συνεκκαθαρίζονται) βέβαια με τις μηνιαίες αποδοχές, παρέχεται η ευχέρεια ο προσδιορισμός του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος κατά τον υπόψη μήνα να γίνεται με πολαπλασιασμό του καθαρού μηνιαίου καταβαλλόμενου ποσού του μισθού ή της σύνταξης του μήνα αυτού επί τον αριθμό των υπόλοιπων μηνών συν τυχόν δώρο κτλ. μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, συναθροίζοντας στο ποσό αυτό και το ποσό των αποδοχών που έχουν ήδη καταβληθεί. Με βάση το νέο ετήσιο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη μεταβολή, θα υπολογισθεί ο ετήσιος παρακρατούμενος φόρος, από τον οποίο θα αφαιρεθεί ο φόρος που ήδη παρακρατήθηκε τους προηγούμενους μήνες και το υπόλοιπο ποσό του φόρου θα διαιρεθεί με τον αριθμό των υπόλοιπων μηνών, προκειμένου να βρεθεί ο φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί το συγκεκριμένο μήνα.

Τέλος, για καλύτερη κατανόηση όσων περιγράφουμε παραπάνω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

α) Εστω ότι ο Α` μισθωτός είναι άγαμος και λαμβάνει τον Ιανουάριο του 1998 ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές 350.000 δραχμές και ότι οι κρατήσεις του υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων κ.τ.λ. ανέρχονται σε 50.000 δραχμές το μήνα. Ο φόρος που πρέπει να παρακρατείται κάθε μήνα από τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές του μισθωτού από την επιχείρηση θα υπολογισθεί ως κατωτέρω:

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα Ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές 350.000 δρχ. ΜΕΙΟΝ Κρατήσεις ασφαλιστικών ταμείων κ.τ.λ. 50.000 δρχ. ----------- Καθαρές μηνιαίες αποδοχές 300.000 δρχ. Ετήσιο καθαρό εισόδημα 300.000 Χ 12 συν δώρο Χριστουγέννων-Πάσχα, επίδομα αδείας 4.200.000 δρχ. Ετήσιος φόρος κλίμακας 298.500 δρχ. Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης 298500 Χ 2,5% 7.463 δρχ. Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί αυτό το μήνα 298500 - 7463 = 291037:14 = 20.788 δρχ.

Στο ποσό αυτό του φόρου δεν αναγνωρίζεται μείωση, λόγω οικογενειακής κατάστασης.

β) `Εστω ότι οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανωτέρω μισθωτού αυξήθηκαν κατά το μήνα Αύγουστο του οικείου έτους και ανήλθαν σε 330.000 δραχμές.

Αναγωγή σε ετήσιο καθαρό εισόδημα. Ετήσιο καθαρό εισόδημα 300.000 Χ 8 = 2.400.000 (Ιανουάριος έως και Ιούλιος συν δώρο Πάσχα συν επίδομα αδείας) + 330.000 Χ 6 = 1.980.000 (Αύγουστος έως και Δεκέμβριος συν δώρο Χριστουγέννων) = 4.380.000 δρχ.

Ετήσιος φόρος κλίμακας 349.500 δρχ. Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης 349.500 Χ 2,5% 8.738 δρχ. Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί αυτό το μήνα 349.500-8.738=340.762-166.304 (φόρος που ήδη παρακρατήθηκε για τους μήνες Ιανουάριο έως και Ιούλιο συν δώρο Πάσχα συν επίδομα αδείας) = 174458 : 6 (υπόλοιποι μήνες συν δώρο Χριστ/νων) = 29.076 δρχ

Στο ποσό αυτό του φόρου δεν αναγνωρίζεται μείωση, λόγω οικογενειακής κατάστασης.

γ)`Εστω στον ανωτέρω μισθωτό καταβλήθηκε κατά το μήνα Σεπτέμβριο του οικείου έτους έκτακτο εφάπαξ ποσό 1.000.000 δρχ. Νέο ετήσιο καθαρό εισόδημα 4.380.000 (με βάση τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές) + 1.000.000 (εφάπαξ ποσό) = 5.380.000 δρχ. Ετήσιος φόρος κλίμακας 649.500 δρχ. Μείωση φόρου λόγω παρακράτησης 649.500 Χ 2,5 % = 16.238 δρχ. Φόρος που πρέπει να παρακρατηθεί αυτό το μήνα 649.500-16.238 = 633.262-340.762 (ετήσιος φόρος με βάση τις τακτικές αποδοχές) = 292.500+8.738 (μηνιαίος φόρος τακτικών αποδοχών) = 301.238 δρχ.

17.- Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι, στις καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα, αποζημιώσεις και σε κάθε άλλου είδους πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται (συνεκκαθαρίζονται) με τις τακτικές αποδοχές η παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών διενεργείται κατά την καταβολή, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόμενο καθαρό ποσό.

18.- Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι, στα εισοδήματα που αναφέρονται στο άρθρο 46 του ν.2238/1994 που καταβάλλονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους αναδρομικά, δηλαδή σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση, συλλογική σύμβαση, καθώς και όταν ο δικαιούχος εισπράττει καθυστερημένες δεδουλευμένες αποδοχές, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, λόγω έκδηλης οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη του και εφόσον έγινε επίσχεση εργασίας από τους μισθωτούς ή αν ο εργοδότης κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης, ο φόρος που παρακρατείται υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόμενο καθαρό ποσό.

19.- Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι, στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόμοιας φύσης, που καταβάλλονται από ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης α` της ίδιας παραγράφου, ο παρακρατούμενος φόρος υπολογίζεται ως εξής:

α) Με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) αν το καθαρό ποσό της παροχής δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμέςετησίως.

β) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές ετησίως.

γ) Με συντελεστή δέκα πέντε τοις εκατό (15%) αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο τετρακόσιες χιλιάδες (1.400.000) δραχμές ετησίως.

20.- Τέλος, με τις νέες διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, ο φόρος που παρακρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α` έως στ`, μειώνεται κατά ποσοστό 2,5% κατά την παρακράτησή του.

21.- Οι διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, σύμφωνα με την περίπτωση β` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

22.-Με την παράγραφο 17 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αυξάνεται ο συντελεστής παρακράτησης των φόρων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 58 του ν.2238/1994 από δεκαπέντε τοις εκατό (15%) σε είκοσι τοις εκατό (20%).

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 17.2.1998 και μετά.

23.- Με την παράγραφο 18 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκαν ο τίτλος και οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 59 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59 του ν.2238/1994, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις της παραγράφου 18 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 4,5,6 και 7 του άρθρου 14, των περιπτώσεων α`,ε` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και των άρθρων 56, 57 και 58 του ν.2238/1994, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας στην οποία έγινε η καταβολή των ποσών, για τα οποία έγινε η παρακράτηση, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Μαρτίου, Μαίου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούμενο ημερολογιακό δίμηνο και το φόρο που παρακρατήθηκε.

Περαιτέρω, με την 1030797/471/Α0012/ΠΟΛ.1073/5-3-1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δόθηκε η δυνατότητα στους υπόχρεους φορολογούμενους να υποβάλλουν τις ως άνω διμηνιαίες δηλώσεις απόδοσης του φόρου εισοδήματος, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από την απόφαση αυτή, ανάλογα με το γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου από το οποίο αρχίζει το επώνυμο ή η επωνυμία, κατά περίπτωση.

24.- Με τις νέες διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 59 του ν.2238/1994, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις της παραγράφου 18 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι, εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994,, οφείλουν να επιδίδουν μέσα στο μήνα Μάρτιο, κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην περιφέρεια της οποίας καταβλήθηκαν οι αμοιβές από τις οποίες ενεργείται η παρακράτηση, οριστική δήλωση, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό των αμοιβών, το ποσό του φόρου που αναλογεί επ`αυτών με βάση την κλίμακα του άρθρου 9, το ποσό του φόρου που οφείλεται μετά την έκπτωση από τον αναλογούντα φόρο του ποσοστού που ορίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57, το φόρο που παρακρατήθηκε για κάθε μισθωτή ή ημερομίσθιο ή συνταξιούχο, κατά περίπτωση, καθώς και το υπόλοιπο για καταβολή ποσό φόρου, το οποίο θα καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή αυτής της δήλωσης.

Επομένως, όσοι έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994, όπως ισχύουν από 1.1.1998 έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις απόδοσης φόρου μισθωτών υπηρεσιών και οριστική δήλωση εκκαθάρισης του φόρου μισθωτών υπηρεσιών μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε έτους στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην περιφέρεια της οποίας καταβλήθηκαν οι αμοιβές από τις οποίες ενεργείται η παρακράτηση φόρου.

Κατά τη σύνταξη της οριστικής δήλωσης φόρου μισθωτών υπηρεσιών οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας πρέπει να διενεργούν εκκαθάριση του φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν.2238/1994, για το συνολικό ποσό των αμοιβών, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού του φόρου που παρακράτησαν και να υπολογίσουν πάλι το φόρο που αναλογεί στο σύνολο των αποδοχών, δηλαδή στο ποσό των μισθών, ημερομισθίων, πρόσθετων αμοιβών, επιδομάτων κτλ.

Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι, ο υπολογισμός του φόρου που αναλογεί, με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 του ν.2238/1994, στο ετήσιο εισόδημα ενεργείται τόσο για τους μισθωτούς, οι οποίοι εργάσθηκαν στον ίδιο εργοδότη ολόκληρη τη μισθολογική περίοδο (κάθε χρόνο) του προηγούμενου της φορολογίας οικονομικού έτους, όσο και για εκείνους οι οποίοι εργάσθηκαν στον ίδιο εργοδότη κατά ένα τμήμα μόνο της ανωτέρω περιόδου, αλλά αποδεικνύεται πλήρως ότι κατά το υπόλοιπο τμήμα αυτής της περιόδου δεν απασχολήθηκαν σε άλλο εργοδότη (λόγω στράτευσης, θανάτου του μισθωτού) γιατί και στην περίπτωση αυτή οι αποδοχές που καταβλήθηκαν αποτελούν και το ετήσιο εισόδημα του μισθωτού.

Για τους λοιπούς μισθωτούς, οι οποίοι δεν εργάσθηκαν ολόκληρη τη μισθολογική περίοδο, δε θα γίνεται υπολογισμός του φόρου μεβάση την ετήσια εκκαθάριση των αποδοχών, αλλά θα δηλώνεται και θα αποδίδεται το ποσό του φόρου το οποίο υπολογίσθηκε και παρακρατήθ ηκε από τις αποδοχές αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν.2238/1994.

25.- Οι διατάξεις της παραγράφου 18 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, σύμφωνα με την περίπτωση β` του άρθρου 32 του ίδιου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 5

Αντικειμενικά κριτήρια.

1.- Με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι για να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων για τη διαχειριστική περίοδο 1997, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται ποσοστό επτά και είκοσι πέντε τοις εκατό (7,25%) επί του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης επί τη τιμή ζώνης.

Το ίδιο ποσοστό εφαρμόζεται και προκειμένου να υπολογισθεί για τη διαχειριστική περίοδο 1997 η μισθωτική αξία για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των ελευθέριων επαγγελμάτων που υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι η τιμή ζώνης που θα εφαρμοσθεί προκειμένου να υπολογισθεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου 1997, τόσο των εμπορικών επιχειρήσεων όσο και των ελεύθερων επαγγελματιών, είναι αυτή που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995, δηλαδή αυτή που εφαρμόσθηκε και κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο 1996.

2.- Με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι για να υπολογισθεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 λαμβάνεται υπόψη ο ίδιος συντελεστής εμπορικότητας που εφαρμόσθηκε και κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο 1996.

3.- Με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, ειδικά για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων του νομού Δράμας κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997, τα τρία τελευταία κλιμάκια της κλίμακας του συντελεστή εμπορικότητας διαμορφώνονται ως εξής:

Για επιχειρήσεις εγκατεστημένες Συντελεστής

σε περιοχές με συντελεστή εμπορικότητας

εμπορικότητας

2,1 - 3 1,30

3,1 - 4 1,40

πάνω από 4 1,50

4.- Με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι δεν εφαρμόζονται τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 33 του ν. 2238/1994 και κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια και διαμερίσματα και επομένως δεν υπολογίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για αυτές, εφόσον όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές περιοδικές δηλώσεις απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας του έτους αυτού (1997), καθώς και του προηγούμενου έτους 1996, υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα και από όλες αυτές προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν ακαθάριστα έσοδα από τις εκμεταλλεύσεις αυτές και επιπλέον στις χρήσεις αυτές (1996 και 1997) δεν έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

5.- Με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκαν τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 14 του άρθρου 33 του ν.2238/1994. Με τις νέες αυτές διατάξεις αυξάνονται τα ποσά φόρου που πρέπει να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών σε εκατόν δέκα χιλιάδες (110.000) δραχμές ετησίως, με τις οποίες εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση. `Οταν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό του φόρου αυτού περιορίζεται σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) δραχμές ετησίως.

6.- Με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκαν τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 15 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994. Με τις νέες αυτές διατάξεις αυξάνονται τα ποσά φόρου που πρέπει να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές. Τα νέα αυτά ποσά φόρου, με τα οποία εξαντλείται η φορολογικής τους υποχρέωση, ορίζονται σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) δραχμές ετησίως για τους επαγγελματίες πωλητές και εκατόν σαράντα χιλιάδες (140.000) δραχμές ετησίως για τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων.

`Οταν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό του φόρου αυτού περιορίζεται σε ενενήντα χιλιάδες (90.000) δραχμές ετησίως για τους επαγγελματίες πωλητές και σε εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές ετησίως για τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων.

7.- Με την παράγραφο 7 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται περίπτωση ή στην παράγραφο 16 του άρθρου 33 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια για τα καθαρά κέρδη που αποκτούν όσοι είχαν φυλακισθεί και μετά την αποφυλάκισή τους αρχίζουν να ασκούν ατομική εμπορική επιχείρηση. Η εξαίρεση παρέχεται για τα κέρδη που αποκτούν από την άσκηση της επιχείρησης αυτής κατά το έτος της αποφυλάκισής τους, καθώς και για το αμέσως επόμενο και με την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της τελευταίας φυλάκισής τους ήταν πάνω από έξι (6) μήνες και κατά τη διάρκεια αυτής δεν λειτούργησε ατομική επιχείρηση στο όνομά τους, αλλά ούτε συμμετείχαν σε επιχειρήσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 2, δηλαδή, σε ομόρρυθμες, ετερρόρρυθμες εταιρίες κτλ. Κατά συνέπεια, τα παραπάνω πρόσωπα εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια αν κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους συμμετείχαν σε άλλα νομικά πρόσωπα εκτός από αυτά που αναφέρθηκαν π.χ. σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης. Δεν εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια σε καμιά περίπτωση τα πρόσωπα που η αιτία της τελευταίας φυλάκισής τους αναφέρεται σε χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και σε κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

8.- Με την παράγραφο 8 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται τελευταία εδάφια στην παράγραφο 23 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις για τις επιχειρήσεις του νομού Αττικής, εκτός αυτών που παρέχουν υπηρεσίες, που είναι εγκατεστημένες επί οδών στις οποίες εκτελούνται τα έργα κατασκευής του ΜΕΤΡΟ και έργα κατασκευής ανισόπεδου κόμβου στη συμβολή της Λεωφόρου Κηφισού με την οδό Δυρραχίου και για περιορισμένο μήκος των κάθετων οδών, των οποίων η συναλλακτική κίνηση παρεμποδίζεται με αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση των ακαθάριστων εσόδων τους, το ελάχιστο ποσο καθαρού εισοδήματος μπορεί να αμφισβητηθεί από τον υπόχρεο με αίτησή του, που υποβάλλεται μέχρι και το τέλος του επόμενου μήνα από τον μήνα που έγινε η βεβαίωση του φόρου της δήλωσης, ενώπιον επιτροπής. Η αίτηση αυτή δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του φόρου που οφείλεται. Η επιτροπή μπορεί να διαγράφει ή να μειώνει κατά περίπτωση το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος. Αντίγραφο της απόφασης αποστέλλεται στο φορολογούμενο με απόδειξη, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υπογραφή της και στην περίπτωση που θα απορριφθεί το αίτημά του. Τυχόν προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α`), από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης από το φορολογούμενο. Η υποβολή της παραπάνω αίτησης δεν κωλύει την άσκηση προσφυγής, στην περίπτωση όμως άσκησής της πριν από τη λήψη απόφασης παύει κάθε ενέργεια για τη λήψη απόφασης από την επιτροπή.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

9.- Με την παράγραφο 9 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην παράγραφο 9 του άρθρου 51 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι προκειμένου για παλιννοστούντες ομογενείς το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος μειώνεται κατά το πρώτο έτος άσκησή του στην Ελλάδα κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), κατά το δεύτερο έτος είκοσι τοις εκατό (20%) και κατά το τρίτο έτος δέκα τοις εκατό (10%).

Η μείωση αυτή δεν παρέχεται στα πρόσωπα που δεν ασκούν το επάγγελμά τους ατομικά, αλλά συμμετέχουν σε υποχρέους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994 (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κ.τ.λ.) οι οποίοι αποκτούν εισόδημα από άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 51 του ίδιου νόμου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

10.- Με την παράγραφο 10 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται τα πέμπτο και έκτο εδάφια της παραγράφου 15 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι ο φόρος (όπως τα ποσά αυτού αναμορφώθηκαν με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου αυτού) των αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, στην περίπτωση που η άδεια αυτών εκδίδεται ή ανανεώνεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από έξι (6) μήνες, καταβάλλονται στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός τους δημόσια οικονομικής υπηρεσίας σε δύο (2) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιανουαρίου και η επόμενη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιουλίου.

Με τις νέες αυτές διατάξεις καταργήθηκε η ευχέρεια που είχαν οι πιο πάνω υπόχρεοι να καταβάλλουν τον αυτοτελή φόρο εισοδήματος σε οποιαδήποτε δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Επισημαίνεται ότι για νέο λιανοπωλητή, δηλαδή για υπόχρεο που υποβάλει δήλωση έναρξης επαγγέλματος λιανοπωλητή (πλανόδιου ή κινητών λαϊκών αγορών) και λαμβάνει άδεια λιανοπωλητή, ισχύος πάνω από 6 μήνες, για πρώτη φορά μετά το μήνα Ιανουάριο και μέχρι τέλους Ιουνίου, καταβάλλει την πρώτη δόση του πιο πάνω ετήσιου φόρου πριν την έκδοση της άδειας. Εάν η πρώτη αυτή άδεια εκδίδεται από 1 Ιουλίου και μετά καταβάλλει ο λιανοπωλητής και τις δύο δόσεις του φόρου μαζί πριν την έκδοση της άδειας. Μετά από την πρώτη αυτή άδεια, εφόσον συνεχίζει το επάγγελμα αυτό, για κάθε άδεια που εκδίδεται ή ανανεώνεται στο όνομά του για χρονικό διάστημα πάνω από 6 μήνες, καταβάλλει το φόρο σε δύο δόσεις, την πρώτη μέχρι τέλους Ιανουαρίου και τη δεύτερη μέχρι τέλους Ιουλίου.

Προς αποφυγή αμφισβητήσεων αναφέρουμε ότι οι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων - αποκλειστικά λιανοπωλητές σε κινητές λαϊκές αγορές, των οποίων η άδεια εκδίδεται ή ανανεώνεται για χρονικό διάστημα μέχρι 6 μήνες, οφείλουν να καταβάλλουν το μισό του ετήσιου φόρου πριν από την έκδοση ή την ανανέωση της άδειάς τους και όχι ολόκληρο το ποσό σε δύο δόσεις όπως ισχύει για τους άλλους λιανοπωλητές. Σχετική για το θέμα αυτό είναι η 1018061/263/Α0012/ΠΟΛ 1038/10.2.1998 διαταγή μας.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 7

Φορολογητέα κέρδη τεχνικών επιχειρήσεων.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται στο άρθρο 34 του ν.2238/1994 νέες παράγραφοι 5 και6 και οι παράγραφοι 5 και 6 αυτού αναριθμούνται σε 7 και 8 αντίστοιχα.

2. Με τη νέα παράγραφο 5 του άρθρου 34 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι προκειμένου να προσδιορισθούν τα καθαρά κέρδη που θα υπαχθούν σε φόρο και τα οποία προέρχονται από εργασίες που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού (ανέγερση και πώληση οικοδομών, εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων) των υποχρέων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, δηλαδή των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιριών, των κοινωνιών αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, των αστικών εταιριών, των συμμετοχικών ή αφανών εταιριών, των κοινοπραξιών της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς επίσης και των ατομικών επιχειρήσεων, όταν τα παραπάνω πρόσωπα τηρούν, υποχρεωτικά ή μη, βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, στα καθαρά τους κέρδη που προκύπτουν τεκμαρτά με τη χρήση του συντελεστή καθαρού κέρδους (15% ή 10% ή 12% ή 25%) προστίθεται ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της διαφοράς μεταξύ αυτών των τεκμαρτών κερδών και των μεγαλύτερων κερδών που δηλώνονται ή προκύπτουν από έλεγχο. Το ποσό που διαμορφώνεται μετά την προσθήκη αυτού του ποσοστού στα τεκμαρτά κέρδη αποτελεί το καθαρό κέρδος που θα υπαχθεί σε φόρο.

Παράδειγμα: Κατά τη χρήση 1997 τα κέρδη ατομικής εργοληπτικής επιχείρησης που προκύπτουν από τα βιβλία Γ` κατηγορίας του Κ.Β.Σ. είναι 30.000.000 δρχ. ενώ τα τεκμαρτά της κέρδη με τη χρήση συντελεστή καθαρού κέρδους 12% είναι 12.000.000 δρχ. (100.000.000 χ 12%). Στην περίπτωση αυτή το φυσικό πρόσωπο θα γράψει στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον.έτους 1998 (έντυπο Ε1) κέρδη από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης 19.200.000 δρχ. [12.000.000 + (30.000.000 -12.000.000) χ 40% ] και τον τρόπο προσδιορισμού των προς φορολογία κερδών θα αναγράψει ο φορολογούμενος στο έντυπο Ε3 στην ένδειξη "Σημειώσεις Φορολογούμενου". Στην περίπτωση που πρόκειται για υπόχρεους από αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δήλωση αποτελεσμάτων οικον. έτους 1998 (έντυπο Ε5) και στον κωδικό 100 θα αναγραφεί το ποσό των 19.200.000 δρχ., ενώ στη διάστικτη γραμμή που προηγείται αυτού του κωδικού αριθμού θα αναγραφεί η παραπάνω πράξη, από την οποία προκύπτει το ποσό αυτό.

Τονίζεται ότι σε περίπτωση που με την υποβαλλόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος η επιχείρηση προβαίνει σε αναμόρφωση των κερδών του ισολογισμού με δηλωθείσες λογιστικές διαφορές, για την εξεύρεση των φορολογητέων κερδών της τεχνικής επιχείρησης θα προστεθεί στα τεκμαρτά κέρδη το 40% της διαφοράς μεταξύ των τεκμαρτών κερδών και των δηλουμένων μετά την αναμόρφωση κερδών.

Περαιτέρω, το υπόλοιπο ποσό κερδών που δεν φορολογήθηκε κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (ήτοι στο παραπάνω παράδειγμα το ποσό των 30.000.000 - 19.200.000 = 10.800.000 δρχ.) μεταφέρεται και εμφανίζεται στα βιβλία στο λογαριασμό "Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων". Για το ποσό αυτό, όταν πρόκειται για τους υποχρέους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 τουν.2238/1994, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ίδιου νόμου.

Δηλαδή, τα ποσά αυτά σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης θα υπαχθούν σε φορολογία με το συντελεστή φορολογίας που θα ισχύει κατά το χρόνο διανομής ή κεφαλαιοποίησης. Στην περίπτωση αυτή, το καθαρό ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται θα ανάγεται προηγουμένως σε μεικτό με την προσθήκη σε αυτό του αναλογούντος φόρου, ώστε το άθροισμα του καθαρού ποσού που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται και του αναλογούντος επ`αυτού φόρου να μην υπερβαίνει το ποσό των κερδών που εμφανίζονται στον προαναφερθέντα λογαριασμό.

Τα αποθεματικά αυτά φορολογούνται αυτοτελώς, δηλαδή τα ποσά αυτά δεν θα συναθροισθούν με τα αποτελέσματα του ισολογισμού. Το νομικό πρόσωπο, στην περίπτωση αυτή, θα υποβάλλει σχετική δήλωση μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από το μή να που λαμβάνεται η απόφαση για τη διανομή ή κεφαλαιοποίηση. Ο φόρος που προκύπτει καταβάλλεται σε τρείς ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο (2) την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα των δύο (2) επόμενων, απο την υποβολή της δήλωσης, μηνών.

Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα ποσά αυτά των αποθεματικών.

Ειδικά στην περίπτωση των ατομικών επιχειρήσεων τα αποθεματικά αυτά θα φορολογηθούν με βάσει την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 9 του ν.2238/1994 κατά το χρόνο της πραγματικής κεφαλαιοποίησης ή πραγματικής ανάληψης αυτών, δηλαδή θα συναθροισθούν με τυχόν λοιπά εισοδήματα του φυσικού προσώπου κατά το χρόνο της πραγματικής κεφαλαιοποίησης ή πραγματικής ανάληψης αυτών και θα φορολογηθούν στο οικείο οικονομικό έτος με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του.

Πάντως σε κάθε περίπτωση ατομικής επιχείρησης και εφόσον δεν έχει γίνει πραγματική ανάληψη ή κεφαλαιοποίηση αυτών των αποθεματικών, αυτά θα φορολογηθούν κατά τη διακοπή των εργασιών της επιχείρησης.

Τέλος, σημειώνεται ότι, σε όσες περιπτώσεις έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του ν.2238/1994, με βάση τις οποίες προσδιορίζονται ακαθάριστα έσοδα από την εφαρμογή του ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομής, για τον υπολογισμό της διαφοράς των κερδών της συγκεκριμένης χρήσης λαμβάνονται υπόψη τα μεγαλύτερα κέρδη μεταξύ των προσδιοριζομένων τεκμαρτά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 34 και των προσδιοριζομένων με βάση το ελάχιστο κόστος κατασκευής της οικοδομής και αυτά τα μεγαλύτερα συγκρίνονται με τα δηλούμενα κέρδη.

3. Με τη νέα παράγραφο 6 του άρθρου 34 του ν.2238/1994 ορίζεται ότι, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν εφαρμόζονται όταν όλα τα μέλη των υποχρέων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν.2238/1994 (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες εταιρίες, κοινοπραξίες κτλ) είναι αποκλειστικά ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.

Παράδειγμα: Η Ο.Ε. "Χ" αποτελείται από δύο μέλη, την Α.Ε. "Ψ" και την Ε.Π.Ε. "Ω". Στην περίπτωση αυτή δεν θα έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην παραγραφο 5 του άρθρου αυτού.Δηλαδή, η Ο.Ε. "Χ" θα φορολογηθεί μόνο για τα τεκμαρτά της κέρδη. Η τυχόν διαφορά μεταξύ τεκμαρτών και πραγματικών κερδών θα εμφανισθεί στα βιβλία των εταίρών αυτής "Ψ" και "Ω", όπως ακριβώς εγένετο μέχρι σήμερα, πριν από την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

Περαιτέρω, αν μεταξύ των εταίρων της Ο.Ε."Χ" συμμετέχουν, εκτός από ημεδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες και άλλα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 (αλλοδαπές, δημόσιες, δημοτικές επιχειρήσεις κτλ), ή της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν.2238/1994 (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες εταιρίες κτλ) ή ατομικές επιχειρήσεις, τότε οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου 5 εφαρμόζονται μόνο για το τμήμα των κερδών που είναι πάνω από τα προσδιοριζόμενα τεκμαρτά και μόνο κατά το μέρος που αντιστοιχεί στα ποσοστά συμμετοχής των λοιπών εκτός των ημεδαπών ανώνυμων και περιορισμένης ευθύνης εταιριών.

Παράδειγμα: Στην κοινοπραξία "Χ" μετέχουν η ομόρρυθμη εταιρία "Χ1" με ποσοστό συμμετοχής 30%, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης "Χ2" με ποσοστό συμμετοχής 40% και το φυσικό πρόσωπο επιτηδευματίας "Χ3" με ποσοστό συμμετοχής 30%. Τα τεκμαρτά κέρδη της κοινοπραξίας "Χ" είναι 20.000.000 δρχ. ενώ τα δηλούμενα κέρδη της είναι 40.000.000 δρχ. Στην περίπτωση αυτή τα καθαρά κέρδη της κοινοπραξίας "χ" που θα υπαχθούν σε φόρο είναι 24.800.000 δρχ. τα οποία προσδιορίζονται ως εξής: Διαφορά μεταξύ δηλωθέντων κερδών και τεκμαρτών 40.000.000 - 20.000.000 = 20.000.000 χ 40% = 8.000.000.

`Αθροισμα ποσοστών της συμμετέχουσας ομόρρυθμης εταιρίας "Χ1" (30%) και του φυσικού προσώπου (30%), ήτοι σύνολο 60%.

Οπότε τα προς φορολογία κέρδη της κοινοπραξίας "Χ" διαμορφώνονται σε 20.000.000 + (8.000.000 χ 60%) = 24.800.000 δρχ. Εννοείται, βέβαια, ότι το μέρος των πέραν των τεκμαρτών κερδών που αναλογεί στη συμμετέχουσα ΕΠΕ (20.000.000 Χ 40%=8.000.000 δρχ.), που δεν φορολογήθηκε στην κοινοπραξία, θα μεταφερθεί στα βιβλία της ΕΠΕ και θα φορολογηθεί επ`ονόματι της, όπως ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την προσθήκη των νέων παραγράφων 5 και 6 στο άρθρο 34 του ν.2238/1994.

4. Οι διατάξεις των νέων παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 34 του ν.2238/1994, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, έχουν εφαρμογή για κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν οι επιχειρήσεις την 31 Δεκεμβρίου 1997 και μετά.

5. `Οπως προαναφέρθηκε, με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου η παράγραφος 6 του άρθρου 34 του ν. 2238/1994 αναριθμήθηκε σε 8. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου η αναριθμημένη σε 8 παράγραφος του άρθρου 34 του ν. 2238/1994 αντικαταστάθηκε.

Με τις νέες διατάξεις της εν λόγω παραγράφου ορίζεται ότι, οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2238/1994 περί τεκμαρτού προσδιορισμού των καθαρών κερδών των τεχνικών επιχειρήσεων δεν έχουν εφαρμογή στις επιχειρήσεις που είναι ανάδοχοι προγραμμάτων ενεργού πολεοδομίας και η έναρξη της διαδικασίας κατάρτισης των προγραμμάτων έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1003/1971 (ΦΕΚ 198Α`) ή του ν. 947/1979 (ΦΕΚ 169Α`) ή του ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33Α`), καθώς και για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών της Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης (ΔΕΠΟΣ) που προέρχονται από πωλήσεις οικοδομών τις οποίες ανεγείρει για "Ομογενειακά Χωριά".

Η μοναδική μεταβολή την οποία επέφεραν οι νέες διατάξεις σε σχέση με τις αντικατασταθείσες είναι η μη εφαρμογή των διατάξεωντου άρθρου 34 του ν. 2238/1994 και στην περίπτωση της ΔΕΠΟΣ και αφορά αποκλειστικά τα καθαρά κέρδη αυτής τα οποία προέρχονται από τ ις πωλήσεις οικοδομών τις οποίες κατασκευάζει για τη δημιουργία "Ομογενειακών Χωριών". Επομένως, τα καθαρά κέρδη της ΔΕΠΟΣ από τις πωλήσεις των συγκεκριμένων οικοδομών δεν θα προσδιορίζονται τεκμαρτά κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2238/1994, αλλά λογιστικά κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 2238/1994, όπως ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει για τα καθαρά κέρδη των λοιπών επιχειρήσεων που καταλαμβάνουν οι εν λόγω διατάξεις. Δηλαδή, με την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της ΔΕΠΟΣ από τις πωλήσεις των ως άνω οικοδομών των δαπανών απόκτησης αυτών των εσόδων, όπως οι τελευταίες ορίζονται στο άρθρο 31 του ν. 2238/1994.

Οι νέες διατάξεις της αναριθμημένης σε 8 παραγράφου του άρθρου 34 του ν. 2238/1994 ισχύουν από τη δημοσίευση του κοινοποιούμενου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.2.1998), σύμφωνα με την περίπτωση στ` του άρθρου 32 του κοινοποιούμενου νόμου.

6. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν στο άρθρο 106 του ν. 2238/1994 τρεις νέες παράγραφοι με αριθμούς 9, 10 και 11.

Α. Παράγραφος 9 άρθρου 106 ν. 2238/1994.Με τις διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου ορίζεται ότι στις ημεδαπές ΑΕ, ΕΠΕ και συνεταιρισμούς των οποίων τα καθαρά κέρδη προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2238/1994, (δηλαδή τις ασχολούμενες με την ανέγερση και πώληση οικοδομών ή/και την εργοληπτική εκτέλεση δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων), εάν μετά την έγκριση του ισολογισμού τους, τη διάθεση των κερδών αυτών από τη γενική συνέλευση και την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 απομένει υπόλοιπο καθαρών κερδών, το οποίο δεν φορολογήθηκε στο όνομα των νομικών αυτών προσώπων κατά την υποβολή της δήλωσής τους φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 107 του ν. 2238/1994 και εμφανίζεται στο λογαριασμό "Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων" (κωδικός αριθμός 41.92 του ΕΓΛΣ), το 40% αυτού του υπολοίπου καθαρών κερδών φορολογείται στο όνομα των εν λόγω νομικών προσώπων με το συντελεστή φορολογίας που ορίζεται γι` αυτά (35% ή 40%, ανάλογα την περίπτωση). Για το σκοπό αυτό, τα υπόψη νομικά πρόσωπα υποχρεούνται να υποβάλλουν ιδιαίτερη δήλωση φορολογίας εισοδήματος στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ το αργότερο εντός του ένατου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης την οποία αφορά ο κατά τα άνω ισολογισμός τους και να δηλώσουν το πιο πάνω υποκείμενο σε φορολογία υπόλοιπο καθαρών κερδών τους. Δηλαδή, η δήλωση αυτή πρέπει να υποβάλλεται το αργότερο μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου, εάν τα εν λόγω υπόχρεα νομικά πρόσωπα έχουν κλείσει διαχειριστική χρήση την 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους και μέχρι την 31 Μαρτίου, εάν έχουν κλείσει διαχειριστική χρήση την 30 Ιουνίου του προηγουμένου έτους. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, εάν η ημέρα κατά την οποία λήγει η προθεσμία υποβολής αυτής της δήλωσης είναι μη εργάσιμη, η προθεσμία υποβολής της παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Ο φόρος που προκύπτει με βάση αυτή τη δήλωση καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη από αυτές ταυτόχρονα μετην υποβλή της εμπρόθεσμης δήλωσης και η δεύτερη και τρίτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου και του μεθεπόμενου, αντ ίστοιχα, μήνα από εκείνον εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης αυτής. Συνεπώς, στην περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της εν λόγω δήλωσης, αφενός επιβάλλεται πρόσθετος φόρος σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2523/1997 και αφετέρου ταυτόχρονα με την υποβολή της καταβάλλεται το 100% του ως άνω πρόσθετου φόρου, καθώς και όλες οι κατά την ημέρα της υποβολής της ληξιπρόθεσμες δόσεις. Αν η δήλωση αυτή υποβληθεί είτε εμπρόθεσμα είτε εκπρόθεσμα, χωρίς να καταβληθούν ταυτόχρονα με την υποβολή της τα πιο πάνω αναφερόμενα κατά περίπτωση ποσά, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Στην εν λόγω δήλωση δεν υπολογίζεται η οριζόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 111 του ν. 2238/1994 προκαταβολή φόρου. Περαιτέρω, με την κατά τα πιο πάνω φορολογία του 40% του συγκεκριμένου υπολοίπου καθαρών κερδών εξαντλείται, για το φορολογούμενο βέβαια ποσό καθαρών κερδών, η φορολογική υποχρέωση και των υπόχρεων νομικών προσώπων, αλλά και των μετόχων ή των εταίρων ή των μελών τους, ανάλογα με την περίπτωση. Συνεπώς, το ποσό των καθαρών κερδών που απομένει, αν από το φορολογούμενο ποσό καθαρών κερδών αφαιρεθεί ο φόρος που αναλογεί επί αυτού, δύνανται τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα είτε να το διανείμουν είτε να το κεφαλαιοποιήσουν οποτεδήποτε χωρίς την επιβολή φόρου εισοδήματος σε βάρος των ίδιων ή των μετόχων τους κτλ. Προς τούτο, τα υπόψη νομικά πρόσωπα υποχρεούνται μετά την υποβολή της ως άνω δήλωσης το πιο πάνω απομένον ποσό καθαρών κερδών, το οποίο δύνανται να διανείμουν ή κεφαλαιοποιήσουν χωρίς την επιβολή φόρου εισοδήματος, να το μεταφέρουν από το λογαριασμό 41.92 "Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων" σε έναν άλλο ιδιαίτερο λογαριασμό.

Εννοείται, βέβαια, ότι για το ποσό καθαρών κερδών που θα παραμείνει στο λογαριασμό αυτό, εάν τούτο διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί, θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994. Δηλαδή, το διανεμόμενο ή κεφαλαιοποιούμενο ποσό θα υπαχθεί σε φορολογία σύμφωνα με τα οριζόμενα από αυτές τις διατάξεις.

`Οσον αφορά τους απαιτούμενους για την ως άνω μεταφορά λογιστικούς χειρισμούς και τον τίτλο του ως άνω ειδικού λογαριασμού θα εκδοθεί σχετική γνωμοδότηση του ΕΣΥΛ.

Οι διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου 9 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994, όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, εφαρμόζονται για τα καθαρά κέρδη των ως άνω υπόχρεων νομικών προσώπων που προκύπτουν από διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν την 31.12.1997 και μετά.

Β. Παράγραφος 10 άρθρου 106 ν. 2238/1994.

Με τις διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου προβλέπεται ότι όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων β` και δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994. Επομένως, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα, (δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα που αποτελούν ή όχι ίδια νομικά πρόσωπα, αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιοδήποτε τύπο εταιρίας και κάθε είδους αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων), εφόσον: α) ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών ή/και την εργοληπτική εκτέλεση δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, β) τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας (υποχρεωτικά ή προαιρετικά) του ΚΒΣ και γ) τα προκύπτοντα από τα βιβλία καθαρά κέρδη τους είναι μεγαλύτερα των τεκμαρτών κερδών τους, για τα πέραν των τεκμαρτών κέρδη που δεν υπήχθησαν σε φορολογία κατά την υποβολή της οικείας δήλωσής τους φορολογίας εισοδήματος, έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα που αναφέρονται στην νέα παράγραφο 9 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994. Δηλαδή:

-Υποχρεούνται να υποβάλλουν ιδιαίτερη δήλωση φορολογίας εισοδήματος στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ το αργότερο εντός του ένατου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης τους, για να φορολογηθεί με τον οριζόμενο γι` αυτά τα νομικά πρόσωπα φορολογικό συντελεστή (35% ή 40% ανάλογα την περίπτωση) το 40% των ως άνω καθαρών κερδών και να καταβάλλουν τον προκύπτοντα φόρο με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις της νέας παραγράφου 9 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994. Στη δήλωση αυτή δεν υπολογίζεται προκαταβολή φόρου.

- Υποχρεούνται μετά την υποβολή της εν λόγω δήλωσης το πιο πάνω φορολογούμενο ποσό καθαρών κερδών, αφού προηγούμενα αφαιρεθεί ο αναλογών επί αυτού φόρος, να το μεταφέρουν από το λογαριασμό στον οποίο εμφανίζεται σε έναν άλλο ιδιαίτερο λογαριασμό.

- Δικαιούνται το ποσό των καθαρών κερδών που εμφανίζεται στον πιο πάνω ιδιαίτερο λογαριασμό οποτεδήποτε μετά την υποβολή της ως άνω δήλωσης, εφόσον πρόκειται για δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, είτε να το διανείμουν στους δικαιούχους είτε να το κεφαλαιοποιήσουν χωρίς την επιβολή φόρου εισοδήματος σε βάρος των ίδιων ή των δικαιούχων και εφόσον πρόκειται για αλλοδαπές επιχειρήσεις οποιασδήποτε εταιρικής μορφής καθώς και για κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ή να το εξάγουν στο εξωτερικό ή να πιστώσουν το κεντρικό με το ποσό τούτο ή το ποσό τούτο να αναληφθεί από τους δικαιούχους, επίσης χωρίς την επιβολή φόρου εισοδήματος σε βάρος των ίδιων ή των δικαιούχων.

Οι διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου 10 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994, όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, εφαρμόζονται για τα καθαρά κέρδη των ως άνω υπόχρεων νομικών προσώπων που προκύπτουν από διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν την 31.12.1997 και μετά.

Γ. Παράγραφος 11 άρθρου 106 ν. 2238/1994.

Με τις διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου προβλέπεται ότι για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς, οι οποίες αναλαμβάνουν άμεσα (απευθείας) την εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων στην Ελλάδα και για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994, με την παρακράτηση του φόρου που προβλέπεται από αυτές τις διατάξεις εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση μόνο για τα καθαρά κέρδη (τεκμαρτά) τα οποία προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2238/1994. Περαιτέρω, ορίζεται ότι εάν τα πραγματικά καθαρά κέρδη τους είναι μεγαλύτερα αυτών των τεκμαρτών καθαρών κερδών, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των νέων παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994.

`Οπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 13 του ν .2238/1994, στις αμοιβές των ως άνω εταιριών και οργανισμών παρακρατείται φόρος με τουςμπιο κάτω, κατά περίπτωση, συντελεστές:

α) Με συντελεστή 4%, για τα τεχνικά έργα του Δημοσίου, των δήμων και των κοινοτήτων, των δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, των οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γενικά.

β) Με συντελεστή 4,80%, για τα ιδιωτικά τεχνικά έργα και εφόσον ο αλλοδαπός εργολάβος χρησιμοποιεί δικά του υλικά.

γ) Με συντελεστή 10%, για τα ιδιωτικά τεχνικά έργα και εφόσον ο αλλοδαπός εργολάβος δεν χρησιμοποιεί δικά του υλικά.

Ο κατά τα πιο πάνω φόρος παρακρατείται από τον υπόχρεο για την καταβολή εργοδότη κατά την εκάστοτε πίστωση ή καταβολή αμοιβής στον εργολήπτη. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείτο μέχρι πριν από την έναρξη ισχύος των κοινοποιουμένων διατάξεων η φορολογική υποχρέωση του τελευταίου για τα καθαρά κέρδη που αποκτούσε από τις συγκεκριμένες δραστηριότητες.

Με βάση όμως τις νέες διατάξεις, όταν οι εν λόγω αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμοί τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του ΚΒΣ και τα καθαρά κέρδη τους από την εκτέλεση των προαναφερόμενων έργων, όπως προκύπτουν από τα εν λόγω βιβλία τους, είναι μεγαλύτερα από τα τεκμαρτά, δηλαδή από εκείνα που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 2238/1994, το 40% της διαφοράς μεταξύ των κερδών ισολογισμού και των τεκμαρτών κερδών θα φορολογείται στο όνομα των εν λόγω αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών με τον οριζόμενο (από τις διατάξεις του άρθρου 109 του ν. 2238/94) γι` αυτά φορολογικό συντελεστή (40%).

Για την απόδοση του φόρου, οφείλουν να υποβάλλουν την προβλεπόμενη από την νέα παράγραφο 9 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το τέλος του ένατου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου και να καταβάλουν το φόρο που προκύπτει σε τρεις ίσες μηνιαίες δόσεις, καθόσον με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 11 ορίζεται ρητά ότι έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10.

Με βάση τα ανωτέρω, τα διαλαμβανόμενα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα εξακολουθούν να έχουν την υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος με βάση τα οριζόμενα από το άρθρο 107 του ν. 2238/1994, στην οποία θα αναφέρουν τα τεκμαρτά τους κέρδη, για τα οποία εξαντλήθηκε η φορολογική τους υποχρέωση μέσω της παρακράτησης φόρου που τους έγινε κατά το άρθρο 13 του ν. 2238/1994 και επιπλέον να δηλώσουν τις λοιπές υποχρεώσεις.

Υπενθυμίζεται ότι όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς που συμμετέχουν με ελληνικές επιχειρήσεις σε κοινοπραξίες εκτέλεσης τεχνικών έργων στην Ελλάδα.

Τέλος, σας γνωρίζουμε ότι, ο πιο πάνω καινούργιος τρόπος φορολογίας των αλλοδαπών τεχνικών εταιριών και οργανισμών ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 2579/98, για τα έργα που αναλαμβάνουν στην Ελλάδα από 17 Φεβρουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 8

Αυτοτελής φορολογία αφορολόγητων αποθεματικών.

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται η αυτοτελής φορολόγηση του 40% ορισμένων αποθεματικών που έχουν σχηματίσει οι εταιρίες και τα οποία προέρχονται από κέρδη τα οποία είχαν απαλλαγεί από το φόρο εισοδήματος κατά το χρόνο που είχαν προκύψει. Ειδικότερα:

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δεκαεπτάμισι τοις εκατό (17,50%) στο σαράντα τοις εκατό (40%) των αποθεματικών ή και σε μεγαλύτερο ποσοστό αυτών (εφόσον το επιθυμεί το νομικό πρόσωπο), που έχουν σχηματίσει τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, ΕΠΕ, συνεταιρισμοί, εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιριών, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις) και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου που τηρούν βιβλία Γ` κατηγορίας του ΚΒΣ (προσωπικές εταιρίες κλπ) και τα οποία (αποθεματικά) έχουν προέλθει από κέρδη μετοχών και εν γένει χρεογράφων λόγω πωλήσεως τους σε τιμή ανώτερη από την τιμή κτήσης.

Τα αφορολόγητα αυτά αποθεματικά έχουν σχηματισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 10 του α.ν.148/1967 και τηςπαρ.1 του άρθρου 38 του ν.2238/1994, από τις επιχειρήσεις οι οποίες επέλεξαν να μην φορολογηθούν για τα ως άνω κέρδη τους κατά την χρήση εντός της οποίας προέκυψαν. Η απαλλαγή αυτή ήταν προσωρινή, καθόσον από τις πιο πάνω διατάξεις αλλά και αυτές της παρ.4 του άρθρου 106 του ν.2238/1994 προβλέπεται η φορολόγηση με τις γενικές διατάξεις των διανεμομένων ή κεφαλαιοποιούμενων αφορολόγητων αποθεματικών.

Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής καταλαμβάνουν, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, τα κέρδη από πωλήσεις χρεογράφων, που έχουν εμφανισθεί σε αποθεματικό στον τελευταίο ισολογισμό τον οποίο έκλεισαν τα ως άνω νομικά πρόσωπα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1997 και εφ`όσον τα κέρδη αυτά δεν έχουν κεφαλαιοποιηθεί ή διανεμηθεί στη συνέχεια μέχρι τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μέχρι και την 17η Φεβρουαρίου 1998.

Κατά συνέπεια, από τα αποθεματικά αυτά, τα οποία πρέπει να εμφανίζονται σύμφωνα με την 1044770/10159/ΠΟΛ1117/1993 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σε τριτοβάθμιο λογαριασμό του δευτεροβάθμιου "Αφορολόγητα αποθεματικά ειδικών διατάξεων νόμων", θα πρέπει να αφαιρείται το μέρος αυτών που έχει ενδεχομένως μέχρι 17/2/1998 κεφαλαιοποιηθεί ή διανεμηθεί ή εξαχθεί στην αλλοδαπή ή με το οποίο έχει πιστωθεί το κεντρικό κατάστημα στην αλλοδαπή και περαιτέρω, από το προκύπτον υπόλοιπο να λαμβάνεται το προς φορολόγηση ποσοστό (40% ή μεγαλύτερο). Σημειώνεται ότι το αφαιρούμενο ποσό αποθεματικών θα είναι το μικτό, δηλαδή, σε αυτό θα συμπεριλαμβάνεται και ο φόρος που καταβλήθηκε με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 106 του ν.2238/94.

Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται ότι το φορολογούμενο ποσοστό αποθεματικών λαμβάνεται από αυτά που έχουν εμφανισθεί στον ισολογισμό που κλείστηκε πριν από την 1.1.1997, προκύπτει ότι, οι ζημιές οι οποίες ενδεχομένως προέκυψαν από την πώληση χρεογράφων εντός της διαχειριστικής χρήσης που αφορά ο επόμενος από τον παραπάνω ισολογισμός δεν λαμβάνονται υπόψη για την εξεύρεση του φορολογούμενου ποσοστού αποθεματικών. Συνεπώς, οι ζημιές αυτές, εφόσον υφίστανται, κατά την εν λόγω διαχειριστική χρήση δεν επιτρέπεται να συμψηφισθούν με τα συγκεκριμένα αφορολόγητα αποθεματικά τα οποία έχουν εμφανισθεί στον τελευταίο ισολογισμό που έκλεισε πριν από την 1/1/1997.

Για την απόδοση του κατά τα πιο πάνω φόρου τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα πρέπει να υποβάλλουν στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία τους ιδιαίτερη δήλωση μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου. Επομένως, η δήλωση αυτή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο μέχρι την 17 Απριλίου 1998. Δεδομένου ότι η ημέρα αυτή είναι αργία για τις δημόσιες υπηρεσίες, η δήλωση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και την 21 Απριλίου 1998. Αν υποβληθεί μετά την ημερομηνία αυτή, θα είναι εκπρόθεσμη, οπότε επί του οφειλόμενου με αυτή φόρου θα επιβληθεί μόνο πρόσθετος φόρος (όχι πρόστιμο) με ποσοστό 1,5% για κάθε μήνα καθυστέρησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα από την παράγραφο 1 των άρθρων 1 και 4 του ν.2523/1997.

Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι το έντυπο αυτής της δήλωσης θα διανεμηθεί σύντομα στις ΔΟΥ, από όπου θα μπορούν να το προμηθεύονται τα υπόχρεα για την υποβολή του πρόσωπα.

Ο οφειλόμενος με αυτή τη δήλωση φόρος καταβάλλεται σε πέντε (5) ίσες, δίμηνες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται ταυτόχρονα με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, η δεύτερη δόση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου διμήνου από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης και κάθε μία από τις επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των αντίστοιχων, επόμενων διμήνων. Αν η δήλωση υποβληθεί εκπρόθεσμα, ταυτόχρονα με την υποβολή της πρέπει να καταβληθούν όλες οι ληξιπρόθεσμες δόσεις, καθώς και όλος ο πρόσθετος φόρος που θα επιβληθεί συνεπεία της εκπρόθεσμης υποβολής της. Με την κατά τα παραπάνω αυτοτελή φορολογία εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μελών ή εταίρων ή μετόχων αυτού, κατά περίπτωση, για το φορολογηθέν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, τμήμα κερδών από πώληση χρεογράφων.

Περαιτέρω, προβλέπεται ότι, τα φορολογηθέντα, σύμφωνα με τα πιο πάνω, αποθεματικά, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, πρέπει να εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία και μπορούν οποτεδήποτε να διανεμηθούν ή να κεφαλαιοποιηθούν ή να εξαχθούν στο εξωτερικό, προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση, αφού όπως προαναφέρθηκε με την καταβολή του φόρου 17,50% θα έχει επέλθει εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης για το συγκεκριμένο μέρος των αποθεματικών.

Είναι αυτονόητο ότι, για το υπόλοιπο τμήμα (60% ή μικρότερο) του διαλαμβανομένου αποθεματικού που δεν θα φορολογηθεί με βάση τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή θα εξακολουθήσουν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγρ.4 του άρθρου 106 του ν.2238/1994, όπως άλλωστε προβλέπεται και με τις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου αυτού. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπεται ότι, για την παραλαβή των δηλώσεων που θα υποβληθούν σύμφωνα με τα πιο πάνω, τη μεταγραφή, τον έλεγχό τους, την έκδοση φύλλων ελέγχου, τη βεβαίωση του φόρου κλπ., θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 113 του ν.2238/1994, του ν.4125/1960 και του ν.2523/1997.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι σε περίπτωση εκπροθέσμου υποβολής της δήλωσης απόδοσης του φόρου, το νομικό πρόσωπο χάνει το δικαίωμα να υπαγάγει στην αυτοτελή φορολόγηση του 17,50% μεγαλύτερο (από το 40%) ποσοστό του συγκεκριμένου αποθεματικού που έχει σχηματίσει καθόσον, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, για να γίνει αυτό πρέπει τα νομικά πρόσωπα να υποβάλλουν τη σχετική δήλωση καταβολής του φόρου μέσα στην προθεσμία (δίμηνη) που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Τέλος, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή σύμφωνα με την περίπτ.στ` της παραγράφου 3, για τα αποθεματικά από κέρδη χρεογράφων που έχουν σχηματίσει οι ανώνυμες εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν.1969/1991.

Παράδειγμα

Εστω ότι η ανώνυμη εταιρία "Α" στον ισολογισμό που έκλεισε 31/12/1996 εμφανίζει στο λ/σμό "Αφορολόγητο αποθεματικό από πώληση χρεωγράφων" 100.000.000 δρχ. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2579/1998 υπόκειται σε μερική φορολόγηση το 40% του αποθεματικού αυτού, ήτοι το ποσό των 40.000.000 δρχ. και ο φόρος που οφείλεται ανέρχεται στο ποσό των 7.000.000 δρχ. (40.000.000 Χ 17,5%). Ο φόρος αυτός δεν βαρύνει τα αποτελέσματα της οικείας διαχειριστικής χρήσης, αλλά με το ποσό αυτό μειώνεται το ως άνω φορολογηθέν αποθεματικό. Το υπόλοιπο ποσό του αποθεματικού που φορολογήθηκε, μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου, ήτοι το ποσό των 40.000.000 μείον ο φόρος 7.000.000 = 33.000.000 δρχ. παρακολουθείται σε ξεχωριστό λογαριασμό, το οποίο δύναται η εταιρία οποτεδήποτε να το διανείμει ήνα το κεφαλαιοποιήσει χωρίς περαιτέρω άλλη φορολογική επιβάρυνση.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται ανάλογα και για όλα γενικά τα αποθεματικά τα οποία έχουν σχηματίσει τα νομικά πρόσωπα της παραγρ.1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 (ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμοί, δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις, εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών οργανισμών και επιχειρήσεων) που προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν λόγω απαλλαγής αυτών κατ`εφαρμογή διατάξεων νόμων ή εγκυκλίων διαταγών και με την προϋπόθεση ότι τα αποθεματικά αυτά δεν έχουν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί μέχρι και την 17η Φεβρουαρίου 1998.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 17,50% υπόκειται το σαράντα τοις εκατό (40%) των αποθεματικών, που έχουν προκύψει από αφορολόγητα κέρδη και έχουν εμφανισθεί στον τελευταίο ισολογισμό που έκλεισαν τα νομιμά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 και εφόσον βέβαια δεν έχουν στη συνέχεια διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί μέχρι 17/2/1998. Επειδή κατά ρητή διατύπωση του νόμου, τα αποθεματικά πρέπει να έχουν προκύψει από κέρδη συνάγεται ότι, τα αποθεματικά που έχουν σχηματίσει οι ανώνυμες εταιρίες από καταβολές των μετόχων για αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου (αποθεματικό υπέρ το άρτιον) δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος γιατί δεν προέρχονται από κέρδη του νομικού προσώπου.

Ενόψει των ανωτέρω, παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένα αποθεματικά που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

-Αφορολόγητα αποθεματικά, που έχουν σχηματισθεί από τόκους καταθέσεων, μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 21 του ν.1921/1991 με τις οποίες ως γνωστό υπήχθησαν σε αυτοτελή φορολόγηση.

- Αφορολόγητα αποθεματικά, που έχουν σχηματισθεί από πράξεις REPOS μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρ.11 του άρθρου 19 του ν.2214/ 1994.

- Αφορολόγητα αποθεματικά από τόκους εντόκων γραμματίων και ομολογιών του Ελληνικού Δημοσίου, που έχουν σχηματισθεί μέχρι την έναρξη ισχύος διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 11 του ν.2459/1997.

- Αφορολόγητα αποθεματικά τα οποία έχουν σχηματισθεί από την υπεραξία που προέκυψε από την πώληση μέχρι 29/6/1992 ακινήτων, κατ`εφαρμογή των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 32 του ν.δ.3323/55, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 10 του ν.2065/92.

- Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί λόγω της εφάπαξ καταβολής του φόρου εισοδήματος κατ` εφαρμογή των όσων έχουν γίνει δεκτά από την Διοίκηση.

- Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματίσει οι οικοδομικές και τεχνικές επιχειρήσεις (νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του ν.2238/94) και τα οποία προέρχονται από τα πραγματικά κέρδη τους κατά το μέρος που υπερέβησαν τα αντίστοιχα τεκμαρτά (Με την επιφύλαξη του συντελεστή φορολογίας, όπως αναλύεται στη συνέχεια).

- Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματίσει οι τεχνικές επιχειρήσεις από τα κέρδη που προέκυψαν από την εκτέλεση τεχνικών έργων στην αλλοδαπή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.4171/1961 (Με την επιφύλαξη ως προς το συντελεστή φορολογίας, όπως αναφέρεται πιο κάτω).

Πέραν των ως άνω αναφερομένων αποθεματικών, διευκρινίζεται ότι στη μερική φορολόγηση που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού υπόκεινται γενικά τα κέρδη των νομικών προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994, τα οποία δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 του κοινοποιουμένου άρθρου 8, ανεξάρτητα αν αυτά εμφανίζονται στους ισολογισμούς σε λογαριασμούς αφορολόγητων αποθεματικών ή όχι.

Επομένως, υπόκεινται στη μερική φορολόγηση και τα κέρδη που δεν φορολογήθηκαν και εμφανίζονται σε διάφορους λογαριασμούς στα βιβλία της επιχείρησης, όπως στο έκτακτο αποθεματικό, στο υπόλοιπο κερδών εις νέον κ.τ.λ. Τα ανωτέρω γίνεται δεκτό ότι δεν έχουν εφαρμογή για το τακτικό αποθεματικό σε περίπτωση που κατά το σχηματισμό αυτού λήφθηκαν υπόψη και αφορολόγητα κέρδη.

Αντίθετα δεν υπόκεινται στη μερική φορολόγηση αποθεματικά που προέρχονται από έσοδα φορολογηθέντα κατ`ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, καθόσον δεν πρόκειται για κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν, αλλά για κέρδη που φορολογήθηκαν αυτοτελώς (π.χ. τόκοι προθεσμιακών καταθέσεων που φορολογήθηκαν με συντελεστή 10% ή 15%, κέρδη από την εκχώρηση εταιρικών μεριδίων που φορολογήθηκαν με συντελεστή 20%, κέρδη από εκχώρηση δικαιωμάτων που φορολογήθηκαν με συντελεστή 30% κ.τ.λ.).

Κατά τα λοιπά ισχύουν όλα όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο για τα αποθεματικά τα οποία έχουν σχηματισθεί από τα κέρδη εκ πωλήσεως χρεογράφων σε τιμή ανώτερη από την τιμή κτήσης αυτών.

Επί πλέον τονίζεται ότι το νομικό πρόσωπο, σε περίπτωση κατά την οποία έχει σχηματίσει περισσότερα του ενός αποθεματικά που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής, δεν μπορεί να υπαγάγει σε φορολογία, κατ`επιλογή του, κάποια από αυτά σε μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) ποσοστό, αλλά θα υπαγάγει σε φορολογία το ίδιο αυξημένο ποσοστό από όλα τα αποθεματικά.

3. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ότι ειδικά τα αφορολόγητα αποθεματικά των τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων, που σχηματίστηκαν από τα πέραν τεκμαρτών πραγματικά κέρδη, τα οποία προέκυψαν από την εκτέλεση έργων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, θα υπαχθούν σε φορολογία με συντελεστή δωδεκάμισυ τοις εκατό (12,5%) και όχι με 17,5%.

Οπως αναφέρεται στην Εισηγητική λκθεση του νόμου, ο μειωμένος συντελεστής φορολογίας (12,50%) θα εφαρμοσθεί και για τα κέρδητων τεχνικών εταιριών που προέκυψαν στην αλλοδαπή και απηλλάγησαν της φορολογίας βάσει του άρθρου 7 του ν.4171/1961.

4. Στην παράγραφο 4 απαριθμούνται περιοριστικά τα αφορολόγητα αποθεματικά τα οποία εξαιρούνται από την αυτοτελή φορολόγηση. Τα αποθεματικά αυτά είναι τα εξής:

-α) Τα αφορολόγητα αποθεματικά ή οι αφορολόγητες εκπτώσεις που έχουν σχηματισθεί με βάση τις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων (ν.δ.1078/1971, 4002/1959, ν.δ.1313/1972, ν.289/ 1976, ν.849/1978, ν.1116/81, ν.1262/1982, ν.1882/1990, άρθρο 22 του ν.1828/ 1989, Ε.2665/84/ΠΟΛ72/1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κυρωθείσα με τον ν.1839/1989, 1055503/ΠΟΛ.1119/1989 κοινή απόφαση των Υπουργών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κυρωθείσα με το άρθρο 11 του ν.1882/1990).

-β) Τα αφορολόγητα αποθεματικά από χρεόγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του άρθρου 101 του ν.1892/90.

Δηλαδή, αυτά που έχουν σχηματισθεί: α) από υπεραξία μετοχών η οποία προέρχεται από απόσχιση κλάδου ή από συγχώνευση εταιριών στις οποίες συμμετείχαν και β) από την αύξηση της αξίας των συμμετοχών τους ή από διανομή μετοχών με βάση το άρθρο 1 του α.ν.148/196 7, το ν.542/1977, το ν.1249/1982, το ν.1839/1989 και το ν.2065/1992, κατόπιν κεφαλαιοποίησης της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή των πάγιων περιουσιακών στοιχείων θυγατρικής τους εταιρίας ή άλλης εταιρίας στην οποία συμμετείχαν.-

-γ) Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από Ε.Π.Ε. μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του ν.2065/1992, με εξαίρεση τα αφορολόγητα αποθεματικά που είχαν προκύψει από υπεραξία από την πώληση χρεωγράφων. Δηλαδή, τα αφορολόγητα αποθεματικά οποιουδήποτε είδους που έχουν σχηματισθεί από τις εν λόγω εταιρίες μέχρι και την 29/6/1992, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που τα κέρδη τους φορολογούντο στο όνομα των εταίρων τους. Π.χ., τα αφορολόγητα αποθεματικά από τόκους ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, από τόκους καταθέσεων σε τράπεζες που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, από κέρδη από την πώληση ακινήτων (που απαλλάσσοντο πλήρως της φορολογίας κατά το χρόνο πρόκυψής τους) από τα πέραν των τεκμαρτών κερδών πραγματικά κέρδη τους από την εκτέλεση τεχνικών έργων κτλ.-

-δ) Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από τα πρόσωπα της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994, τα οποία προήλθαν από τα κέρδη τους που απαλλάχθηκαν της φορολογίας δυνάμει της περίπτωσης θ` της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του ν.2238/1994. Δηλαδή, τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από αγροτικούς συνεταιρισμούς πρώτου, δεύτερου και τρίτουβαθμού από τα κέρδη τους τα οποία, ως προερχόμενα από δραστηριότητες που ενέπιπταν στους σκοπούς που καθορίζονται από τις διατάξειςτου καταστατικού τους, απαλλάχθηκαν της φορολογίας κατά το χρόνο πρόκυψής τους.

-ε) Τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από τα πρόσωπα της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994, τα οποία προήλθαν από τα κέρδη τους που απαλλάχθηκαν της φορολογίας δυνάμει των κείμενων διατάξεων περί φορολογίας εισοδήματος. Δηλαδή, τα αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα από τα κέρδη τους τα οποία απαλλάχθηκαν της φορολογίας κατά το χρόνο πρόκυψής τους δυνάμει των διατάξεων της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του ν.2238/1994, του ν.1416/1984 κτλ.

-στ) Τα αποθεματικά που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 και τα οποία έχουν σχηματίσει οι ανώνυμες εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου.

5. Τέλος, με την παράγραφο 5 του κοινοποιούμενου άρθρου ορίζεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν.2238/1994 για το μέρος όλων των προαναφερόμενων αφορολόγητων αποθεματικών που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται και το οποίο δεν φορολογήθηκε αυτοτελώς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις προηγούμενες παραγράφους του κοινοποιούμενου άρθρου.

Επομένως, αν τα ημεδαπά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994 διανείμουν ή κεφαλαιοποιήσουν ποσό προερχόμενο από το ποσοστό των ως άνω αφορολόγητων αποθεματικών που δεν φορολογήθηκε αυτοτελώς, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος και να καταβάλλουν τον οφειλόμενο φόρο κατά τα οριζόμενα απο τις ως άνω διατάξεις του ν.2238/1994 (παρ.4 άρθρου 106). Η εν λόγω υποχρέωση ισχύει και για τα αλλοδαπά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν.2238/1994, αν αυτά πιστώσουν το κεντρικό κατάστημα με το πιο πάνω ποσό ή εξάγουν τούτο στην αλλοδαπή ή γίνει ανάληψη αυτού.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν θέλετε να συμπληρώνετε το κείμενο αυτό σε κάθε αναζήτηση σας; Αρκεί απλά να γραφτείτε δωρεάν στο Forin.gr πατώντας εδώ ή να συνδεθείτε με τον λογαριασμό σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια! Πρόσθεσε το σχόλιο σου τώρα!